Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη μεγάλη καπιταλιστική τεχνική, βασισμένη στην τελευταία λέξη της νεότατης επιστήμης, χωρίς τη σχεδιομετρική κρατική οργάνωση που υποτάσσει δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην αυστηρότατη τήρηση ενιαίου κανόνα στην παραγωγή και στην κατανομή των προϊόντων. Γι’ αυτό μιλούσαμε πάντα εμείς οι μαρξιστές, δεν αξίζει να χάσουμε ούτε και δύο δευτερόλεπτα για συζήτηση με ανθρώπους που δεν κατάλαβαν ακόμη και αυτό το πράγμα (τους αναρχικούς και τους μισούς από τους αριστερούς εσέρους).

Μιλάμε σοβαρά για πειθαρχία, για ενότητα μέσα σε οργανωμένο Κόμμα ή βρισκόμαστε σε συνεδρίαση τύπου Κροστάνδης; Γιατί αυτή η φράση είναι κροστανδική, είναι φράση σε αναρχικό πνεύμα, σηκώνει ντουφέκι.

Β. Ι. Λένιν

Η ιστορική ομιλία του Λένιν στο πανεπιστήμιο Σβερντλόφ τον Ιούλιο του 1919 είχε ως κεντρικό θέμα της το ζήτημα του κράτους.[1] Αναγνωρίζοντας εξαρχής τη δυσκολία ανάλυσης του κρατικού φαινομένου εξαιτίας της συνθετότητάς του, ο Λένιν θα θέσει μια σειρά ερωτήματα που θα οριοθετήσουν το πλαίσιο της ομιλίας του. Τι είναι το κράτος; Ποια είναι η ουσία του; Ποια είναι η σημασία του; Και ποια είναι, εν τέλει, η θέση του κόμματος των Μπολσεβίκων απέναντι στο κράτος; Αν για τον Λένιν το κράτος έχει μετατραπεί στο κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα της εποχής του, στο πιο επίμαχο και κεντρικό σημείο που συγκεντρώνει όλα τα πολιτικά ζητήματα και όλες τις πολιτικές διαμάχες, τότε αυτό που απαιτείται είναι τόσο μια θεωρητική εξέταση όσο και μια πολιτική προετοιμασία απέναντι στην κρατική ύπαρξη και λειτουργία. Πώς θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την αντίληψη του Λένιν για το κράτος διαβάζοντας το έργο του Κράτος και Επανάσταση, γραμμένο στο παραπέντε της Οκτωβριανής εφόδου στα Χειμερινά Ανάκτορα; Ο Λένιν, με τα ερωτήματα που θέτει για το κράτος, μας καλεί να σκοπεύσουμε στην καρδιά του κρατικού φαινομένου, στην ουσία του κράτους, πίσω και πέρα από τις ιστορικές μεταμορφώσεις του (φεουδαρχικό, απολυταρχικό, αστικοδημοκρατικό) και τις ποικίλες επιμέρους θεσμικές εκφράσεις του (κράτος δικαίου, συνταγματικό κράτος, κράτος πρόνοιας). Ωστόσο, δεν θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε το κάλεσμά του, δίχως προηγουμένως να αναφερθούμε τόσο στη μέθοδο προσέγγισης του κρατικού φαινομένου εκ μέρους του, σε ό,τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ως καταφατική διαλεκτική, όσο και στο πολιτικό αίτημα άρνησης του κράτους, στο ξεπέρασμα της κρατικά οργανωμένης κοινωνίας, εν τέλει στη δικτατορία του προλεταριάτου και στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μέσα από την απονέκρωση του κράτους.   α) Καταφατική διαλεκτική ή κομμουνισμός: η συνέχιση του καπιταλισμού με τα ίδια μέσα Για να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος τη θεωρητική και πολιτική στάση του Λένιν απέναντι στο κράτος, ίσως πρώτα οφείλουμε να αναρωτηθούμε σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί την προσέγγιση των κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων. Ανοίγοντας τον αναλυτικό μας φακό σε αυτό το ευρύτερο ζήτημα θα μπορέσουμε αργότερα να επανέλθουμε, με μεγαλύτερη σαφήνεια, στο αρχικό μας ερώτημα για τη θέση του κράτους και του αντικρατισμού στη σκέψη του Λένιν. Δηλαδή, το ερώτημα σχετικά με τη φιλοσοφική μέθοδο του Λένιν μπορεί να αποτελέσει, εν προκειμένω, γόνιμη ατραπός για την κατανόηση άλλων ζητημάτων, όπως αυτό του κράτους. Εγγραφόμενη στο ρεύμα του μαρξιστικού πολιτικού και φιλοσοφικού στοχασμού, η σκέψη του Λένιν θέτει σαν αφετηρία της την υλιστική ανατροπή της εγελιανής φιλοσοφίας από τον Μαρξ. Αυτή η φιλοσοφική κίνηση, που συνιστά ταυτόχρονα και την κίνηση από την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ στον υλισμό του Μαρξ, σφραγίζεται από την πρόταξη της διαλεκτικής ως τρόπου σκέψης και μεθόδου, που αντιπαραβάλλεται προς την κυρίαρχη αστική φιλοσοφία και τη δική της τυπική λογική. Κεντρική θέση στην ερμηνεία της μαρξικής διαλεκτικής από τον Λένιν καταλαμβάνει η θέση ότι η συνείδηση καθορίζεται από το Είναι και όχι το αντίστροφο.[2] Η προέκταση αυτής της φιλοσοφικής θεώρησης στο πεδίο των κοινωνικών φαινομένων μεταφράζεται ως καθορισμός της κοινωνικής συνείδησης από το κοινωνικό Είναι. Αυτή η θέση οδηγεί με τη σειρά της στην πεποίθηση ότι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων έχει τη ρίζα του στον βαθμό ανάπτυξης της υλικής παραγωγής, ότι όλες οι ανθρώπινες ιδέες έχουν, χωρίς εξαίρεση, τη ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Συνεπώς, σύμφωνα με αυτή τη φιλοσοφική επεξεργασία, η διαλεκτική σκέψη και η συνακόλουθη διαλεκτική μέθοδος οφείλει να ξεκινάει από την εκάστοτε ιστορικά δοσμένη κοινωνική πραγματικότητα, η οποία και αποτελεί την ακριβέστερη πυξίδα για την κοινωνική αλλαγή. Έτσι, ενώ η διαλεκτική αρνείται τον στατικό και αναλυτικό χαρακτήρα των κοινωνικών φαινομένων, ταυτόχρονα αυτοκατανοείται ως μια απλή αντανάκλαση των δυναμικών κοινωνικών προτσές στον σκεπτόμενο εγκέφαλο. Τα κοινωνικά φαινόμενα οφείλουν να αναχθούν στους όρους ζωής και παραγωγής των διάφορων τάξεων της κοινωνίας. Με τη σειρά τους, οι όροι αυτοί μπορούν να προσδιορισθούν και να αναλυθούν με την ακρίβεια των φυσικών επιστημών, πέρα από υποκειμενικές ερμηνείες.[3] Έτσι, χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική ως μέθοδο, σύμφωνα με τον Λένιν, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το θεμέλιο της πράξης και της θεώρησής μας βρίσκεται κάθε φορά στον βυθό του παρόντος και πουθενά αλλού.[4] Αυτό που απαιτείται από όσους θέλουν να σκέφτονται και να πράττουν διαλεκτικά είναι η διείσδυση στο εσωτερικό του αντικειμένου που βρίσκεται εδώ και τώρα στη διάθεσή μας, μας περιβάλλει και μας οριοθετεί, προκειμένου να αποκαλύψουμε τη συγκρότησή του ως μιας ανοικτής ολότητας.[5] Ακριβώς όπως ο Μαρξ δεν προσπέρασε, αλλά αποδέχθηκε την κυρίαρχη φιλοσοφία του καιρού του (τον εγελιανό ιδεαλισμό) και βάλθηκε να τον ανατρέψει διαλεκτικά περνώντας μέσα από αυτόν, έτσι και εμείς, υποστηρίζει ο Λένιν, οφείλουμε να αναλάβουμε μια παρόμοια θεωρητική και πρακτική-πολιτική κίνηση, αποδεχόμενοι το ιστορικό και κοινωνικό μας παρόν και αμφισβητώντας το εκ των ένδον, με τα μέσα που το ίδιο μας προσφέρει.[6] Φυσικά, το παρόν αυτό κατανοείται ως αντιφατικό και γι’ αυτό εσωτερικά ανομοιογενές, λόγω των συνεχών συγκρούσεων των αντίθετων στοιχείων που το συγκροτούν. Η διαλεκτική μέθοδος, όπως και η ταξική πάλη, οφείλουν να φέρουν στο φως αυτές τις αντιφάσεις που δομούν την υπάρχουσα καπιταλιστική πραγματικότητα και να περάσουν μέσα από αυτές, προκειμένου να συντελεστεί το διαλεκτικό ξεπέρασμά τους (Aufhebung).[7] Ωστόσο, από τη σκοπιά από την όποια κατανοούμε εμείς τη διαλεκτική του Λένιν, η αποδοχή και η έμφαση στις αντιφάσεις, στον ανοικτό χαρακτήρα της ολότητας, στη ρήξη και στην ασυνέχεια, στις συγκρούσεις των αντιθέτων και στα χάσματα της κοινωνικής εξέλιξης, δεν αναιρεί την κρίσιμη πρωταρχική τοποθέτηση απέναντι στο κοινωνικό και ιστορικό μας παρόν με όρους κατάφασης. Έτσι, για την κατανόηση του διχασμού του ενιαίου, για την αποκάλυψη της αντιφατικότητας αυτής εδώ της πραγματικότητας, για τη διατράνωση της ασυνεχούς κίνησης της ιστορίας, οφείλουμε πρώτα να αποδεχθούμε αυτό που υπάρχει ως τέτοιο. Για να μπορέσουμε να καταδυθούμε στον βυθό του παρόντος και ύστερα να βγούμε πάλι στην επιφάνεια κομίζοντας τη γνώση του μοναδικού θεμελίου της πράξης μας, είμαστε υποχρεωμένοι να καταφάσκουμε διαρκώς τους όρους, το πλαίσιο και τη σημασιακή συγκρότηση των φαινομένων, που τελικά θα αποδειχθούν δυναμικά, ασταθή και αντιφατικά. Επιδιώκοντας να αρνηθούμε διαλεκτικά το παρόν μας, περνώντας αναγκαστικά μέσα από αυτό, οδηγούμαστε στο να το καταφάσκουμε σε κάθε μας θεωρητικό και πολιτικό βήμα, στο να προϋποθέτουμε αυτό που υποτίθεται ότι αρνούμαστε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κατανόηση και η πρόταξη της διαλεκτικής μεθόδου εκ μέρους του Λένιν αποκτά έναν αυστηρά εμμενή χαρακτήρα που θέτει το εκάστοτε αντιφατικό παρόν ως όρο για την ανατροπή του. Συνεπώς, η ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με τα μέσα και τους όρους που η ίδια μας δίνει, δηλαδή ενδογενώς και επί τη βάσει του ίδιου της του εαυτού.[8] Αυτή η ριζικά εμμενής, όπως μας φαίνεται, διαλεκτική προσέγγιση του Λένιν μπορεί να εντοπιστεί και στον βαθιά αντι-ουτοπικό χαρακτήρα της σκέψης του. Η ριζοσπαστική αυτή αντιουτοπικότητα εκκινεί από την επιστημονική κατανόηση του κόσμου, της πολιτικής και εν τέλει του ίδιου του σοσιαλισμού. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τα δεδομένα της κοινωνικής εμπειρίας και την αντανάκλασή τους στην κοινωνική συνείδηση καταγγέλλεται ως μία ακόμη απόπειρα επινόησης πραγμάτων που βγαίνουν αυθαίρετα από το κεφάλι μας, στο στυλ των ουτοπικών σοσιαλιστών, χωρίς καμία σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα, όπως αυτή υπάρχει στο παρόν μας, σε όλη της την αντιφατικότητα. Έτσι, η έμφαση δίνεται συνεχώς στο ζήτημα της πείρας του μαζικού κινήματος και στις απαντήσεις που αυτή θα μας δώσει στην εκάστοτε συγκυρία.[9] Οραματισμοί, σχέδια, ενδεχόμενες μορφές, σκέψεις που δεν βγαίνουν μέσα από τις αντιφάσεις του εμμενούς παρόντος μας πετιούνται ως αυθαίρετες και επικίνδυνες για τον στοχασμό και την πολιτική πράξη.[10] Αυτή η διαλεκτική μέθοδος, που θέτει ως προνομιακή αφετηρία της την «υφιστάμενη κατάσταση» και ποντάρει στις αντιφάσεις και στις εσωτερικές συγκρούσεις της για την κοινωνική αλλαγή, θέτει στο κέντρο της την κατάφαση και μπορεί να περιγραφεί ως διαλεκτική της κατάφασης ή πιο απλά ως καταφατική διαλεκτική.[11] Δύο από τις πιο έκδηλες στιγμές της μπορούν να ανευρεθούν στη στάση του Λένιν απέναντι στον καπιταλισμό και στην καπιταλιστική τεχνική. Βασική θέση του Λένιν για τις σχέσεις καπιταλισμού και επερχόμενου κομμουνισμού είναι ότι η καπιταλιστική κοινωνία δημιουργεί η ίδια τους όρους για το ξεπέρασμά της, για τη διαλεκτική ανατροπή της σε άλλες ανώτερες κοινωνικές μορφές. Ακολουθώντας πιστά την εμμενή του πορεία εντός του καπιταλιστικού κόσμου, ο Λένιν υποστηρίζει ότι ο κομμουνισμός δεν είναι το φανταστικό δημιούργημα κάποιων θεωρητικών, όπως ο Μαρξ και ο Ένγκελς, αλλά συνάγεται μέσα από τους εμμενείς αγώνες των εργατών εντός του καπιταλισμού. Η πείρα του κινήματος, η γνώση του που κατακτιέται μέσα από τη καθημερινή πάλη και η συσσώρευσή της μέσα στον χρόνο αποτελούν την ασφαλέστερη οδό για την απόκτηση γνώσης και το κριτήριο για τον επαναστατικό χαρακτήρα της πολιτικής δράσης. Αυτή η αντίληψη θα τον οδηγήσει στο να υποστηρίξει ότι «η νέα κομμουνιστική κοινωνία βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα του καπιταλισμού». Ωστόσο, ο τρόπος που γίνεται αυτό κατανοητό δεν πρέπει να μας παρασύρει σε μια ελευθεριακή, μάλλον, θεώρηση που βλέπει να δημιουργούνται νέες κοινωνικές σημασίες, εναλλακτικές πολιτικές πρακτικές και ανταγωνιστικές θεσμίσεις, ήδη στο σήμερα, για να εναντιωθούν στην κυρίαρχη καπιταλιστική πραγματικότητα. Αντίθετα, ο Λένιν, ακολουθώντας την ατραπό της καταφατικής διαλεκτικής, ερμηνεύει αυτή την ανάδυση του νέου μέσα από το παλιό με άλλους —δηλαδή καταφατικούς— όρους. Γι’ αυτόν, η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία δημιουργεί και θέτει σε ισχύ πολλά από τα μέσα με τα οποία θα επιχειρηθεί το πέρασμα στον Κομμουνισμό.[12] Τρόποι οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, τεχνικές καταγραφής και ελέγχου, μέσα επικοινωνίας, μορφές γνώσης και τεχνικές παρέμβασης στη φύση και την κοινωνία, όλα τίθενται αυτούσια στην υπηρεσία της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής.[13] Το πέρασμα στον κομμουνισμό γίνεται με τα μέσα που επινόησαν, στην εμμενή κοινωνική δράση τους, οι καπιταλιστές. Μετά την αναίρεση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, μετά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, αυτά μπορούν να τεθούν προς χρήση σε μια απελευθερωμένη κοινωνία που οικοδομεί τον κομμουνισμό. Κομμουνισμός η συνέχιση του καπιταλισμού με τα ίδια μέσα. Αυτή η διαρκής προϋπόθεση εκείνου που υποτίθεται πως πολεμάμε, η ενθουσιώδης κατάφαση αυτού που αρνούμαστε, θα εκφραστεί με τον πιο ρητό τρόπο από τον Λένιν όταν αξιώνει ένα ορισμένο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης ως απαράβατο όρο οποιασδήποτε σοβαρής προσπάθειας οικοδόμησης του σοσιαλισμού.[14] Τα χρόνια της εφαρμογής της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΕΠ) στη Σοβιετική, πια, Ρωσία ο σχιζοφρενικός χαρακτήρας της καταφατικής διαλεκτικής θα φτάσει στο απόγειό του, όταν ο Λένιν θα προτάξει την ανάγκη εφαρμογής από τους ίδιους τους Μπολσεβίκους όχι μόνο του κρατικού, αλλά εν τέλει και του ιδιωτικού καπιταλισμού ως όχημα κίνησης προς τον κομμουνισμό.[15] Ένα δεύτερο παράδειγμα εφαρμογής της μεθόδου της καταφατικής διαλεκτικής στη σκέψη του Λένιν αποτελεί η στάση του απέναντι στην καπιταλιστική τεχνολογία και την τεϋλορική οργάνωση της εργασίας. Αναλύοντας την καπιταλιστική πραγματικότητα του καιρού του υπό τους όρους μιας αντιφατικής εμμένειας θα οδηγηθεί σε μια αξιοσημείωτη θέση ως προς τον τεϋλορισμό και τα τεχνολογικά επιτεύγματα του φορντικού καπιταλισμού. Αν και αναγνωρίζει ότι η επιστημονική οργάνωση της εργασίας και τα νέα τεχνουργήματα συμβάλλουν στην εμβάθυνση της εκμετάλλευσης των εργατών, παρόλα αυτά εστιάζει στον αντιφατικό τους χαρακτήρα και στην εν δυνάμει απελευθερωτική τους χρήση σε ένα εργατικό κράτος.[16] Βέβαια, όπως υποστηρίξαμε και ανωτέρω, αυτή η αντιφατικότητα έρχεται σε δεύτερη μοίρα, μιας και αυτό που προηγείται είναι η κατάφαση και το δέος μπροστά στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των καπιταλιστικών μηχανών. Δηλαδή, ο Λένιν εκκινεί από και προτάσσει την κατάφαση της καπιταλιστικής τεχνολογίας για να υποστηρίξει μετά ότι ο έλεγχος της εκ μέρους του προλεταριακού κράτους αποτελεί τον αναγκαίο και ικανό όρο για τη σοσιαλιστική χρήση της. Η επίκληση του αντιφατικού χαρακτήρα της τεχνικής ή των συστημάτων οργάνωσης της εργασίας, στην καλύτερη περίπτωση, έπεται της αρχικής, ενθουσιώδους κατάφασης.[17] Αξίζει να παραθέσουμε τα λόγια του ίδιου, διαφωτιστικά για ό,τι εννοούμε εδώ με τον όρο καταφατική διαλεκτική: «Ξεκινώντας απ’ ό,τι έχει κιόλας δημιουργήσει ο καπιταλισμός, να οργανώσουμε τη μεγάλη παραγωγή μόνοι μας, εμείς οι εργάτες, στηριγμένοι στη δική μας εργατική πείρα, δημιουργώντας μία αυστηρότατη, σιδερένια πειθαρχία που θα την υποστηρίξει η κρατική εξουσία των ένοπλων εργατών, να περιορίσουμε τους δημόσιους υπαλλήλους στον ρόλο των απλών εκτελεστών των εντολών μας, που θα είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ανακλητοί, μέτρια πληρωμένοι “επιστάτες και λογιστές” (φυσικά, θα συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς και τεχνικοί όλων των κατηγοριών, ειδών και βαθμών) — να το δικό μας προλεταριακό καθήκον, να από τι μπορούμε και πρέπει ν’ αρχίσουμε όταν κάνουμε την προλεταριακή επανάσταση».[18]   β) Κράτος και κρατική μηχανή  Από πολλές απόψεις, το Κράτος και Επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί μια απόπειρα του Λένιν να επεξεργαστεί μια θεώρηση του κράτους, διακριτή από τις μέχρι τότε κυρίαρχες σοσιαλδημοκρατικές. Γράφοντας κρυμμένος κάπου στη Φινλανδία τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο του 1917, το ζήτημα του κράτους γίνεται αντιληπτό, για εκείνον και τους υπόλοιπους Μπολσεβίκους, κατά κύριο λόγο ως ένα πρακτικό-πολιτικό ζήτημα που αφορά άμεσα την κοινωνική συγκυρία. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, που κατέχει την εξουσία μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου, παραμένει ασταθής και ανίκανη να δώσει λύση στο ζήτημα του πολέμου και στη διάχυτη κοινωνική εξαθλίωση, ενώ τα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών αποτελούν μια ζώσα, καθημερινή πραγματικότητα. Σ’ αυτήν ακριβώς την κρίσιμη ιστορική στιγμή, ο Λένιν αποφασίζει να επεξεργαστεί θεωρητικά το ζήτημα του κράτους, προκειμένου να αντλήσει από αυτή την επεξεργασία τα πρακτικά διδάγματα, τα καθήκοντα, που απαιτεί από τους Μπολσεβίκους η συγκυρία. Για να πετύχει κάτι τέτοιο γυρνάει στο έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, δίνοντας έμφαση κυρίως στο κομμάτι του έργου τους που αφορά την Παρισινή Κομμούνα, και προσπαθεί μέσα από αυτό να συναγάγει μια διαφοροποιημένη ανάλυση και πολιτική πρακτική σε σχέση με το ζήτημα του κράτους. Βασικός άξονας της θεωρητικής του επεξεργασίας αποτελεί η εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στο κράτος και την κρατική μηχανή. Η κατανόηση του περιεχομένου καθεμιάς από τις έννοιες αυτές, καθώς και των μεταξύ τους σχέσεων, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε σε τι συνίσταται το διάβημα του Λένιν που φέρει τον τίτλο Κράτος και Επανάσταση. Η προσπάθεια του Λένιν να δώσει έναν ορισμό για το κράτος συνίσταται ακριβώς στο να εστιάσει στην ουσία του κράτους και να ανασυγκροτήσει τον σκληρό πυρήνα του ορισμού του, πίσω και πέρα από τις ποικίλες ιστορικές μεταμορφώσεις του. Αντλώντας κυρίως από το έργο του Ένγκελς,[19] ο Λένιν κατανοεί το κράτος ως ένα ιστορικό φαινόμενο που δεν ταυτίζεται με την ανάδυση και την ιστορική διαδρομή των ανθρώπινων κοινωνιών. Αντίθετα, η ιστορική του αφετηρία εντοπίζεται ακριβώς τη στιγμή της δημιουργίας της ταξικής κοινωνίας. Το κράτος, έτσι, συνιστά το αποτέλεσμα της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και του συνακόλουθου ταξικού ανταγωνισμού που στοχεύει στην κυριαρχία της μίας τάξης πάνω στις υπόλοιπες. Αυτή η ταξική διαίρεση λαμβάνει, φυσικά, πολλές μορφές (δουλοκτήτες-δούλοι, φεουδάρχες-δουλοπάροικοι, καπιταλιστές-εργατική τάξη).[20] Ωστόσο, έχει ως βασικό της αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συσσωρευμένης δύναμης που υπέρκειται της κοινωνίας και αποτελεί το βασικό όργανο της ταξικής κυριαρχίας. Μακράν του να συμμερίζεται το κοινότοπο επιχείρημα που θέλει την κρατική παρουσία να προκύπτει λίγο-πολύ αβίαστα μέσα από την ολοένα αυξανόμενη πολυπλοκότητα και λειτουργική διαφοροποίηση των ανθρώπινων κοινωνιών, ο Λένιν θέτει το ζήτημα του κράτους ακριβώς επί του πολιτικού πεδίου, συναρτώντας το προς τη βούληση εκμετάλλευσης και εξαναγκασμού της κυρίαρχης μειοψηφίας πάνω στην κυριαρχούμενη πλειοψηφία.[21] Το κράτος σχετίζεται με στρατηγικές εξουσιασμού των μεν πάνω στους δε και όχι με μια πολιτικά ουδέτερη, σχεδόν αυτόματη, εξελικτική διαδικασία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κράτος αναπαρίσταται ως μια οντότητα που βάζει τον εαυτό της πάνω από την κοινωνία, που αποξενώνεται από αυτήν και που γυρίζει και την κυριαρχεί.[22] Έτσι, στις κρατικά οργανωμένες κοινωνίες παρουσιάζεται μια διάσταση μεταξύ των αρμόδιων οργάνων διακυβέρνησης της κοινωνίας και των απλών ανθρώπων, της μεγάλης μάζας του πληθυσμού. Σε αυτή την εξωκοινωνική ύπαρξη του κρατικού φαινομένου προστίθεται και ο βαθιά παρασιτικός χαρακτήρας του. Το κράτος παρουσιάζεται ως ένας γιγαντιαίος γραφειοκρατικός και παρασιτικός οργανισμός, που απομυζά τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνικής πλειοψηφίας (μέσα από τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης της εργασίας, τους φόρους και τα δημόσια χρέη), χωρίς την άμεση ή έστω έμμεση συμμετοχή και ευθύνη των ίδιων των υποτελών.[23] Ποιο είναι, όμως, το θεμελιακό γνώρισμα αυτής της αποκομμένης από την κοινωνία οντότητας που ονομάζουμε κράτος; Η απάντηση εδώ δεν μπορεί να είναι άλλη από το ζήτημα της συστηματικής άσκησης βίας επί του πληθυσμού, του εξαναγκασμού των πολλών προς όφελος των λίγων. Η συσσωρευμένη δύναμη που δημιουργήθηκε ύστερα από την ιστορική γέννηση της ταξικής κοινωνίας σφράγισε την ασυμμετρία της ταξικής διαίρεσης του κοινωνικού σώματος ακριβώς μέσα από τη βίαιη επιβολή της θέλησης των μεν πάνω στους δε. Αυτή η επιβολή έλαβε χώρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η εκμετάλλευση της εργασίας των πολλών από τους κυρίαρχους λίγους. Επομένως, στην καπιταλιστική κοινωνία, η κρατική ύπαρξη επισφραγίζει και αναπαράγει με τον πιο άμεσα βίαιο τρόπο την κυριαρχία της αστικής τάξης πάνω στις υπόλοιπες τάξεις και κυρίως πάνω στην επαναστατική τάξη, δηλαδή στην εργατική. Επί της ουσίας έχουμε να κάνουμε με μια δικτατορία της αστικής τάξης πάνω στο προλεταριάτο. Αναπαριστώντας το κράτος ως ένα όργανο ή εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης, ο Λένιν θέτει το ζήτημα της συγκεκριμένης λειτουργίας του, της επιχειρησιακής του ικανότητας ως προς αυτό επί του οποίου παρεμβαίνει, δηλαδή την κοινωνία. Σε αυτό το σημείο είναι που μας φαίνεται ότι εισάγει μια έννοια δομικά σχετιζόμενη, αλλά παρ’ όλα αυτά διαφορετική από εκείνη του κράτους, δηλαδή την έννοια της κρατικής μηχανής.[24] Ό,τι συγκροτεί, για τον Λένιν, την κρατική μηχανή είναι τα εξής τρία βασικά στοιχεία: στρατός, αστυνομία και γραφειοκρατία-δημοσιοϋπαλληλία.[25] Χιλιάδες νήματα συνδέουν τα στοιχεία αυτά με την αστική τάξη, γνέθοντας την ιδιαίτερη μηχανή του αστικού κράτους. Τα πρώτα δύο μεγέθη εκφράζουν τη βίαιη καθυπόταξη της κοινωνίας, την πιο άμεση και ορατή εκδοχή της ταξικής κυριαρχίας. Η ύπαρξη του στρατού και της αστυνομίας ως διαχωρισμένων, εξειδικευμένων θεσμών και οργάνων είναι αυτή που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ασύμπτωτης σχέσης ανάμεσα στην ιδιαίτερη δημόσια εξουσία, που είναι το κράτος, και στον ένοπλο πληθυσμό, στην αυτενεργό ένοπλη οργάνωση της πλειοψηφίας. Όσοι μετέχουν στη βίαιη καθυπόταξη του πληθυσμού, οργανωμένοι με έναν τρόπο εξειδικευμένο και επαγγελματικό, επανδρώνουν τον μηχανισμό που μονοπωλεί την άσκηση της βίας και έτσι εδραιώνουν την ταξική κυριαρχία. Ταυτόχρονα, η κρατική γραφειοκρατία, στις διάφορες εκδοχές της, αποτελεί τον δεύτερο μεγάλο πόλο της κρατικής μηχανής. Και εδώ οι δημόσιοι υπάλληλοι κάθε είδους αναπαρίστανται ως «προνομιούχα πρόσωπα, ξεκομμένα από τις μάζες, που στέκουν πάνω από τις μάζες».[26] Έτσι, οι γραφειοκράτες κατανοούνται ως φορείς μιας εξειδικευμένης γνώσης πάνω σε μια πληθώρα θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας. Η ύπαρξή τους αποκλείει τη δυνατότητα συμμετοχής των πολλών στην άσκηση της εξουσίας. Ως καθεστώς ειδημοσύνης, η δημοσιοϋπαλληλία έχει την τάση να διαχωρίζεται από τους απλούς ανθρώπους. Ακριβώς στο όνομα της ικανότητάς της να γνωρίζει τον πολύπλοκο χαρακτήρα και τις εξειδικευμένες λειτουργίες που απαιτούνται για να φέρει σε πέρας μια δραστηριότητα, μπορεί και αποκτά διευθυντικό ρόλο, παγιώνοντας τη σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, διευθυντή-διευθυνόμενου σε σχέση προς τους εργάτες. Παράλληλα, η συντήρηση όλου αυτού του πολύπλοκου γραφειοκρατικού μηχανισμού λειτουργεί ως ένα τεράστιο οικονομικό βάρος πάνω στη λαϊκή μάζα, που καλείται να καταβάλει το δυσβάστακτο τίμημα της οικονομικής συντήρησης των διοικητών της ζωής της. Συνεπώς, η ύπαρξη της γραφειοκρατίας εκφράζει την ιδιαίτερη σύσταση της αστικής κρατικής μηχανής, που καθιστά τον κοινοβουλευτικό-νομοθετικό έλεγχό της πρακτικά αδύνατο. Η ίδια η δομική σύσταση του γραφειοκρατικού φαινομένου δεν επιδέχεται ρυθμιστικές και ελεγκτικές παρεμβάσεις εκ μέρους της νομοθετικής εξουσίας. Μέτρα που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την αυτονόμηση της γραφειοκρατίας και την ανεξέλεγκτη επιβολή της πάνω στο κοινωνικό σύνολο καθίστανται έτσι προορισμένα να αποτύχουν. Αυτό που φαίνεται να απαιτείται είναι μια συνολική αμφισβήτηση της υπάρχουσας κρατικής μηχανής και η επαναστατική αναδόμησή της υπό τους όρους που θέτει η δικτατορία του προλεταριάτου. Η καίρια διάκριση που εισάγει ο Λένιν ανάμεσα στο κράτος και την κρατική μηχανή θέτει με τη σειρά της το ζήτημα της πολιτικής ουδετερότητας ή μη του κράτους. Αν το κράτος σχετίζεται, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται, με την εκάστοτε κρατική μηχανή, τότε ποια οφείλει να είναι η πολιτική στάση των προλετάριων και του κόμματός τους απέναντι στο αστικό, καπιταλιστικό κράτος που έχουν μπροστά τους; Μπορούν, άραγε, να το πάρουν ως έχει και να το χρησιμοποιούσουν για τους δικούς τους απελευθερωτικούς σκοπούς; Στο κρίσιμο αυτό πολιτικό ερώτημα είναι που προσπαθεί να δώσει μια απάντηση ο Λένιν, τη στιγμή ακριβώς που τα Σοβιέτ είναι ήδη εγκαθιδρυμένα και σε λειτουργία, η κοινωνική αναταραχή ισχυρή και διάχυτη και η ρήξη με τις υπόλοιπες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις και τη δική τους πολιτική στρατηγική, επιτακτική όσο ποτέ άλλοτε.[27] Η στάση του Λένιν απέναντι στο ζήτημα αυτό πηγάζει από τη «διδασκαλία του Μαρξ», την οποία όμως τροποποιεί επιδέξια για να μπορέσει να ανταποκριθεί στη συγκυρία που βρίσκεται ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, ο Λένιν, αν και ισχυρίζεται ότι το κράτος, ως προϊόν ασυμφιλίωτων ταξικών αντιθέσεων, επέχει θέση εποικοδομήματος σε σχέση με την παραγωγική διαδικασία στον καπιταλισμό, δηλαδή την οικονομική βάση της κοινωνίας, εντούτοις προκρίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ρόλοι αντιστρέφονται και κάτι τέτοιο παύει να ισχύει. Έτσι, το πολιτικό εποικοδόμημα που αντιπροσωπεύει το κράτος μπορεί να αποτελέσει προνομιακή οδό για την κοινωνική αλλαγή, ακόμη και της ίδιας της οικονομικής βάσης.[28] Αυτό ήταν, σε μεγάλο βαθμό, το δίδαγμα της πείρας της Παρισινής Κομμούνας. Μια τέτοια στιγμή εξαίρεσης προς το κυρίαρχο ερμηνευτικό σχήμα (βάσης-εποικοδομήματος) αποτελεί για τον Λένιν και η εξουσία της Προσωρινής Κυβέρνησης του Κερένσκι στη δημοκρατική Ρωσία, μια στιγμή κατά την οποία τα Σοβιέτ ήταν αρκετά αδύναμα για να επιβληθούν και η αστική τάξη δεν ήταν αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει.[29] Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να θεωρηθεί ότι η κρατική εξουσία παύει να αποτελεί απλό όργανο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης και, σύμφωνα με τα λόγια του Ένγκελς που παραθέτει ο Λένιν, «αποκτάει για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι και στις δύο τάξεις…».[30] Εδώ όμως είναι που τίθεται ξανά, με τον πιο αιχμηρό και άμεσο τρόπο, το ζήτημα της πολιτικής ουδετερότητας του κράτους. Νομίζουμε ότι ο Λένιν θα το απαντήσει περνώντας μέσα από την εννοιολογική αντιδιαστολή κράτους και κρατικής μηχανής. Έτσι, γι’ αυτόν, το κράτος ως συσσωρευμένη δημόσια δύναμη, διαχωρισμένη και αποξενωμένη από την κοινωνία, μπορεί να είναι πολιτικά ουδέτερο, πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι αυτό το μονοπώλιο της βίας και του εξαναγκασμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της κοινωνικής χειραφέτησης.[31] Εν τέλει, το κράτος ως συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης και της βίας επαναπροσδιορίζεται ως το «οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο», ως η «πολιτική δικτατορία του προλεταριάτου».[32] Αντίθετα, αυτό που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρήσουμε ως ουδέτερο πολιτικά είναι η συγκεκριμένη κρατική μηχανή, όπως έχει συγκροτηθεί στο πλαίσιο του αστικού και καπιταλιστικού κράτους. Η ένοπλη βία υπό τη συγκεκριμένη μορφή του μόνιμου στρατού και της αστυνομίας, οι γραφειοκράτες που στελεχώνουν και δίνουν ψυχή στον μηχανισμό της κρατικής καταπίεσης, μοιράζοντας μεταξύ τους διοικητικές θέσεις σε βάρος των πολλών, δεν μπορούν να κατανοηθούν ως αυτοτελή και αυθύπαρκτα μεγέθη, παρά ως φορείς αναπόσπαστα προσδεδεμένοι στο εγχείρημα της ταξικής κυριαρχίας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει την αναγκαιότητα ρήξης με τον μηχανισμό που δημιούργησε για τον εαυτό της η αστική τάξη, την καταστροφή του προτού αναλάβει το προλεταριάτο την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι η έμφαση στη διακριτή κατανόηση των δύο φαινομενικά παρεμφερών μεγεθών (κράτος και κρατική μηχανή) οδηγεί και σε δύο εντελώς διακριτές πολιτικές στρατηγικές. Θα μπορούσαμε και εδώ να υποστηρίξουμε ότι ο Λένιν εφαρμόζει για άλλη μία φορά τη μέθοδο που ανωτέρω αποκαλέσαμε καταφατική διαλεκτική. Αυτό γιατί, ενώ εκ πρώτης όψεως μοιάζει να αρνείται το κρατικό φαινόμενο, μέσα από την ανάγκη καταστροφής της αστικής κρατικής μηχανής, μια προσεκτικότερη ανάγνωση μας δείχνει ότι αυτής της άρνησης προηγείται μια μεγαλειώδης κατάφαση. Αυτή του ίδιου του κράτους. Επομένως, η αφετηριακή στιγμή του Λένιν φαίνεται πως είναι η κατάφαση του κράτους για να περάσει έπειτα μόνο στην άρνηση της κρατικής μηχανής. Το αν αυτή η καταφατική διαλεκτική μπορεί, εν τέλει, να οδηγήσει σε μια ριζική υπέρβαση του κράτους ή είναι καταδικασμένη να συμβάλει στη διαιώνισή του είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί. Προνομιακή οδός προσέγγισης ενός τέτοιου ερωτήματος αποτελεί η αντίληψη του Λένιν για την επαναστατική κοινωνική αλλαγή ή, με τους όρους που χρησιμοποιεί ο ίδιος, για τη δικτατορία του προλεταριάτου και τη διαδικασία απονέκρωσης του κράτους.   γ) Δικτατορία του προλεταριάτου και απονέκρωση του κράτους ή πραγματώνοντας το κράτος για να το αναιρέσουμε    Η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου αντλείται από το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς. Στη σκέψη του Λένιν είναι αυτή, και όχι η έννοια της ταξικής πάλης, που συνιστά το ειδοποιό γνώρισμα ανάμεσα στους μαρξιστές και στους αστούς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, γιατί ενώ και οι αστοί αποδέχονται τη διεξαγωγή της ταξικής πάλης, δεν διανοούνται να κάνουν λόγο για δικτατορία μιας τάξης πάνω σε μια άλλη. Έτσι, η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου αναγορεύεται από τον Λένιν στη «λυδία λίθο [πάνω στην οποία] πρέπει να δοκιμάζουμε την πραγματική κατανόηση και παραδοχή του μαρξισμού».[33] Ωστόσο, η κατάσταση της δικτατορίας της μίας τάξης πάνω στις υπόλοιπες συνιστά για τον Λένιν την αναγκαία προϋπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Η έννοια της δικτατορίας, με τον χρονικά σύντομο χαρακτήρα της, υποδηλώνει ακριβώς αυτή τη λογική της κοινωνικής μετάβασης από τη μία κοινωνική συνθήκη στην άλλη. Κατά τη διάρκειά της λαμβάνονται μέτρα και επιβάλλονται καταστάσεις που συντελούν στην γρήγορη αλλαγή των θεσμών, οι οποίοι διαφορετικά θα απαιτούσαν μεγάλο χρονικό διάστημα για να αλλάξουν. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζεται η υποταγή των αντιστεκόμενων εκπροσώπων της παλιάς τάξης πραγμάτων, ενώ καθοδηγείται με σιδερένια πυγμή η κίνηση του πληθυσμού στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Τα αστικά κράτη μπορούν να γνωρίζουν πολλές μορφές, αλλά στην ουσία τους βρίσκεται η δικτατορία της αστικής τάξης. Αντίστοιχα, η κοινωνική αλλαγή στην κατεύθυνση του κομμουνισμού μπορεί να δώσει πολλαπλές κρατικές μορφές, όμως στη βάση τους βρίσκεται η δικτατορία του προλεταριάτου.[34] Η πρόθεση του Λένιν να διαφοροποιηθεί από τη στρατηγική των σοσιαλδημοκρατών στο ζήτημα της κοινωνικής αλλαγής τον οδηγεί στο να προτάξει την επανάσταση ως γεγονός που δεν μπορεί να συντελεστεί με την προϊούσα, νομοθετικού τύπου αλλαγή του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Αντίθετα, η κοινωνική αλλαγή συλλαμβάνεται με όρους ρήξης, ασυνέχειας και ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης. Η επανάσταση είναι οπωσδήποτε ένα βίαιο γεγονός, βασισμένο στην άσκηση ένοπλης βίας εκ μέρους των επαναστατών.[35] Η δικτατορία του προλεταριάτου γίνεται, έτσι, ο όρος που θα συνοψίσει εύγλωττα την επίμονη θέση του Λένιν ως προς την αναγκαιότητα του τσακίσματος και της καταστροφής της αστικής κρατικής μηχανής. Από τη στιγμή που η κρατική μηχανή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη, η επανάσταση νοείται αυστηρά και μόνο ως πλήρης ρήξη και απόλυτο γκρέμισμα της παλιάς κρατικής μηχανής.[36] Προσπάθειες που επιδιώκουν απλά την αλλαγή των δια-χειριστών της είναι καταδικασμένες να οδηγηθούν στη συνέχιση του παλαιού καθεστώτος με άλλο όνομα. Αν μια τέτοιου τύπου ρήξη συνιστά τον προκαταρκτικό όρο της επαναστατικής διαδικασίας, δεν είναι ωστόσο ο μόνος, μιας και το αμέσως επόμενο καθήκον της αποτελεί η δημιουργία μιας νέας, προλεταριακής, κρατικής μηχανής. Εδώ ο Λένιν στρέφεται στο παράδειγμα της Παρισινής Κομμούνας, το κατεξοχήν παράδειγμα δικτατορίας του προλεταριάτου για τον Μαρξ και τον Ένγκελς.[37] Τα μέτρα που υιοθέτησαν οι κομμουνάροι ως προς την αναδόμηση του κυβερνητικού και γραφειοκρατικού μηχανισμού γίνονται τώρα πρότυπο για μια μετεπαναστατική προλεταριακή κρατική μηχανή. Αν πρόκειται να συντριβούν τα σώματα των επαγγελματιών που ασκούν ένοπλη βία, αν πρόκειται να απαλλοτριωθούν οι γραφειοκράτες που απομυζούν τον πλούτο και την αυτενέργεια των λαϊκών μαζών, τότε πρέπει να επιβληθεί η αιρετότητα και ανακλητότητα όσων ασκούν διοικητικά καθήκοντα, ο περιορισμός του μισθού τους στο εργατικό επίπεδο, αλλά και η αντικατάσταση των κοινοβουλευτικών οργάνων με όργανα «εργαζόμενα», δηλαδή φορείς τόσο της νομοθετικής όσο και της εκτελεστικής εξουσίας.[38] Παράλληλα, ο ένοπλος λαός καταλαμβάνει τη θέση του στρατού και της αστυνομίας. Τα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών, που υπήρχαν ήδη σε λειτουργία, γίνονται το πρόπλασμα της νέας κρατικής μηχανής. Ο Λένιν υποστηρίζει ότι με αυτό τον τρόπο η επανάσταση κινείται στην ίδια ιστορική γραμμή με το επαναστατικό 1793 και το 1871 της Κομμούνας. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι η Κομμούνα κατανοείται ως μια μορφή μη αστικού κράτους, η οποία εγγράφεται κατά ένα δομικό τρόπο στην αντίληψη του Λένιν για το τσάκισμα της παλιάς κρατικής μηχανής και την αντικατάστασή της από μια άλλη. Όμως, όπως είδαμε, η αλλαγή της κρατικής μηχανής δεν σημαίνει και ρήξη ή αλλαγή του ίδιου του κράτους. Αντίθετα, το κρατικό φαινόμενο ως συσσωρευμένη δύναμη που υπέρκειται της κοινωνίας, ως διαχωρισμένη από αυτήν, εξακολουθεί κανονικά να υπάρχει, μόνο που τώρα λειτουργεί μέσα από μια διαφορετική μηχανή. Κατά πόσο όμως μπορεί να συνυπάρξει το αίτημα για μια υπερσυσσωρευμένη κρατική δύναμη με το θεσμικό μοντέλο που εγκαινίασε η Κομμούνα; Αν και ο Λένιν τείνει να κατανοήσει την Κομμούνα ως μια μορφή κράτους, κατά πόσο υπήρξε στην πραγματικότητα κράτος; Μήπως το συνταίριασμα του (πολιτικά ουδέτερου) κράτους με μια κομμουναλιστικά αρθρωμένη κρατική μηχανή συνιστά αντίφαση εν τοις όροις και μάλιστα στο πλαίσιο μιας αχανούς επικράτειας, όπως αυτής της τσαρικής Ρωσίας; Μήπως εν τέλει το μοντέλο της Κομμούνας δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη λενινιστική εννοιολογική και πολιτική διάκριση ανάμεσα στη διατήρηση του κράτους και της ρήξης με την υπάρχουσα κρατική μηχανή; Αυτή η διάκριση φαίνεται να είναι περισσότερο προϊόν των ιδιαιτεροτήτων της ιστορικής συγκυρίας παρά αποτέλεσμα μιας συνεκτικής πολιτικής αντίληψης εκ μέρους του Λένιν.[39] Αν αυτός είναι ο τρόπος που γίνεται κατανοητός ο ρόλος της δικτατορίας του προλεταριάτου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κοινωνική αλλαγή αποτελείται από δύο κινήσεις, με τη δεύτερη να συνίσταται στη διαδικασία απονέκρωσης του κράτους. Είδαμε προηγουμένως ότι ο Λένιν αποδέχεται, έστω σε εξαιρετικές στιγμές, τη σχετική αυτονομία του πολιτικού εποικοδομήματος-κράτους σε σχέση με την οικονομική-παραγωγική βάση της κοινωνίας. Πιστεύει ότι σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως κατά την εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας ή των Σοβιέτ μετά τον Φεβρουάριο του 1917 στη Ρωσία, είναι δυνατόν να λάβει χώρα πρώτα η ρήξη με την κρατική μηχανή και η συνακόλουθη άσκησης της κρατικής εξουσίας μέσα από έναν καινούργιο μηχανισμό και μετά να ληφθούν εκείνα τα αναγκαία μέτρα για την αναίρεση της ταξικής διαίρεσης της κοινωνίας και την τελική απονέκρωση του κράτους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση δεν αναιρεί τις κοινωνικές τάξεις (πόσο μάλλον το ιστορικό προϊόν τους, δηλαδή το κράτος), παρά μόνο θέτει τους όρους για τη μακροπρόθεσμη αναίρεσή τους. Η σχετική αυτονομία που αποδίδεται στο πολιτικό πεδίο δεν μπορεί να ανατρέψει την καταστατική εξάρτησή του από την οικονομική βάση. Έτσι, για την εξαφάνιση του διαχωρισμένου και εξωκοινωνικού δημιουργήματος που ακούει στο όνομα κράτος, πρέπει να μετασχηματιστεί βαθιά η οικονομική βάση, να μετασχηματιστούν οι οικονομικές ρίζες της κοινωνίας προς την κατεύθυνση του κομμουνισμού.[40] Καθώς η διαδικασία αυτή θα προχωρά, με έναν χρονικό ορίζοντα που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να προγραμματίσει, το κράτος θα καθίσταται ολοένα και πιο περιττό μέχρις ότου να φτάσει στο σημείο να μη χρειάζεται πια να υπάρχει. Το μεταβατικό αυτό διάστημα μπορεί να χωριστεί σε δύο επιμέρους φάσεις: την πρώτη φάση του σοσιαλισμού, όπου το κράτος, αλλά ακόμη και το αστικό δίκαιο, εξακολουθούν να υπάρχουν επί τη βάσει της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής· και στη δεύτερη φάση, του κομμουνισμού, όπου τίποτε από αυτά δεν υφίσταται. Η απονέκρωση του κράτους λαμβάνει χώρα μέσα από την ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των πολλών ανθρώπων στη διοίκηση της ζωής τους, μέσα από τη διάχυση και την «ολοκληρωτική αποκέντρωση κάθε κράτους γενικά».[41] Αυτή προϋποθέτει την απλοποίηση των διοικητικών λειτουργιών, που μέχρι πρότινος μονοπωλούσαν οι γραφειοκρατικοί ειδήμονες, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούν να εκτελεστούν από όλους, με μόνη προαπαιτούμενη την ικανότητα γραφής, ανάγνωσης και των τεσσάρων βασικών αριθμητικών πράξεων.[42] Ο τελικός σκοπός είναι η εξαφάνιση κάθε πολιτικής εξουσίας, η οποία, σύμφωνα και με τα λόγια του Μαρξ που παραθέτει ο Λένιν, συνιστά την «επίσημη έκφραση της ταξικής αντίθεσης μέσα στην αστική κοινωνία»·[43] η μετατροπή των δημόσιων λειτουργιών από πολιτικές σε απλές διαχειριστικές και το λυτρωτικό πέρασμα από τη διεύθυνση των προσώπων στη διαχείριση των πραγμάτων.[44] Αυτή η μελλοντικά ολοσχερής εξάλειψη του πολιτικού πεδίου, καθώς θα απορροφάται από μια κομμουνιστικά οργανωμένη οικονομική βάση, θα στηριχθεί στην εσωτερίκευση εκ μέρους των ανθρώπων των βασικών, και κοινών για όλους, κανόνων της κοινωνικής συνύπαρξης. Έτσι, η «πλέρια απονέκρωση του κράτους», κατά το πέρασμα στην τελική φάση του κομμουνισμού, θα συμπέσει με τη μετατροπή σε συνήθεια των απλών και βασικών κανόνων κάθε ανθρώπινης συμβίωσης.[45] Τότε, οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις θα γνωρίσουν μια τέτοια εναρμόνιση, ώστε κάθε σύγκρουση και προστριβή, κάθε διακριτή γνώμη ή έστω διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση θα έχει μπει για τα καλά στο μουσείο των αρχαιοτήτων δίπλα στο τσεκούρι, το ροδάνι και το κράτος. Πώς όμως θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κολοσσιαία κοινωνική αλλαγή; Σε ποια κατεύθυνση οφείλουν να αναζητηθούν τα μέτρα που θα οδηγήσουν στην απονέκρωση του κράτους; Κατά τη γνώμη μας, ο Λένιν, πιστός σε αυτό που αποκαλέσαμε καταφατική διαλεκτική, θα αντλήσει τα εργαλεία για κάτι τέτοιο από τα πιο πρόσφατα επιτεύγματα του καπιταλισμού της εποχής του. Συγκεκριμένα, βασικό όχημα για την απονέκρωση του κράτους και του περάσματος στον κομμουνισμό αποτελεί η αυτούσια υιοθέτηση των τεχνικών επιτευγμάτων και των διοικητικών και οργανωτικών καινοτομιών του ίδιου του καπιταλισμού.[46] Ο ενθουσιασμός του Λένιν για τον βαθμό απλοποίησης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που επιφέρουν οι φορντικές τεχνολογίες θα τον οδηγήσει στο να θέσει τη γενικευμένη εφαρμογή τους ως προϋπόθεση της αναίρεσης του κρατικού φαινομένου. Το ίδιο θα υποστηρίξει και ως προς τη δυνατότητα διάχυσης του ελέγχου, της εποπτείας και της καταγραφής στο σύνολο της κοινωνίας και της εξάσκησής της από όλους ανεξαιρέτως. Έτσι, μερικά από τα χειραφετητικά εργαλεία που προτάσσει ο Λένιν για το πιο γρήγορο πέρασμα στον ακρατικό κομμουνισμό είναι η καθολική σχολική εκπαίδευση και «η εκπαίδευση και πειθάρχηση εκατομμυρίων εργατών από τον μεγάλο, πολυσύνθετο, κοινωνικοποιημένο μηχανισμό των ταχυδρομείων, των σιδηροδρόμων, των μεγάλων εργοστασίων, του μεγάλου εμπορίου, των τραπεζών κ.λπ.».[47] Σύμφωνα με το σκεπτικό του, το ειδικό καθεστώς ειδημοσύνης που απολαμβάνουν οι κάθε λογής γραφειοκράτες, το οποίο δικαιολογείται στη βάση της πολυπλοκότητας και του εξειδικευμένου χαρακτήρα της γνώσης και των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την εκτέλεση των διοικητικών διαδικασιών, σιγά-σιγά θα μπορέσει να εξαλειφθεί. Αυτό θα επιτευχθεί μέσα από την απλοποίηση των διαδικασιών που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες. Αυτή θα καταστήσει τις ειδικές γνώσεις των γραφειοκρατών περιττές και ταυτόχρονα θα ενδυναμώσει τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι θα μπορούν, μέσω των νέων τεχνολογιών, να συμμετέχουν ενεργά στη διοικητική διαδικασία. Η γραφειοκρατία ως ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα, επιφορτισμένο με ειδικές λειτουργίες, θα ατονήσει και θα διαχυθεί στις μυριάδες πράξεις διοίκησης, εποπτείας και ελέγχου των απλών ανθρώπων. Ωστόσο, το σκεπτικό αυτό χωλαίνει σημαντικά, με συνέπεια να οδηγεί στο αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από αυτό που ευαγγελίζεται. Πέρα από την απλοϊκή κατανόηση του φαινομένου της γραφειοκρατίας,[48] το επιχείρημα του Λένιν αδυνατεί να στοχαστεί τις συνέπειες της τεχνικής επί των σχέσεων εξουσίας, των μορφών γνώσης και του πολιτικού πεδίου γενικότερα. Η εισαγωγή των βιομηχανικών τεχνολογιών που παρήγαγε ο καπιταλισμός της εποχής του, καθώς και των τεϋλορικού τύπου μοντέλων οργάνωσης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, αποψιλώνει τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απατούνται για μια οποιαδήποτε δραστηριότητα, εγγράφοντάς τες στο εσωτερικό του μηχανικού τεχνουργήματος. Αυτό οδηγεί στην έκπτωση της ατομικής επιδεξιότητας κατά την εκτέλεση ενός έργου και στη μετατροπή των δρώντων σε χρήστες μηχανών με ελάχιστη γνώση επί της ίδιας της διαδικασίας. Ταυτόχρονα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η τεχνολογική πολυπλοκότητα των νέων τεχνουργημάτων δεν αναιρεί τους ειδήμονες, αλλά απλά μετατοπίζει την ιδιότητα αυτή στους ειδικούς τεχνολόγους, γνώστες του σχεδιασμού και της λειτουργίας των μηχανημάτων. Επίσης, η απαιτούμενη γνώση λαμβάνει επιστημονική και ολοένα πιο εξειδικευμένη μορφή, με αποτέλεσμα να αρχίζει να δημιουργείται ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στους επιστημονικά εκπαιδευμένους και στους απλούς χρήστες των μηχανών, ανάμεσα στους ειδικευμένους και στους ανειδίκευτους εργάτες. Οι περίφημοι «σπέτσι», οι ειδικοί τεχνικοί, είναι τότε αυτοί που γίνονται οι νέοι ιθύνοντες, το νέο διαχωρισμένο σώμα μιας εκσυγχρονισμένης, τώρα, γραφειοκρατίας.[49] Η ίδια διαδικασία γέννησης μιας νέας διαχωρισμένης ελίτ επαϊόντων μπορεί να υποστηριχθεί ότι προωθείται και από τα νέα μοντέλα οργάνωσης και διοίκησης κάθε δραστηριότητας. Στην περίπτωση αυτή είναι οι κομματικοί κομισάριοι και οι εκάστοτε κρατικοί μάνατζερ που καταλαμβάνουν την ανάλογη θέση. Τέλος, η εισαγωγή των καπιταλιστικών μεθόδων και τεχνικών, ως πολιτικά ουδέτερων οχημάτων για την κίνηση προς τον κομμουνισμό, φαίνεται ότι λειτουργεί κομβικά για την ενίσχυση του συγκεντρωτισμού και την ενδυνάμωση των ιεραρχιών. Η πολλαπλότητα των διασκορπισμένων χρηστών που αλληλεπιδρούν με υπερσύγχρονα, αλλά απλά στη χρήση τους τεχνουργήματα, προϋποθέτει ένα κέντρο που σχεδιάζει, προγραμματίζει, κατασκευάζει, και εποπτεύει διαρκώς τη λειτουργία του χρησιμοποιούμενου μηχανισμού, προωθώντας ταυτόχρονα τις νέες, πιο εξελιγμένες εκδοχές του. Έτσι, φαίνεται πως όσο πιο πολύ διαχέεται η απλοποιημένη χρήση των μηχανών, μέσα από υψηλής τεχνολογίας μηχανήματα, ταυτόχρονα τόσο πιο πολύ συσσωρεύεται η γνώση και η εξουσία σε ένα επιστημονικό και ειδικά καταρτισμένο κέντρο. Συνεπώς, βλέπουμε πως το ανελέητο τσάκισμα, η ανατροπή, το γκρέμισμα, η συντριβή, το περίφημο σύνθημα «να μη μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα» του παλαιού κρατικού μηχανισμού, που προτάσσει διαρκώς ο Λένιν, έχει αντιφατικές και αρκετά παράδοξες συνεπαγωγές. Αντικαθιστώντας τον, απολυταρχικού τύπου, κρατικό μηχανισμό του τσαρικού καθεστώτος με τελευταίας λέξης τεχνοδιοικητικές καινοτομίες που παράγει ο καπιταλισμός, ο Λένιν οδηγείται στον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό του κρατικού μηχανισμού, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα δυτικά πρότυπα, παρά στην ουσιαστική αντικατάστασή του με κάτι που να μοιάζει να βασίζεται στις αρχές οργάνωσης της Παρισινής Κομμούνας. Όμως, αυτή η νέα προλεταριακή κρατική μηχανή θα κληθεί να υπηρετήσει τη συσσωρευμένη και αποξενωμένη από την κοινωνία δύναμη που είναι το κράτος. Η οργανωμένη βία και η ισχύς, που παραμένει άθικτη όσο παραμένει το κράτος και η ταξική κοινωνία που το γέννησε, θα συνεχίζει να ασκείται, αλλά τώρα πια μέσα από μεθόδους πολύ πιο εξελιγμένες και  αποτελεσματικές. Αντί να οδηγηθούμε στην ουσιαστική αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων, στον εκδημοκρατισμό των δεξιοτήτων μέσα από την εναλλαγή στην άσκησή τους, στη χρήση αποτελεσματικών, χαμηλής τεχνολογικής και διοικητικής έντασης εργαλείων και οργανωτικών μεθόδων, προτάσσουμε τον μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό και τη γιγάντωση των τεχνογραφειοκρατικών πρακτικών, ως όχημα για το ξεπέρασμά τους. Για το ευρύτερο πολιτικό πεδίο, κάτι τέτοιο σημαίνει πως η άρνηση του κράτους θα λάβει χώρα περνώντας μέσα από την πραγμάτωσή του. Η αυστηρή εργασιακή πειθαρχία, η διάχυση της καταγραφής, του ελέγχου και της εποπτείας μέσα από την χρήση των πιο εξελιγμένων λογιστικών και διοικητικών μεθόδων,[50] οι υπερσύγχρονες τεχνολογίες που μετατρέπουν τα πολιτικά διακυβεύματα σε ζητήματα απρόσωπης διαχείρισης πραγμάτων, το άμεσο αίτημα, τέλος, να μετατραπεί ολόκληρη η κοινωνία σε ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο,[51] ως μέσα για τη χειραφέτηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, ως οχήματα κίνησης προς τον κομμουνισμό, μας φαίνεται ότι συνιστούν τις αμείλικτες απολήξεις μιας καταφατικά διαλεκτικής σκέψης· της διαρκούς προϋπόθεσης αυτού που αρνούμαστε· της πραγμάτωσης του απόλυτου κράτους προκειμένου αυτό να αναιρεθεί πλήρως.[52]

*

Διαβάζοντας το Κράτος και Επανάσταση, σχεδόν εκατό χρόνια μετά την έκδοσή του, μας είναι δύσκολο να αποφύγουμε το ερώτημα σχετικά με την πολιτική του αξία και τη σημασία της για εμάς σήμερα. Αναπόφευκτα, μια τέτοια διερώτηση λαμβάνει χώρα στη σκιά τόσο του Οκτώβρη του 1917 όσο και του μετέπειτα Σοβιετικού κράτους. Ο τρόπος με τον οποίο ο Λένιν επεξεργάζεται το ζήτημα του κράτους και της επανάστασης λίγο πριν από την έφοδο των Μπολσεβίκων στα χειμερινά ανάκτορα και οι, εγχειριδιακού τύπου, απαντήσεις που δίνει, επηρέασαν τη στρατηγική των μετέπειτα κομμουνιστικών κινημάτων ανά τον κόσμο, αλλά κυρίως προσανατόλισαν την αντίληψη, οριοθέτησαν, και συνεχίζουν να οριοθετούν, την πολιτική φαντασία πολλών περισσότερων. Ωστόσο, το ζήτημα για εμάς δεν μπορεί να τεθεί με τους όρους μιας λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένης στρατηγικής, ενός καλού σχεδίου που δεν πραγματώθηκε ή μιας φαύλης ιδεολογίας που, αντιθέτως, εφαρμόστηκε υπερβολικά πιστά. Αντί να δρουν βάσει ενός καλά οργανωμένου σχεδίου, μιας μεγάλης στρατηγικής, προϊόν μιας εξίσου μεγάλης θεωρίας, νομίζουμε ότι οι Μπολσεβίκοι πολλές φορές βρέθηκαν να προχωρούν στα τυφλά, αντιμέτωποι με απρόβλεπτες καταστάσεις που κανένα σχέδιο δεν θα μπορούσε να έχει λάβει υπόψη του.[53] Εξίσου, όμως, το ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί με τους όρους μιας προδομένης επανάστασης,[54] της ανάδειξης, δηλαδή, αυταρχικών και ανίκανων προσώπων, που σφετερίστηκαν τα επιτεύγματα του Οκτώβρη. Αντίθετα, αυτό στο οποίο αξίζει να επιμείνει κανείς είναι, μάλλον, τα βαθύτερα πολιτισμικά γνωρίσματα του τρόπου του Λένιν και των Μπολσεβίκων. [1]Β.Ι. Λένιν, Για το Κράτος, Σύγχρονη Εποχή, 2013. Η ομιλία στο Σβερντλόφ είναι διαθέσιμη και στο http://www.komep.gr/2010-teyxos-4/gia-to-kratos.   [2]«Ο Βλαντιμίρ Λένιν γράφει για τον Κάρλ Μάρξ», Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Γκρανάτ, τόμ. 28, 1915, http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%A%CF%81%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%BA%CE%B%CF%81%CE%BB-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE. [3]Αυτ. [4] Σάββας Μιχαήλ, «Ο Λένιν και η Ατραπός της Διαλεκτικής», Ουτοπία, τχ. 2, Ιούλιος-Αύγουστος 1992, σ. 31 και 33. [5]Αυτ., σ. 40. [6] Αυτ., σ. 33. [7] Aυτ. και Michael Löwy, «From the “Logic” of Hegel to the Finland Station in Petrograd», Critique: Journal of Socialist Theory, τόμ. 6, τχ. 1, 1976. [8]Chris Curtone, «Ο Φιλευθερισμός του Λένιν», μτφρ. Θ. Βελισσάρης, http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=608. βλ. και «Lenin’s politics: A rejoinder to David Adam on Lenin’s liberalism», Playpus Review 40, Οκτώβριος 2011, http://platypus1917.org/2011/09/25/lenins-politics/. [9]Στο παρόν σημείωμα δεν αναφερόμαστε καθόλου στον τρόπο με τον οποίο ο Λένιν αντιλαμβάνεται την ταξική και την πολιτική συνείδηση. Ούτε, συνακόλουθα, στο ζήτημα των σχέσεων μεταξύ κομματικής πρωτοπορίας και προλεταριακής μάζας. [10]Σε μια χαρακτηριστική του αποστροφή, σχετικά με τον επιστημονικό προσδιορισμό των όρων του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, ο Λένιν θα πει: «Η μεγάλη σημασία των διασαφήσεων του Μαρξ συνίσταται στο ότι ο Μαρξ εφαρμόζει και εδώ με συνέπεια την υλιστική διαλεκτική, τη διδασκαλία της εξέλιξης, θεωρώντας τον κομμουνισμό σαν κάτι που αναπτύσσεται από τον καπιταλισμό. Αντί για σχολαστικά επινοημένους, “σκαρωμένους” ορισμούς και άκαρπες συζητήσεις γύρω από τις λέξεις (τι είναι σοσιαλισμός και τι κομμουνισμός), ο Μαρξ δίνει την ανάλυση εκείνου που θα μπορούσαμε να ονομάζουμε βαθμίδες της οικονομικής ωριμότητας του κομμουνισμού». Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, μτφρ. Φ. Φωτίου, Θεμέλιο, 1976, σ. 179-180. [11]Αν η διαλεκτική μέθοδος που χρησιμοποιεί ο Λένιν μπορεί να περιγραφεί υπό τους όρους μιας εναρκτήριας κατάφασης αυτού που υπάρχει, η οποία τείνει έτσι στην αναπαραγωγή και διαιώνισή του με τα ίδια μέσα, τότε πως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε έναν τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας που να μη διαπράττει αυτό το σφάλμα; Ποια μορφή μπορεί να λάβει η κριτική θεώρηση και πράξη που δεν εκκινεί από την κατάφαση; Ως προς αυτό το κρίσιμο ερώτημα, πηγή έμπνευσης μπορεί να αποτελέσει μια ρομαντικά διαποτισμένη αντικαπιταλιστική στάση. Σε αυτή την περίπτωση αυτό από το οποίο εκκινούμε δεν είναι η αποδοχή μεν, του αντιφατικού δε παρόντος μας, αλλά η πρωταρχική άρνησή του. Εδώ η αφετηρία δεν βρίσκεται στο έδαφος της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, αλλά στο αξιακά και σημασιακά ανατιμημένο προκαπιταλιστικό παρελθόν. Η αρχική εκτίμησή μας για το εκσυγχρονισμένο και αγοραίο σήμερα είναι εξαρχής αυτή της έλλειψης, της απώλειας, εν τέλει της εξορίας από ό,τι έχει αυτό να προσφέρει. Όπως ισχυρίζονται οι Robert Sayre και Michel Löwy, «[η] ρομαντική ευαισθησία θεμελιώνεται πάνω στην εμπειρία της απώλειας, στην οδυνηρή πεποίθηση ότι μέσα στη νεωτερική καπιταλιστική πραγματικότητα κάτι πολύτιμο έχει χαθεί, για το άτομο αλλά συγχρόνως και για την ανθρωπότητα. […] Αυτή η απώλεια είναι έντονα αισθητή και συχνά βιώνεται σαν μια εξορία». Βλ. το έργο τους Ρομαντισμός Εναντίον Καπιταλισμού, μτφρ. Ρ.Πέσσαχ, Έρασμος, Αθήνα, 2015. Μια μη καταφατική προσέγγιση θα μπορούσε ακόμη να αντλήσει από ιστορικά και ανθρωπολογικά ενημερωμένες κριτικές αναλύσεις της καπιταλιστικής εποχής, οι οποίες αναδεικνύουν τον εξαιρετικό και πρωτόφαντο χαρακτήρα της κοινωνίας της αγοράς, ιδωμένης υπό το φως όχι μόνο του δυτικού προνεωτερικού κόσμου, αλλά και μέσα από το βλέμμα άλλων, μη δυτικών πολιτισμών. Βλ. π.χ. Karl Polanyi, Η Απαρχαιωμένη Αγοραία Νοοτροπία μας, μτφρ. Γ. Περτσάς, επιμ. Π. Μανιάτης, Στάσει Εκπίπτοντες, 2014, φυσικά Καρλ Πολάνυι, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, μτφρ. Κ. Γαγανάκης, Νησίδες, 2007 και Μαρσέλ Μώς, Το Δώρο. Μορφές και Λειτουργίες της Ανταλλαγής, μτφρ. Άννα Σταματοπούλου-Παραδέλλη, Καστανιώτης, Αθήνα 1999. Τέλος, μια τρίτη εκδοχή κριτικής σε αυτό που υπάρχει, η οποία αποφεύγει την κατάφαση του προκειμένου να το αρνηθεί μετά διαλεκτικά, μπορεί να εμπνευστεί από ένα κριτικό διάβημα που εκκινεί όχι από τους κυρίαρχους κοινούς τόπους, αλλά από τα περιθώρια, τις κοινωνικές και πολιτισμικές κόγχες, τις ετεροτοπίες του σήμερα, όπου όμως εξασκούνται εναλλακτικές πρακτικές και δοκιμάζεται η καλλιέργεια διαφορετικών κοινωνικών σημασιών. Βλ. ενδεικτικά Μισέλ Φουκώ, Ουτοπίες και Ετεροτοπίες, μτφρ. Π. Καλαμαράς, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2015. Παραπλήσια προς αυτή, μπορεί να θεωρηθεί και εκείνη η γενεαλογικά ενημερωμένη κοινωνική κριτική που θέτει ως προγραμματικό της στόχο την αποξένωσή μας από αυτό που υφίσταται, την υπονόμευση της πίστης μας στον αιώνιο και αυτονόητο χαρακτήρα του και στη δυνατότητα οικουμενικής εφαρμογής του, συμβάλλοντας έτσι στο ξεκούνημά μας από τη θέση αποδοχής του, μέσα από την έκπληξη και την αίσθηση του ανοίκειου που μια τέτοια προσέγγιση είναι ικανή να παραγάγει. Βλ. Michel Foucault, «Questions of Method», στο Graham Burchell και Colin Gordon / Peter Miller (επιμ.), The Foucault Effect: Studies in Governmentality, The University of Chicago Press, 1991 και «What is Critique?» στο Michel Foucault, The Politics of Truth, Semiotexte, 1997. [12]Valentino Gerratana, Εισαγωγή στο Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 49, όπου γίνεται λόγος για το «θεμελιακό υλιστικό κριτήριο του Λένιν που […] στηρίζει όλη του την ανάλυση και επαφίεται εδώ στη διαδικασία απλούστευσης των κρατικών λειτουργιών που είχαν αρχίσει οι ίδιες οι πρόοδοι του καπιταλιστικού πολιτισμού». [13]Για τα μέσα που δημιουργεί ο καπιταλισμός στα διάφορα πεδία της ζωής ως προϋπόθεση του κομμουνισμού βλ. ενδεικτικά Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 118-119, 163-164, 180, 182. [14]Β.Ι. Λένιν, Κείμενα για το Κράτος, Σύγχρονη Εποχή, 2013, σ. 92. [15]Β.Ι. Λένιν, Για τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Κείμενα 1917-1923, εκδόσεις Α/συνέχεια, χ.χ., σ. 232. [16]Για τη σχέση της καταφατικής διαλεκτικής με τον τεϋλορισμό στο έργο του Λένιν βλ. V.I. Lenin «A “Scientific” System of Sweating», Πράβντα Νο. 60, Μάρτιος 1913 και «The Taylor System-Man’s Enslavement by the Machine», Πράβντα Νο. 35, Μάρτιος 1914. Βλ επίσης Victor G. Devinatz, «Lenin as Scientific Manager under Monopoly Capitalism, State Capitalism and Socialism: A Response to Scoville», Industrial Relations, τόμ. 42, τχ. 3 Iούλιος 2003. Για το πολύ ενδιαφέρον ζήτημα της σχέσης του Λένιν με τον τεϋλορισμό και της εφαρμογής ή μη της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας στη Σοβιετική Ρωσία βλ. James G. Scoville, «The Taylorization of Vladimir Illich Lenin», Industrial Relations, τόμ. 40, τχ. 4, Οκτώβριος 2001, Rainer Traub, «Lenin and Taylor: the Fate of ‘Scientific Management’ in the (early) Soviet Union, Telos, τόμ. 37, 1978 και Daniel A. Wren και Arthur G. Bedeian, «The Taylorization of Lenin: Rhetoric or Reality?», International Journal of Social Economics, τόμ. 31, τχ. 3, 2004. Τέλος, κλασσική αναφορά πάνω στο ζήτημα αποτελεί, φυσικά, και το Ρομπέρ Λινάρ, Ο Λένιν-Οι Αγρότες-Ο Τεϋλορ, μτφρ. Βαρβάρα Δεληβοριά, Κουκκίδα, Αθήνα 2018. [17]Το επιχείρημα αυτό μπορεί να υποστηριχθεί τουλάχιστον στο επίπεδο των κειμένων και μόνο για μια ορισμένη περίοδο του έργου του Λένιν. Ξανά, κατά την περίοδο εφαρμογής της ΝΕΠ, νομίζουμε ότι δεν τίθεται ζήτημα μιας καταφατικής διαλεκτικής, αλλά μιας απλής, όσο και επείγουσας, κατάφασης από μέρους του της ταχύτερης δυνατής εισαγωγής της εκμηχάνισης και του τεϋλορισμού στο νεοσύστατο προλεταριακό κράτος. Βλ. ενδεικτικά τα κείμενα « Για τον Φόρο σε Είδος» και «Η Νέα Οικονομική Πολιτική και τα Καθήκοντα των Επιτρόπων Πολιτικής Διαφώτισης» στο Β.Ι. Λένιν, Για τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Κείμενα 1917-1923, ό.π. [18]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 118. [19]Κυρίως από το Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους. [20]Β.Ι. Λένιν, Κείμενα για το Κράτος, ό.π, σ. 17. [21]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 70. Για το ζήτημα του κράτους σε σχέση ακριβώς προς τις κοινωνικές τάξεις βλ. το κεφάλαιο Ι («Ταξική κοινωνία και κράτος»). [22]Αυτ., σ. 68-69. [23]Χαρακτηριστικά ο Λένιν θα περιγράψει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το ιμπεριαλιστικό μοίρασμα της λείας μεταξύ των αντιμαχόμενων ως την «καταβρόχθιση όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία». Αυτ., σ. 72. Ως προς αυτή τη ριζική εξωτερικότητα που αποδίδει ο Λένιν στο κράτος, η οποία τον οδηγεί στο να παρακάμψει τη σημασία των διάφορων μορφοποιήσεων του κρατικού φαινομένου (συνταγματικό, φιλελεύθερο, προνοιακό), αξίζει να αναρωτηθεί κανείς αν αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι εστιάζει στο παράδειγμα της, επί της ουσίας ακόμη απολυταρχικής-τσαρικής, Ρωσίας της εποχής, που τον ενδιαφέρει και άμεσα πολιτικά ή στη μέθοδό του, που του υπαγορεύει το συστηματικό προσπέρασμα των παραλλαγών ενός φαινομένου προκειμένου να διεισδύσει στον πυρήνα του, στη βαθύτερη ουσία του. [24]Δύο έννοιες διαφορετικές, που όμως αρκετές φορές η μεταξύ τους σχέση παραμένει θολή και ακαθόριστη κλίνοντας, έτσι, προς την μεταξύ τους ταύτιση και εναλλάξιμη χρήση. Μια τέτοια σύγχυση νομίζουμε ότι παρατηρείται στα Γιάννης Πλάγγεσης, «Ο Λένιν και η Φιλοσοφία», Ουτοπία, τχ. 62, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004, σ. 189-191 και Λουί Αλτουσέρ, «Γιατί το Κράτος είναι μία Μηχανή», Θέσεις, μτφρ. Μ. Σκομβούλης τχ. 113, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010. [25]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 94. [26]Αυτ., σ. 200. [27]Ίσως μία από τις πιο ευσύνοπτες και γλαφυρές περιγραφές αυτής της στιγμής εξαίρεσης μπορεί να βρεθεί στο, γραμμένο τον Απρίλη του 1917, V.I. Lenin, «The Dual Power», Πράβντα, ν. 28, 9 Απριλίου 1917, https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/apr/09.htm. [28]Valentino Gerratana, Εισαγωγή στο Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 46. [29]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 74. [30]Αυτ. [31]Δύο από τα βασικά καθήκοντα του προλεταριακού κράτους, του κράτους δηλαδή που έχει περιέλθει στα χέρια των επαναστατημένων προλετάριων ή καλύτερα της κομματικής πρωτοπορίας των επαναστατημένων προλετάριων, είναι η «κατάπνιξη της αντίστασης των εκμεταλλευτών και […] η καθοδήγηση της τεράστιας μάζας του πληθυσμού, της αγροτιάς, των μικροαστών, των μισοπρολετάριων για να “διευθετήσει” τη σοσιαλιστική οικονομία». Αυτ., σ. 90. [32]Αυτ., σ. 91. [33]Αυτ., σ. 99. [34]Αυτ., σ. 100-101. [35] Για τη διάκριση του Λένιν ως προς τους σοσιαλδημοκράτες στο επίπεδο της τακτικής βλ. Πωλ Ματίκ, Λούξεμπουργκ εναντίον Λένιν, https://athens.indymedia.org/post/1552950/. [36]Η εμφατική ανάδειξη αυτής της θέσης βρίσκεται κυριολεκτικά παντού στο κείμενο, επαναλαμβανόμενη ακούραστα με όλους τους δυνατούς τρόπους. Συνεπώς, μας φαίνεται ότι κάθε σχετική παραπομπή περιττεύει. [37]Φρίντριχ Ένγκελς, Εισαγωγή στο Καρλ Μαρξ, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Πρόλογος-Μτφρ. Π. Σκουφής, Θεμέλιο, 2014, σ. 36. [38]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., σ. 200. [39]Για το καίριο αυτό ζήτημα βλ. Mel Rothenberg, «Lenin on the State», Science &Society, τόμ. 59, τχ. 3, Φθινόπωρο 1995, σ. 425-430. [40]Για τον συλλογισμό αυτόν βλ. ειδικότερα το κεφάλαιο «Οι Οικονομικές Βάσεις της Απονέκρωσης του Κράτους», Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π.. [41]Αυτ., σ. 202-203. [42]Αυτ., σ. 185 και 155. [43]Αυτ., σ. 86. [44] Για τη γενικότερη σχέση των επιστημονικών αξιώσεων του κομμουνισμού με την πολιτική βλ. το πολύ ενδιαφέρον Pierre Dardot, «Ο “Επιστημονικός Κομμουνισμός” μπορεί να είναι πολιτικός;», μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Ουτοπία, τχ. 100, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, 2012. [45]Αυτ., σ. 183-184. [46]Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π., βλ. τις σ. 118-119 και 182-184 ως τις πλέον ενδεικτικές στιγμές αυτής της συλλογιστικής. [47]Αυτ., σ. 182. Ο θαυμασμός του Λένιν για την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας του ταχυδρομείου είναι αξιοσημείωτος. Φαίνεται πως η διοικητική και επιχειρησιακή λογική που ενσαρκώνεται σε αυτόν τον θεσμό τον καθιστά ιδιαίτερα χρήσιμο για την εξ αποστάσεως διακυβέρνηση του πληθυσμού, ειδικά μιας τόσο αχανούς χώρας όπως η Ρωσία. Εκστασιασμένος από τη λειτουργία του, ο Λένιν θα αναγορεύσει το ταχυδρομείο σε «πρότυπο σοσιαλιστικού νοικοκυριού» και σε πρότυπο οργάνωσης της λαϊκής οικονομίας. Αυτ., σ. 119. [48]Σε μεταγενέστερα κείμενά του, ο Λένιν μοιάζει να πιστεύει ότι το γραφειοκρατικό φαινόμενο δεν σχετίζεται με τον συγκεντρωτισμό, αλλά με την απουσία του. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζει μία από τις πηγές της γραφειοκρατίας στον κατατεμαχισμό της αγροτιάς, στη διασπορά των μικροπαραγωγών, στη φτώχεια και την αγραμματοσύνη τους. Όπως θα υποστηρίξει, «όσο πιο κατατεμαχισμένη είναι η αγροτιά, τόσο πιο αναπόφευκτη είναι η γραφειοκρατία στο κέντρο», Β.Ι. Λένιν, Για την σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Κείμενα 1917-1923, ό.π., σ.201 και 228-230. Βλ ακόμη Στηβ Σμίθ, Η Ρώσικη Επανάσταση. Μια Σύντομη Εισαγωγή, μτφρ. Γ. Αβραμίδης, Εκδόσεις Θύραθεν, 2015, σ. 136-137. [49]Η ιστορική πραγματικότητα του νεότευκτου σοβιετικού κράτους μάλλον επιβεβαιώνει τη δική μας εκδοχή, παρά τους τεχνοκρατικά αντικρατικούς οραματισμούς του Λένιν. Με τα λόγια ενός εργαζόμενου στην 9η Πανρωσική συνδιάσκεψη του Κόμματος το 1920: «Θα πεθάνω μισώντας του σπέτσι… Πρέπει να τους κρατάμε με σιδερένια μέγγενη, όπως κάποτε μας κρατούσαν αυτοί». Βλ. Στήβ Σμίθ, Η Ρώσικη Επανάσταση. Μια Σύντομη Εισαγωγή, ό.π., σ. 104. Επίσης, αξίζει να αναφερθούμε στο σύνθημα των εξεγερμένων ανθρακωρύχων στο Σάκχτι το 1927, ενάντια στους νέους παραγωγικούς στόχους που επέβαλε η διεύθυνση: «Νικήστε τους κομμουνιστές και τους ειδικούς». Αυτ., σ. 146. Για τις όψεις της γραφειοκρατίας στη Σοβιετική Ρωσία βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η Γραφειοκρατική Κοινωνία Ι, μτφρ. Έ. Παπαδοπούλου, Α. Χόπογλου, ύψιλον/βιβλία, 1985. [50]Η εμμονή του Λένιν με τον έλεγχο, την καταγραφή και την εποπτεία διαπερνά μεγάλο μέρος του Κράτος και Επανάσταση, αλλά φτάνει σε επίπεδα παραληρήματος στα κείμενα του κατά τη φάση της εφαρμογής της ΝΕΠ, δηλαδή της εισαγωγής του κρατικού καπιταλισμού από τον ίδιο τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους. Βλ. ενδεικτικά, Β.Ι. Λένιν, Για την σοσιαλιστική Οικοδόμηση. Κείμενα 1917-1923, ό.π., σ. 206-209, 211, 225, 235-236, 240-243. [51]Αν και, είναι η αλήθεια, με «ίση δουλειά και ίση πληρωμή». Β.Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, ό.π.., σ. 183. [52]Εφόσον η ερμηνεία μας αυτή δεν σφάλλει οικτρά, ίσως θα άξιζε να αναρωτηθούμε, έστω φευγαλέα, ποια θα ήταν η πολιτική στάση του Λένιν απέναντι στα θαυμαστά επιτεύγματα της λεγόμενης τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης. Στην εποχή του e-governance και των τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, της διάχυσης του αυτοματισμού και των εφαρμογών της ρομποτικής ακόμη και στις πιο απλές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, του μεταρασιοναλιστικού μάνατζμεντ εντός και εκτός του χωροχρόνου της εργασίας, των γιγαντιαίων βάσεων δεδομένων και των καρτών ψηφιακής καταγραφής ζούμε άραγε στις όχθες κάποιας μεταμοντέρνας τεχνογραφειοκρατικής δυστοπίας ή ο κομμουνισμός είναι ήδη εδώ και το μόνο που μας μένει είναι να τσακίσουμε τον μηχανισμό και να άρουμε την αντίφαση; [53]Ως προς αυτό το ζήτημα μάλλον συμφωνούμε με τις παρατηρήσεις του Στηβ Σμίθ. Βλ. Η Ρώσικη Επανάσταση. Μια Σύντομη Εισαγωγή, ό.π., σ. 215-229. Τις περισσότερες φορές οι Μπολσεβίκοι απάντησαν στα προβλήματα της στιγμής επιλέγοντας την εύκολη και δοκιμασμένη λύση, δηλαδή την επαναφορά και την επαναχρησιμοποίηση του παλιού, απολυταρχικού, κρατικού μηχανισμού. Για την επαναφορά της στρατολογίας από τον Τρότσκυ, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας παραδοσιακού τύπου στρατός, βλ. αυτ., σ. 70. Για την αναδημιουργία ενός, τσαρικής προέλευσης, απολυταρχικού κράτους με προλετάριους ως γραφειοκράτες, βλ. Mel Rothenberg, «Lenin on the State», ό.π., σ. 429-430. [54]Domenic Losurdo, «Ο Στάλιν, οι Διαψεύσεις του Επαναστατικού Μηχανισμού και ο Μύθος της Προδομένης Επανάστασης», μτφρ. Δ. Μόσχου, Ουτοπία, τχ. 77, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2007.