Ο Λένιν… νομιμοποίησε την αναρχική απογύμνωση των τσιφλικάδων προς όφελος των αγροτικών μαζών και ίδρυσε έτσι για πρώτη και πιθανότατα για τελευταία φορά στη Ρωσία αυτή την τάξη των χειραφετημένων χωρικών που, από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, αποτέλεσε το σταθερότερο στήριγμα των δυτικών εθνών.

Hannah Arendt, Το ολοκληρωτικό σύστημα

 

Επαναφέρουμε εδώ στη συζήτηση δύο κείμενα εξαιρετικής σημασίας. Στην πραγματικότητα το ένα αποτελεί συνέχεια του άλλου. Και τα δύο μαζί σκιαγραφούν μια πολιτική αντίθετη μ’ εκείνη που υποστήριξε ο Τρότσκι και εφάρμοσε ο Στάλιν με τη βίαιη κολεκτιβοποίηση 1929-1933. Πρόκειται για τα κείμενα:

  • Για τον συνεταιρισμό, του Λένιν.
  • Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και η συμμαχία με την αγροτιά, του Μπουχάριν.

–  Το κείμενο του Λένιν είναι ένα από τα τέσσερα τελευταία του και αποτελεί ένα είδος πολιτικής διαθήκης, εάν τον είχαν ακούσει ίσως και να υπήρχε η ΕΣΣΔ σήμερα.

Το κείμενο του Μπουχάριν αποτελεί μια περιεκτική σύνοψη της άποψης την οποία θα υποστηρίξει εναντίον του Στάλιν (και του Τρότσκι) η λεγόμενη «δεξιά» της ηγεσίας του κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ο Μπουχάριν αναπτύσσει τη λενινιστική γραμμή μένοντας πιστός στο πνεύμα της αν και του λείπει πάθος, η φλόγα και η τόλμη του Λένιν. Ο Μπουχάριν δεν ήταν Λένιν.

Εξαιτίας της κολεκτιβοποίησης το καθεστώς που γεννήθηκε μέσα από τη Μεγάλη Ρωσική Επανάσταση τελικά αποτέλεσε μια ανορθογραφία της ιστορίας, μια ανορθογραφία που πληρώθηκε με πολύ αίμα.

Αν έχει ένα κάποιο δίκιο η Άρεντ υποστηρίζοντας ότι τη στιγμή του θανάτου του Λένιν κανένας δρόμος δεν ήταν κλεισμένος και ότι δεν ήταν αναπόφευκτη η μετατροπή της μονοκομματικής δικτατορίας σε ολοκληρωτική κυριαρχία, θα άξιζε να εξετάσουμε αυτή τη δεύτερη λύση που υποστηρίζουν εναντίον των Τρότσκι Στάλιν οι Λένιν-Μπουχάριν.

 

Ούτε ο Λένιν, ούτε ο Μπουχάριν αμφισβήτησαν ποτέ τη μονοκομματική δικτατορία, την απαγόρευση των άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων, το πνίξιμο της εσωκομματικής δημοκρατίας, την ουσιαστική  κατάργηση των πολιτικών ελευθεριών. Δεν πρότειναν ποτέ κάποια δημοκρατία των συνεταιρισμένων παραγωγών, την άμεση δημοκρατία, τη γενικευμένη αυτοδιαχείριση. Το έδαφος πάνω στο οποίο κινείται η πρότασή τους –ο Λένιν μάλιστα είναι ιδιαίτερα σαφής επ’ αυτού– είναι ο λεγόμενος κρατικός καπιταλισμός. Και όμως αυτή η διαφορά ανάμεσα στη μονοκομματική δικτατορία και την ολοκληρωτική κυριαρχία που επισημαίνει η Άρεντ, είναι πολύ σημαντική και θα εξηγήσουμε το γιατί.

Κατ’ αρχήν τρία είναι τα επίδικα ζητήματα και συνδέονται στενά μεταξύ τους:

  • Εργατοαγροτική συμμαχία ή εξάλειψη των αγροτών σαν τάξης (για την οποία «η εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξης» ήταν μόνο το μέσο);
  • Δημοκρατικά οργανωμένες, με εθελοντική συμμετοχή και στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας συνεταιριστικές επιχειρήσεις ή ολοκληρωτική επιβολή της κρατικής (όχι κοινωνικής) ιδιοκτησίας και του γραφειοκρατικού σχεδιασμού, στρατιωτικοποίηση της εργασίας, «γενικευμένη κρατική μισθωτή εργασία» κτλ;
  • Ισορροπημένη ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας, της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών και της παραγωγής μέσων παραγωγής ή γρήγορη εκβιομηχάνιση με τον εξανδραποδισμό των αγροτών, την σύνθλιψη των εργατικών μισθών και την εκτεταμένη χρήση της στρατοπεδικής εργασίας;

Ο Λένιν έρχεται με το άρθρο του να αναδείξει τον ξεχωριστό ρόλο του συνεταιρισμού, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού με τη συμμετοχή των πολλών εκατομμυρίων μικρών και πολύ μικρών αγροτών, στα πλαίσια της Νέας Οικονομικής Πολιτική (ΝΕΠ), που κατ’ αυτόν χρειάζεται να διαρκέσει μια ολόκληρη εποχή.

Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, υποστηρίζει ο Λένιν, αποτελούν στη Σοβιετική ένωση, την περίοδο της ΝΕΠ, μια τρίτη μορφή επιχειρήσεων δίπλα στο επιχειρήσεις συνεπούς σοσιαλιστικού τύπου (τις κρατικές) και τις ιδιωτικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις (374)[1]. Ο συνεταιρισμός σ’ ένα καπιταλιστικό κράτος δεν αποτελεί παρά ένα συλλογικό καπιταλιστικό οργανισμό, όμως, συνεχίζει ο Λένιν, σε ένα εργατικό κράτος και με τα μέσα παραγωγής στα χέρια της εργατικής τάξης, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις «δεν διαφέρουν… από τις σοσιαλιστικές» και πλέον: «ο συνεταιρισμός στη χώρα μας, χάρη στην ιδιομορφία του κρατικού μας καθεστώτος, αποκτά εντελώς ξεχωριστή σημασία» (375). «Ο φανταστικός χαρακτήρας των σχεδίων των παλιών συνεταιριστών αρχίζοντας από τον Ρόμπερτ Όουεν» (σ. 375) συνίσταται στο ότι δεν λάμβαναν υπόψη τους την πάλη για την ανατροπή της κυριαρχίας της τάξης των εκμεταλλευτών και για την εργατική εξουσία. Όμως «στη χώρα μας η ανατροπή αυτή έχει τώρα συντελεστεί και πολλά από εκείνα που στα όνειρα των παλιών συνεταιριστών ήταν φανταστικά ή και ρομαντικά ή ακόμα και φτηνά, γίνονται τώρα η πιο καθαρή πραγματικότητα» (369, 375). Με την κρατική εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης «κοιτάξτε πως άλλαξαν τα πράγματα» (375)∙ «τώρα έχουμε το δικαίωμα να πούμε ότι η απλή ανάπτυξη του συνεταιρισμού στη χώρα μας είναι ταυτόσημη με την ανάπτυξη του σοσιαλισμού» (376) και επίσης ότι «το σύστημα των πολιτισμένων συνεταιριστών όταν υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, και όταν το προλεταριάτο έχει νικήσει ταξικά την αστική τάξη, αυτό ακριβώς είναι και το σύστημα του σοσιαλισμού» (373).

Ο Λένιν ξεκαθαρίζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι ακριβώς χάρη στη ΝΕΠ «ο συνεταιρισμός αποχτά στη χώρα μας εντελώς ξεχωριστή σημασία» (369). Γράφει χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του ότι «με τη ΝΕΠ κάναμε μια παραχώρηση στον αγρότη σαν έμπορο, παραχώρηση στο ιδιωτικό εμπόριο. Από αυτό ακριβώς πηγάζει (αντίθετα από ό,τι νομίζουν μερικοί) η τεράστια σημασία του συνεταιρισμού. Ουσιαστικά, το να οργανώσουμε σε αρκετό πλάτος και βάθος τον πληθυσμό της Ρωσίας σε συνεταιρισμούς, όταν ακόμη κυριαρχεί η ΝΕΠ, είναι ό,τι μας χρειάζεται, γιατί τώρα βρήκαμε το μέτρο του συνδυασμού του ατομικού συμφέροντος, του ατομικού εμπορικού συμφέροντος με την παρακολούθηση και τον έλεγχο του από το κράτος, βρήκαμε το μέτρο υποταγής του ατομικού συμφέροντος στα γενικά συμφέροντα, πράγμα που πριν αποτελούσε την πέτρα του σκανδάλου για πάρα πολλούς σοσιαλιστές» (369).

Ο Λένιν λοιπόν βλέπει ένα συνεταιριστικό τομέα δίπλα στον αμιγώς κρατικό και συνδέει τον συνεταιρισμό με μια κοινωνικά ελεγχόμενη μη καπιταλιστική αγορά, στα πλαίσια μιας διαδικασίας οικοδόμησης του σοσιαλισμού που λίγο πολύ ταυτίζεται με τη ΝΕΠ. Αν στην αρχή ο Λένιν είδε τη ΝΕΠ απλώς σαν μια αναγκαία τακτική υποχώρηση υπό την πίεση των αγροτικών εξεγέρσεων (Ταμπόφ, κ.α.) και της Κρονστάνδης, πλέον, χάρη και στα αδιαμφισβήτητα επιτεύγματά της, την βλέπει σαν την μορφή που πρέπει να πάρει η εργατοαγροτική συμμαχία, σαν έναν τρόπο, και μάλιστα τον πιο ενδεδειγμένο, για να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στις ρωσικές συνθήκες. Ξεκαθαρίζει με τον πιο σαφή τρόπο την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στον συνεταιρισμό: «πρέπει το κράτος να χορηγήσει στους συνεταιρισμούς δάνεια που να ξεπερνούν έστω και λίγο τα ποσά που χορηγεί στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και να φτάνουν έστω και ως τα ποσά που χορηγεί στη βαριά βιομηχανία κτλ» (σ. 371). «Τώρα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να κάνουμε πράξη τούτο: το κοινωνικό σύστημα που πρέπει να υποστηρίξουμε παραπάνω από το συνηθισμένο είναι το συνεταιριστικό κίνημα» (σ. 371). Δεν θα μπορούσε να είναι πιο ρητή η αντίθεσή του με την πολιτική της πρωταρχικής σοσιαλιστική συσσώρευσης και της βίαιης κολεκτιβοποίησης που θα εφαρμοστεί λίγα χρόνια αργότερα. Ο Λένιν δεν βλέπει τη ΝΕΠ σαν μια ευκαιριακή πολιτική όπως ψευδώς ισχυρίζονται τροτσκιστές και σταλινικοί. Γράφει:

…η ΝΕΠ αποτελεί μια πρόοδο με την έννοια ότι προσαρμόζεται στο επίπεδο του πιο συνηθισμένου αγρότη και δεν του ζητάει τίποτα παραπάνω. Για να πετύχουμε όμως μέσω της ΝΕΠ να πάρει μέρος στο συνεταιρισμό ολόκληρος χωρίς εξαίρεση ο πληθυσμός, απαιτείται γι’ αυτό ολόκληρη ιστορική εποχή. Μπορούμε να περάσουμε αυτό το διάστημα στην καλύτερη περίπτωση μέσα σε δέκα – είκοσι χρόνια. Παρόλα αυτά όμως θα είναι μια ιδιαίτερη ιστορική εποχή… (σ. 372)

Λιγότερο από εφτά χρόνια μετά -στις 27 Δεκεμβρίου 1929 – ο Στάλιν στο λόγο του προς τους μαρξιστές ειδικούς του αγροτικού ζητήματος θα έστελνε τη ΝΕΠ «στο διάβολο»[2].

Η σχηματοποίηση: πολιτική εξουσία (σοβιέτ) + ανάπτυξη (διάδοση) των αγροτικών συνεταιρισμών με κρατική καθοδήγηση = σοσιαλισμός[3] από μια άποψη αποδίδει όντως τις ιδέες του Μπουχάριν (και του Λένιν, στο εν λόγω άρθρο). Από μια άλλη άποψη όμως όχι.

Ο ακρογωνιαίος λίθος της αντίληψης του Μπουχάριν (και του Λένιν) είναι η προτεραιότητα που αποδίδουν στη συμμαχία εργατών-αγροτών. Τον Μπουχάριν (και τον Λένιν) δεν τους ενδιαφέρει η θέληση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης ή η volonte generale του προλεταριάτου, αλλά η ενεργός συγκατάθεση της μεγάλης πλειοψηφίας του εργαζόμενου λαού. Βάζοντας στο παιχνίδι τους αγρότες προκαλούν ένα σημαντικό ρήγμα στο φαντασιακό-συμβολικό οικοδόμημα της Β΄ Διεθνούς. Θέτουν υπό διερώτηση, κατά κάποιον τρόπο, τον μεσσιανικό ρόλο που αποδίδει στο προλεταριάτο και διασταυρώνονται με τους προβληματισμούς των σοσιαλεπαναστατών τους οποίους κατά τα άλλα λοιδορούν στα κείμενά τους. Ο εργατισμός, τότε και τώρα, στρέφεται πρώτα απ’ όλα εναντίον των εργατών, ο Σαπίρ πολύ σωστά μίλησε για αντεργατικό εργατισμό. Ο εργατισμός αντλεί από την αίγλη του νεαρού τότε εργατικού κινήματος η οποία οφειλόταν στο ότι οι εργάτες δρώντας σαν άνθρωποι πήραν στα χέρια τους τα πιο ριζοσπαστικά χειραφετητικά προτάγματα της νεωτερικότητας. Αυτό όμως που κρυβόταν και κρύβεται πίσω από τον εργατισμό (της Β΄, της Γ΄ Διεθνούς και των επιγόνων τους) είναι η λατρεία της μηχανής και της τεχνολογίας, η γοητεία των μεγάλων αριθμών, ο μυστικισμός στο όνομα της επιστήμης, η μαζοποίηση των ανθρώπων και εν τέλει η ακόρεστη δίψα για εξουσία διανοουμένων οι οποίοι έχουν αφήσει στην άκρη τα ανθρωπιστικά ιδεώδη (π.χ. εκείνα της ρωσικής ιντελιγκέντσιας του 19ου αιώνα) και παίρνουν τους εαυτούς τους για τους μηχανικούς της ιστορίας.

Το διάβημα του Λένιν και του Μπουχάριν –όσο δειλό κι αν μας φαίνεται σήμερα– πρέπει να το κρίνουμε λαμβάνοντας υπόψη πόσο ισχυρές ήταν τότε, στην ιδεολογία, την τέχνη και τον πολιτισμό, οι φαντασιακές σημασίες που συνόδευαν τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Εναντίον της στροφής προς την αγροτιά ήταν η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η Λούξεμπουργκ, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές, οι αριστερές αντιπολιτεύσεις του μπολσεβίκικου κόμματος κτλ. Η σφοδρή κριτική του Μαρξ στη θεώρηση του πληθυσμού εκτός των εργατών σαν «μια αντιδραστική μάζα» είχε αποσιωπηθεί, ενώ η κινέζικη και η βιετναμέζικη επανάσταση ήταν ακόμα πολύ μακριά. Ο μαοϊκός Μπετελέμ υποστηρίζει σθεναρά τη ΝΕΠ και διάκειται ευνοϊκά στη «δεξιά παρέκκλιση» (Μπουχάριν) ακριβώς γιατί είναι μαοϊκός, δηλαδή υποστηρικτής της εργατοαγροτικής συμμαχίας.

Στο μικρό του βιβλίο, όλα τα ζητήματα που θίγει ο Μπουχάριν, τα αντιμετωπίζει από την σκοπιά της κεντρικής σημασίας που αποδίδει στην εργατοαγροτική συμμαχία.

  • Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού οφείλει να βασιστεί στην ισορροπημένη, στην αμοιβαία υποβοηθούμενη ανάπτυξη, και της γεωργίας και της βιομηχανίας. Γράφει: «η γεωργία είναι η βάση της οικονομίας μας. Η βιομηχανία μας είναι σχετικά λίγο αναπτυγμένη και η εξέλιξη της εξαρτάται από την εξέλιξη της γεωργίας. Και αυτή, λοιπόν, η γεωργία είναι στα χέρια των μικρών χωρικών, που κατέχουν πιο πολλές από είκοσι εκατομμύρια αγροτικές εκμεταλλεύσεις» (σ. 7). «Η ανάπτυξη της βιομηχανίας είναι έργο της ανάπτυξης της γεωργίας και αντίστροφα, η ανάπτυξη της γεωργίας είναι έργο της ανάπτυξης της βιομηχανίας» (σ. 48). «Η αλληλοϋποστήριξη της βιομηχανίας και της γεωργίας αποτελούν τον πρωταρχικό όρο για την σταθεροποίηση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με την αγροτιά, που χωρίς αυτή είναι αδύνατο να προχωρήσουμε προς το σοσιαλισμό» (σ.51).
  • Έχοντας βγάλει τα παραμορφωτικά γυαλιά του εργατισμού αναγνωρίζει ότι οι μεσαίοι χωρικοί αποτελούν την κύρια μάζα της αγροτιάς (σ. 53, 72). Περιγράφει δηλαδή τη ρωσική ύπαιθρο όπως οι σοσιαλεπαναστάτες[4]. Άλλωστε σύμφωνα με τον Μπετελέμ, το 1926-1927 οι φτωχοί αγρότες ήταν το 29,4%, οι μεσαίοι το 67,5% και οι κουλάκοι το 3,1% του αγροτικού πληθυσμού[5]. Ο Μπετελέμ υπολογίζει για το 1926-1927, το μέσο κατά κεφαλή (μέλους μιας οικογένειας) ετήσιο εισόδημα σε 78,6 ρούβλια για τους φτωχούς χωρικούς, σε 113,3 για τους μεσαίους, σε 239,9 για τους κουλάκους και σε 108,2 για τον εργάτη γης, ενώ σε 334,6 εκείνο του βιομηχανικού εργάτη[6]. Η εισοδηματική διαφοροποίηση στην ύπαιθρο είναι δηλαδή μόλις 1:3, ενώ στη σοσιαλιστική βιομηχανία 1:5 τον Φεβρουάριο του 1919 (την εποχή του πολεμικού κομμουνισμού)[7], 1:5 έως 1:8 το 1924[8] και πολύ μεγαλύτερη στη συνέχεια όταν θα εγκαταλειφθεί η ΝΕΠ.
  • «Ο συνεταιρισμός σχηματίζει τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στην προλεταριακή πόλη και τον εργαζόμενο κάμπο, ενώνει την πόλη με την αγροτιά» (63). Όμως για να μπορέσουν οι συνεταιρισμοί να παίξουν τον ρόλο τους «πρώτ’ απ’ όλα η εγγραφή στον συνεταιρισμό πρέπει να ‘ναι ελεύθερη. Και ακόμη, όλα τα μέλη της διοίκησης και οι υπάλληλοι του συνεταιρισμού πρέπει να εκλέγονται. Ο αγρότης δεν θα πάρει ενεργητικά μέρος, δεν θα του εμπιστευτεί το κτήμα του, αν οι υπάλληλοι υποδείχνονται από ανώτερα όργανα. Θέλει να ‘χει ανθρώπους που να τους γνωρίζει και που να τους έχει εμπιστοσύνη» (σ. 103). Ελεύθερες εκλογές στους αγροτικούς συλλόγους, ελεύθερες εκλογές που θα αφορούν εκατό εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ ο διορισμός από τα πάνω ήταν εδώ και πολύ καιρό ο κανόνας όπως παραδεχόταν και ο Στάλιν τον Δεκέμβρη του 1923[9]!!!
  • Ο Μπουχάριν τονίζει τη σημασία της επαναστατικής νομιμότητας και τη συνδέει με την επαναφορά της κανονικότητας στην οικονομική ζωή. Αναγνωρίζει ένα σημαντικό ρόλο στην αγορά και στην απλή εμπορευματική παραγωγή για μια μεγάλη ιστορική περίοδο. Η αγορά μεσολαβεί τη σχέση πόλης-υπαίθρου (σ. 46, 47) και ο κρατικός τομέας μακροπρόθεσμα θα υπερισχύσει του ιδιωτικού μόνο χάρη στην ανώτερη οικονομική του αποτελεσματικότητα και όχι με διοικητικά μέτρα (σ. 70, 71). Όταν υπερασπίζεται ο Μπουχάριν την κανονικότητα και θέλει να περιορίσει την «κατάσταση εξαίρεσης» έχει βασικά κατά νου την προστασία των ανεξάρτητων (εμπορευματο)παραγωγών από «κάθε απρόβλεπτη επέμβαση, ακανόνιστη, αυθαίρετη» (σ.85). Γράφει: «Πως μπορεί [ο αγρότης] να διευθύνει κανονικά την εκμετάλλευσή του αν, σε κάθε στιγμή, μια βροχή από απρόβλεπτες διαταγές πέσει πάνω στο κεφάλι του κι αν δεν υπάρχουν νόμοι σταθεροί, γνωστοί, που σύμφωνα μ’ αυτούς θα μπορεί να κανονίζει τις υποθέσεις του; Η καινούρια κατάσταση, εντελώς διαφορετική από την κατάσταση της περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού, απαιτεί να είναι κανονικά διοργανωμένη η διοίκηση, θα υπάρχει μια διεύθυνση πάνω σε νόμους-βάσεις, που να μπορούν να ληφθούν υπόψη εκ των προτέρων» (σ. 85, 86)
  • Η εν λόγω επιστροφή στην κανονικότητα και η αναγνώριση ορισμένων δικαιωμάτων περιορίζονται ουσιαστικά στην οικονομία και αφορούν βασικά τον ανεξάρτητο (εμπορευματο)παραγωγό. Δεν έχουν να κάνουν με τις πολιτικές ελευθερίες ή τη δημοκρατική οργάνωση του πολιτικού κράτους. Ο Μπουχάριν υπερασπίζεται το μονοκομματικό κράτος, την απαγόρευση των άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων (σ. 98,105, 106), την πολιτική ανισότητα της αγροτιάς απέναντι στο προλεταριάτο, την ανισοτιμία εργατικής και αγροτικής ψήφου (σ. 98, 99). Υποστηρίζει ότι «πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στη συνεργασία μέσα στην κοινωνία και τη συνεργασία μέσα στην εξουσία» (σ. 77), πως η συμμαχία εργατικής τάξης με τους αγρότες «δεν σημαίνει ότι υπάρχει στη χώρα μας διαμοιρασμός της εξουσίας, δικτατορία δυο τάξεων, δηλαδή της εργατικής τάξης και της αγροτιάς» (σ.77)∙ «η δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή η οργάνωση του προλεταριάτου σε κεντρική εξουσία δεν είναι άλλο πράγμα από τη διεύθυνση των αγροτικών μαζών» (σ. 78).
  • Με την πραγματοποίηση μιας ενιαία οικονομίας, μιας οικονομίας που θα βασίζεται σ΄ ένα καθορισμένο σχέδιο (σ. 47, 63), μετά από ένα μεγάλο μεταβατικό διάστημα, «ολόκληρη η αγροτιά θα αφομοιωθεί στην εργατική τάξη» (σ. 80). «Στα βάθη του μέλλοντος… η ανάγκη της κρατικής καταπίεσης… εξαφανίζεται μαζί με κάθε πολιτική και διατηρείται μονάχα η επιστημονική επίβλεψη της κοινωνικής οικονομικής ζωής» (σ. 100).

Ο Μπουχάριν, στην αρχή εν μέρει και ο Στάλιν, ακολούθησαν τον δρόμο του Λένιν. Αυτός ο δρόμος δεν οδηγούσε στη γενικευμένη αυτοδιαχείριση, την άμεση δημοκρατία ή την κοινωνία χωρίς κράτος. Ίσως κατέληγε σε μια «σοσιαλιστική» οικονομία της αγοράς όπως αυτές σήμερα της Κίνας και του Βιετνάμ. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο δρόμος του Λένιν άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο μιας Τρίτης Επανάστασης, μιας επανάστασης για την πραγματική δημοκρατία των σοβιέτ και την κοινωνία των συνεταιρισμένων παραγωγών. Όσο και η μονοκομματική δικτατορία να περιόριζε τις πολιτικές ελευθερίες –και η Ρωσία είχε μια μακριά παράδοση σ’ αυτό– άφηνε ωστόσο σχετικά αλώβητο αυτό τον ασύλληπτο πλούτο κοινοτιστικών θεσμών της προεπαναστατικής Ρωσίας, ο οποίος για αιώνες ήξερε καλά να επιβιώνει διατηρώντας τα δημοκρατικά του χαρακτηριστικά κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς και πλέον είχε μετασχηματιστεί μέσα από την εμπειρία μιας μεγάλης, πολύ μεγάλης, νεωτεριστικής επανάστασής: με εκατό εκατομμύρια χωρικούς αυτοοργανωμένους στις κοινότητες τους να καλλιεργούν την κοινοτική γη, γη που κέρδισαν με το όπλο στο χέρι στα χρόνια της επανάστασης, με τα εργατικά συνδικάτα να διατηρούν ακόμη την ανεξαρτησία τους από το κράτος, με την κοινωνία αναγεννημένη μέσα σ’ ένα λαμπρό πολιτισμό, εκείνο της επανάστασης και των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων όλα ήταν ακόμη ανοιχτά.

Με το πέρασμα από την μονοκομματική δικτατορία στην ολοκληρωτική κυριαρχία, έγινε η πραγματική υπαγωγή της κοινωνίας στο κράτος, υπαγωγή που μόνο μερικά είχε συντελεστεί τη δεκαετία του ’20. Ένας σπουδαίος πολιτισμός συνεργασίας και αλληλεγγύης καταστράφηκε συθέμελα. Ποτέ και πουθενά αλλού, ο πόλεμος που αναλαμβάνει το κράτος εναντίον της κοινωνίας δεν διεξάχθηκε με τέτοια αγριότητα και με τόσα εκατομμύρια θύματα. Η αρπαγή των κοινών γαιών κατά τη λεγόμενη ‘κολεκτιβοποίηση’ είναι η πιο ορατή και πιο αιματηρή εκδήλωση αυτού του πολέμου, το επίδικο του οποίου ήταν η εκμηδένιση των κοινών, η κρατικοποίηση της ζωής στις πιο μύχιες διαστάσεις της.

Κάθε δυνατότητα για την «Τρίτη Επανάσταση» καταπνίγηκε από τη ρίζα της. Το καθεστώς που ίδρυσε ο Στάλιν θέρισε ότι έσπειρε. Όταν πέρασε ο καιρός του, καταλύθηκε από ανθρώπους αξιοπεριφρόνητους και γνήσια τέκνα του, ένα Γκορμπατσώφ, ένα Γέλτσιν.

Τιμή στον Μπουχάριν, τον Ρύκοφ, τον Τόμσκι και τους συντρόφους τους που έδωσαν μια από τις τελευταίες μάχες της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Όμως τον δρόμο που πήρε η Σοβιετική Ένωση από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ούτε τον σχεδίασε, ούτε τον άνοιξε μόνος του ο Στάλιν. Η πολιτική του είχε βαθιές ρίζες στην μπολσεβίκικη ιδεολογία και πρακτική, η οποία περιφρονούσε τη δημοκρατία και επένδυε στην κρατική ισχύ και σε μια τεχνολογία διαχείρισης των μαζών. Η ιδέα μιας (στρατηγικής) συμμαχίας με τον μέσο αγρότη ή ακόμα περισσότερο με τον ανεξάρτητο (εμπορευματο)παραγωγό –ιδέες σοσιαλεπαναστατικές– είχαν καταπολεμηθεί, προπάντων από τον Λένιν, σε όλη την ιστορική διαδρομή του μπολσεβικισμού. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Λένιν έκανε μια στροφή, που το κόμμα που είχε διαπαιδαγωγήσει ο ίδιος, αδυνατούσε να κατανοήσει και να παρακολουθήσει. Βαθύτερα το πρόβλημα ήταν μια αντίληψη για τον κομμουνισμό, που όχι απλώς είχε απεμπολήσει αλλά αντιμαχόταν ενεργά το πρόταγμα για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, που πρέσβευε ως στρατηγικό στόχο όχι την άμεση δημοκρατία αλλά την  αντικατάσταση της πολιτικής με την «επιστημονική επίβλεψη τη κοινωνικής οικονομικής ζωής» και δεν είχε σε καμία περιοπή την αναβαθμισμένη ζωή του πολίτη. Μια βαθιά κρατικίστικη αντίληψη η οποία έτεινε να ταυτίζει την κοινοκτημοσύνη με την κρατική ιδιοκτησία και έβλεπε σαν κατάργηση του κράτους την αντικατάσταση της δημόσιας ζωής με τη λεγόμενη «διαχείριση των πραγμάτων». Έτσι στην πράξη, αυτή η αντίληψη κατέληξε να συνδέσει το προχώρημα προς τον κομμουνισμό με τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας και την κατάργηση της διάκριση κράτους/κοινωνίας με την ενίσχυση της κρατικής εξουσίας μέχρι την πλήρη, χωρίς υπόλοιπα, απορρόφηση της κοινωνίας από το κράτος. Ότι βλέπει «στα βάθη του μέλλοντος» ο Μπουχάριν, εν τέλει δεν είναι και τόσο διαφορετικό από αυτό που βλέπει ο Στάλιν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από τη θερμή συνηγορία του Μπουχάριν και του Λένιν υπέρ των συνεταιρισμών απουσιάζει και η παραμικρή αναφορά στις αγροτικές κοινότητες, την αυθεντικά λαϊκή μορφή αυτοοργάνωσης των εργαζομένων του κάμπου, για την οποία ο Λένιν στο παρελθόν είχε εκφραστεί περιφρονητικά και εντελώς αξιώτικά.

 

Και μερικές ακόμα επισημάνσεις

 

Κατά την  περίοδο της ΝΕΠ η σοβιετική οικονομία δεν ήταν μια «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς, όπως σήμερα αυτές της Κίνας και του Βιετνάμ.

«Από τα αριστερά», η ΝΕΠ έχει επικριθεί μέσα και έξω από το μπολσεβίκικο κόμμα, σαν «επιστροφή στο καπιταλισμό». Παράδοξα στους επικριτές συγκαταλέγονται άνθρωποι που συντάσσονται με την εξέγερση της Κρονστάνδης ή βλέπουν με συμπάθεια τις αγροτικές εξεγέρσεις που είχαν απλωθεί σχεδόν σε όλη τη σοβιετική επικράτεια το 1920-1921 και καταγγέλλουν την σταλινική κολεκτιβοποίηση του 1929-1933.

Η παλινδρόμηση στον καπιταλισμό επί ΝΕΠ, αφορούσε κυρίως τη λειτουργία με ιδιοτικοοικονομικά κριτήρια των μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων (το λεγόμενο χοζραστσιότ) – οι καπιταλιστικού τύπου σχέσεις εξουσίας είχαν επιβληθεί στο σοβιετικό εργοστάσιο πολύ νωρίτερα ενώ η μισθωτή εργασία δεν αμφισβητήθηκε σχεδόν ποτέ. Την περίοδο της ΝΕΠ, ο ιδιωτικός τομέας απαρτιζόταν κυρίως από αυτοαπασχολούμενους, μικροεπιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούσαν μισθωτή εργασία. Το 1926-1927 στη λεγόμενη «καταχωρημένη βιομηχανία» (μονάδες με περισσότερους από 16 εργαζόμενους εάν γινόταν χρήση μηχανικής κινητήριας δύναμης ή με περισσότερους από 30 εάν δεν γινόταν), ο κρατικός τομέας κάλυπτε το 91,3% της ακαθάριστης βιομηχανικής παραγωγής, ο συνεταιριστικός το 6,4%, η ιδιωτική βιομηχανία το 1,8% και η εκχωρημένη σε ξένους το 0,5%∙ στην «μη καταχωρημένη βιομηχανία» (οι μικρότερες μονάδες), επίσης το 1926-1927, ο κρατικός τομέας κάλυπτε το 2%, ο συνεταιριστικός το 19% και ο ιδιωτικός το 79%. Συνολικά οι μικρές μονάδες έδιναν το 19,7% της ετήσιας παραγωγής και 85% αυτών των μικροεπιχειρήσεων δεν απασχολούσαν κανένα μισθωτό. Στην ιδιωτική βιομηχανία η παραγωγή ήταν πριν απ’ όλα βιοτεχνική και δεν βασιζόταν στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Ένα μεγάλο τμήμα της δεν βρισκόταν στις πόλεις αλλά ήταν «αγροτικό». Απασχολούσε προς το τέλος της ΝΕΠ 4,4 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 60% των εργαζομένων στη βιομηχανία. Τα 3,6εκατομμύρια από αυτούς εργάζονταν σε μονάδες εγκατεστημένες στα χωριά και το μεγαλύτερο μέρος τους (το 90%) ήταν συγχρόνως και αγρότες. Το 10% ήταν οργανωμένοι σε συνεταιρισμούς αναγνωρισμένους από το κράτος και ένα άλλο 10% σε «άγριους» συνεταιρισμούς. Από τους υπόλοιπους 860.000 εργαζόμενους της μικρής βιομηχανίας, αυτούς που δούλευαν στις πόλεις, μόνο 80.000 ήταν μισθωτοί εργάτες στη μικρή καπιταλιστική βιομηχανία∙ οι 780.000 ήταν ανεξάρτητοι βιοτέχνες[13].

Η ρωσική βιοτεχνία, φορέας μιας μακριάς παράδοσης και δεξιοτήτων που είχαν αποκτηθεί σε αιώνες, θα εκμηδενιστεί στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για ένα ακόμα έγκλημα του μπολσεβικισμού, όχι μικρότερο από τον βομβαρδισμό από τον Τουχατσέφσκι των γυναικόπαιδων των αγροτών με  χημικά αέρια κατά την αγροτική εξέγερση του Ταμπόφ∙ ένα έγκλημα που η στροφή του Λένιν λίγο πριν το τέλος του δεν κατάφερε να αποτρέψει. Παλιότερα οι ναρόντνικοι είχαν εξυμνήσει αυτές τις αγροτικές μανιφακτούρες θεωρώντας τες σαν υγιή εναλλακτική λύση απέναντι στην καπιταλιστική βιομηχανία των πόλεων. Ο Ε. Χ. Καρρ και ο Μπετελέμ έχουν τονίσει τον τεράστιο ρόλο τους στην κάλυψη των απλών αναγκών του αγρότη σε εργαλεία και σκεύη, σε ρούχα, σε έπιπλα και σε στοιχειώδη εξοπλισμό του σπιτιού[14]. Η εξαφάνιση της αγροτικής βιοτεχνίας και το κλείσιμο από το 1928 μαγαζιών και περιπτέρων, μαζί με την αφαίρεση των αδειών των πλανόδιων εμπόρων, θα συντελέσουν στην επιδείνωση των όρων ζωής στην ύπαιθρο, καθώς η κρατική βιομηχανία και τα κρατικά δίκτυα διανομής δεν θα καταφέρουν να τα υποκαταστήσουν.

Ο «δρόμος για τον σοσιαλισμό», λοιπόν, περνάει μέσα από την απαλλοτρίωση των γυρολόγων και των πραματευτάδων; Παλιότερα [το 1920] ο Μπουχάριν υποστήριζε ότι «μια απλή εμπορευματική οικονομία δεν είναι παρά το εμπόριο μιας καπιταλιστικής οικονομίας» και ότι στην ύπαιθρο, μετά τη νίκη του προλεταριάτου, η πάλη μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού συνεχίζεται ως πάλη του κρατικού σχεδιασμού και της κοινωνικοποιημένης εργασίας (προλεταριάτο) εναντίον της εμπορικής αναρχίας, της κερδοσκοπίας και της μικρής ιδιοκτησίας (αγροτιά)[15]. Παραλογισμοί; Σε κάθε περίπτωση αυτές τις απόψεις τις συμμερίζονται ακόμα και πολλοί αναρχικοί, οι οποίοι ταυτίζουν την αγορά με τον καπιταλισμό και ζητούν την άμεση κατάργηση των εμπορευματικών σχέσεων.

Πάντως το εμπόριο υπάρχει πολλές χιλιάδες χρόνια πριν τον καπιταλισμό, ίσως και πριν την ανάδυση των πρώτων κρατικά οργανωμένων κοινωνιών (5000 π.Χ. έναντι 2500 π.Χ.). Οικογενειακά δικαιώματα κτήσης (μιας θεσμικά συγκροτημένης εξουσίας αποκλεισμού), χρήσης και διάθεσης υπάρχουν σε όλες τις γνωστές κοινωνίες χωρίς κράτος. Η μορφή ιδιοκτησίας που συνδέεται ειδικά με τον καπιταλισμό, αν και προηγείται από αυτόν, είναι εκείνη της πλήρους κυριότητας. Η ιδιοκτησία μ’ αυτήν την μορφή είναι προϋπόθεση για την αυτορυθμιζόμενη αγορά, την κατεξοχήν καπιταλιστική αγορά, την οποία, κατά τον Πολάνυι χαρακτηρίζει η εμπορευματοποίηση της γης, της ανθρώπινης εργασίας και του χρήματος. Η γη, η εργασία και το χρήμα εμπορευματοποιούνται, αν εμπορευματοποιούνται, σε όλες τις προκαπιταλιστικές αγορές με πολλούς και αυστηρούς περιορισμούς.

Οι σοσιαλεπαναστάτες κατανοούσαν πολύ πιο ολοκληρωμένα τον σοσιαλισμό όχι μέσα από την κρατικοποίηση –ακόμα και των περιπτέρων ή των γυρολόγων– αλλά μέσα από την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και την απαγόρευση των αγοραπωλησιών γης. Ο κομμουνισμός συνδέεται μ’ ένα μεγάλο πλουραλισμό μορφών κοινωνικής ιδιοκτησίας που συνδυάζονται με ατομικά και οικογενειακά δικαιώματα χρήσης και διάθεσης, δεν έχει καμιά σχέση με την κρατική ιδιοκτησία ακριβώς γιατί πρεσβεύει την κατάργηση του κράτους. Το σοσιαλιστικό έλλειμμα της ΝΕΠ λοιπόν δεν είχε να κάνει ούτε με τις αγροτικές κοινότητες, ούτε με τους βιοτέχνες, τους γυρολόγους ή τους περιπτεράδες.

Στο δρόμο για μια ελεύθερη ανθρωπότητα όλο και περισσότερο οι ανταλλαγές δώρων και το μοίρασμα θα αντικαθιστούν τις εμπορευματικές σχέσεις∙ θα μπορέσει ποτέ αυτή η αντικατάσταση να είναι πλήρης; Αμφιβάλουμε. Το σίγουρο είναι ότι, η διαδικασία κατάργησης του κράτους δεν συνάδει με την ενίσχυση συγκεντρωτικών συστημάτων αναδιανομής –και μάλιστα σε πλανητική κλίμακα– τα οποία, και αυτό δεν το ακυρώνει η χρήση πληροφορικής κάθε άλλο, συνεπάγονται υποχρεωτικά ισχυρή κρατική εξουσία. Η συζήτηση, πάντως, για την έννοια και τις μορφές της ιδιοκτησίας και της κοινοκτημοσύνης, για την αγορά και το χρήμα –τις καπιταλιστικές και μη καπιταλιστικές τους μορφές– και για τους μετασχηματισμούς όλων αυτών κατά την μεταβατική περίοδο εκκρεμεί.

 

Λένιν: η κοινοτικοποίηση είναι κακό χειρότερο και από τον καπιταλισμό

Το 1899 ο Λένιν έγραφε ότι οι αγροτικές κοινότητες δεν επιτελούν κάποιου είδους «κοινοτική» ή «λαϊκή» παραγωγή αλλά αποτελούν ένα «συνηθισμένο μικροαστικό καθεστώς… την πιο βαθιά και στερεή βάση του καπιταλισμού»[16].

Το 1906, στο συνέδριο της Στοκχόλμης (το λεγόμενο «ενωτικό», το 4ο κατά τους μπολσεβίκους) συζητήθηκε διεξοδικά η πολιτική του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος για το αγροτικό ζήτημα. Οι μενσεβίκοι πρότειναν η γη που θα δημευόταν να μεταβιβαστεί στα «όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης», τα οποία θα παραχωρούσαν το διαρκές δικαίωμα χρήσης της στους αγρότες που την καλλιεργούσαν. Η λύση αυτή ήταν γνωστή σαν «κοινοτικοποίηση». Ο Λένιν υποστήριξε τη μεταβίβαση όλης της γης «στο σύνολο του λαού» (ή, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, στο κράτος). Η πλειοψηφία όμως των μπολσεβίκων υποστήριξε τη διανομή όσης γης δεν περνούσε στο κράτος ή στα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης στους αγρότες με πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας. Όταν ο Λένιν είδε ότι η πρότασή του δεν είχε καμία πιθανότητα να επικρατήσει, την απέσυρε και υποστήριξε την διανομή με πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας απέναντι στην κοινοτικοποίηση. Γι’ αυτόν η ατομική αγροτική ιδιοκτησία, όντας ουσιαστικά καπιταλιστική, αποτελούσε πρόοδο σε σχέση με το φεουδαρχικό σύστημα∙ χαρακτήρισε λοιπόν την πολιτική της διανομής απλά «λαθεμένη» και όχι «επιζήμια», ενώ εκείνη της κοινοτικοποίησης «και λαθεμένη και επιζήμια»[17]. Τελικά, επικράτησε η πρόταση των μενσεβίκων που υποστήριζε την κοινοτικοποίηση.

31-1-2019

 

[1]Η σελίδα που αναγράφεται κάθε φορά στην παρένθεση, όταν αναφερόμαστε στον Λένιν είναι από το Λένιν, Άπαντα, τόμος 45, ελλ. εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1988 και όταν αναφερόμαστε στον Μπουχάριν είναι από το Νικολάι Μπουχάριν, Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό και η συμμαχία με την αγροτιά, ελλ. εκδ. Γερ. Αναγνωστίδης.

[2]Σαρλ Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ περίοδος δεύτερη, ελλ. εκδ. Ράππας 1977, σ. 33.

[3]Γ. Λιοδάκης, Το επαναστατικό εγχείρημα του Οκτώβρη και η «Νέα Οικονομική Πολιτική», περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ, τευχ. 122, 2017.

[4]J. S., Οι αγρότες και η Επανάσταση, www.congress1917.gr

[5]Σαρλ Μπετεμέλ, ο .π., σ. 92.

[6]Στο ίδιο, σ.100.

[7]Έντουαρντ Χάλετ Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, τομ. 2, ελλ. εκδ. Υποδομή 1978, σ. 263.

[8]Σαρλ Μπετελέμ, ο. π,. σ.246, 247.

[9]Ι. Ντώυτσερ, Στάλιν, ελλ. εκδ. Χρησμός 1971, σ. 247.

[10]P. Boutonnet, Le retour du Parti socialiste-revolutionnaire dans l’actualité historiographique, Revue des etudes slaves LxxxVIII 1-2/2017.

[11]Έντουαρντ Χάλετ Καρρ, ο. π., τόμος 1, σ. 277.

[12]Σαρλ Μπετελέμ, ο. π., σ. 277.

[13]Στο ίδιο, σ. 142, 143, 190, 195, 196, 199.

[14]Έντουαρντ Χάλετ Καρρ, ο. π., τόμος ΙΙ, σ. 228 και Σαρλ Μπετελέμ, ο. π., σ.142.

[15]Έντουαρντ Χάλετ Καρρ, ο. π., τόμος ΙΙ, σ. 473. 474.

[16]Λένιν, Άπαντα, ο. π., τόμος 3, σ. 170.

[17]Έντουαρντ Χάλετ Καρρ, ο. π., τόμος ΙΙ, σ. 33, 34.