Γ. Λιοδάκης[1]

 

  1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Τιμή και δόξα πρέπει σ’ εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους ή αφιέρωσαν και την τελευταία ικμάδα της ζωής τους στο σκληρό και αδυσώπητο αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση, ακόμα κι αν τα δεδομένα και οι ιστορικοί περιορισμοί της εποχής τους δεν τους επέτρεψαν μια ενδεχόμενα ορθότερη εκτίμηση των καταστάσεων και πρόβλεψη των κοινωνικών εξελίξεων.  Και χρειάζεται σύνεση και σωφροσύνη από αυτούς, όπως εμείς σήμερα, που δεν έζησαν τα μεγάλα διλήμματα και τα φοβερά κοινωνικά αδιέξοδα πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, και δεν χρειάστηκε να πάρουν αποφάσεις μέσα στη δύνη της πιο σκληρής ταξικής πάλης για τα πιο κρίσιμα ζητήματα, αλλά έρχονται απλώς να μιλήσουν για, ή να κρίνουν αυτές τις εξελίξεις, με την ασφάλεια που τους παρέχει η ιστορική απόσταση και η ενδεχόμενα σταθερότερη κατάσταση του παρόντος.

Είναι επίσης ενδεικτικό των δυναμικά εξελισσόμενων και συχνά απρόβλεπτων καταστάσεων της εποχής εκείνης, αλλά και του μεγαλείου ηγετικών μορφών όπως ο Λένιν, το γεγονός ότι συχνά αναγνώρισαν τα σοβαρά λάθη τους και χρειάστηκε να πάρουν ριζικά διαφορετικές αποφάσεις, υιοθετώντας εντελώς διαφορετικές πολιτικές (βλ. Lenin 1921). Από την άλλη μεριά, ποικιλώνυμες στρατιές πιστών οπαδών και θεματοφυλάκων της ορθοδοξίας (κομματικής, σοβιετικής, κ.λπ.), από τότε μέχρι σήμερα, θεωρούν αδιανόητη ιεροσυλία το να κάνει κανείς λόγο για λάθη των μπολσεβίκων και του Λένιν, ή να προβάλει επιχειρήματα αντίθετα από εκείνα που καθόρισαν τις σχετικές ιστορικές εξελίξεις. Οι φορείς τέτοιων δογματικών αντιλήψεων συχνά προσωποποιούν με απόλυτο τρόπο τις πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις (ο καλός και αλάθητος Λένιν, ο κακός Στάλιν, κ.λπ.), χωρίς να εξετάζουν κριτικά τις συλλογικές ευθύνες και τις υλικές και κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες που συνετέλεσαν στις συγκεκριμένες εξελίξεις.

Σε αντίθεση λοιπόν με μια δογματική προσέγγιση, και πιστοί (μόνο) στην επιτακτική αναγκαιότητα μιας επαναστατικής αλλαγής με κατεύθυνση τον κομμουνισμό, θα επιχειρήσουμε στην παρούσα εργασία να επωφεληθούμε από μια προσέγγιση διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, εξετάζοντας το ευρύτερο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο και τις υλικές προϋποθέσεις ανάπτυξης, σε συνδυασμό με ένα πλέγμα αντιλήψεων του Λένιν και των μπολσεβίκων, που έπαιξαν πιθανότατα έναν καθοριστικό ρόλο. Ειδικότερα σε ό, τι αφορά τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ) που υιοθετήθηκε το 1921, τέσσερα χρόνια μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, δεν θα εξετάσουμε απλώς αν ήταν σωστή ή λάθος η συγκεκριμένη πολιτική, αλλά θα διερευνήσουμε σύντομα τις προγενέστερες εξελίξεις και τις συνθήκες που οδήγησαν στην ΝΟΠ, καθώς και τις πιθανές συνέπειές της στις παραπέρα εξελίξεις.

Είναι ευρύτερα αποδεκτό, και έχει επίσης επισημανθεί από τους κλασσικούς του Μαρξισμού, ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό μεσολαβεί αναγκαία μια μακρά ιστορική περίοδος βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών (βλ. Sweezy & Bettelheim 1971, Bettelheim 1978: 123, 171, Chattopadhyay, 2016: 233-234). Ωστόσο, αυτό δεν δικαιολογεί κάποιες από τις πολιτικές των μπολσεβίκων πριν και μετά την επανάσταση, αλλά ούτε και τη σταδιολογική διαίρεση του κομμουνισμού, από τον ίδιο τον Λένιν, σε ένα πρώτο σοσιαλιστικό στάδιο και στον καθ’ εαυτό (ή αναπτυγμένο) κομμουνισμό (βλ. Λένιν 1975: 91). Δεδομένου ότι η σταδιολόγηση αυτή έχει ορισμένες αρνητικές παρενέργειες, εδώ θα ακολουθήσουμε κάποιους σύγχρονους αναλυτές του Μαρξικού έργου και τον ίδιο τον Μαρξ, θεωρώντας ουσιαστικά συνώνυμους τους όρους σοσιαλισμός και κομμουνισμός (βλ. Chattopadhyay, 2016: 209, 229-230). Το ζήτημα αυτό άπτεται της ουσιαστικής διάκρισης, που συχνά παραγνωρίζεται, ανάμεσα σε μια πολιτική επανάσταση και μια κοινωνική επανάσταση η οποία σηματοδοτεί μια βαθιά διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού.

Σε αντίθεση λοιπόν με οποιονδήποτε δογματισμό και μιαν ενδεχόμενα άκριτη αποδοχή της όποιας κομματικής γραμμής, θα πρέπει να υποβάλλουμε σε μια αυστηρή και ανελέητη κριτική όλο το παρελθόν, αν πραγματικά θέλουμε να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για ένα επόμενο, νικηφόρο και βιώσιμο, επαναστατικό εγχείρημα. Στις σημερινές συνθήκες της βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης του καπιταλισμού, και της άθλιας και άκρως επικίνδυνης κατάστασης που αντιμετωπίζουμε διεθνώς, η επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού είναι πιο αναγκαία από ποτέ, αλλά και εξαιρετικά δύσκολη, όχι μόνο λόγω της εδραιωμένης εξουσίας και κυριαρχίας του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και επειδή η προοπτική του κομμουνισμού έχει υποστεί μια τεράστια δυσφήμιση από τα αποτυχημένα σοσιαλιστικά εγχειρήματα κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η κριτική, επομένως, συνιστά μια ουσιαστική προϋπόθεση ενός νέου επαναστατικού άλματος. Στην κριτική προσέγγιση του παρελθόντος συνηγορεί επίσης ο Μαρξ (βλ. Marx 1968a: 100), ο οποίος, στη 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, επισημαίνει με γλαφυρό τρόπο τα ακόλουθα:

Οι προλεταριακές επαναστάσεις υποβάλλουν διαρκώς τον εαυτό τους σε κριτική, διακόπτουν συνεχώς την πορεία τους, επανέρχονται σ’ αυτό που φαινομενικά έχει συντελεστεί για να το ξεκινήσουν από την αρχή, λοιδορούν με συνολικά ανελέητο τρόπο τις ανεπάρκειες, τις αδυναμίες και τη μηδαμινότητα των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνεται να πετούν τον αντίπαλο τους στο χώμα μόνο για να αντλήσει νέα δύναμη από τη γη και να σηκωθεί ξανά, πιο γιγάντιος, απέναντι τους, πισωπατούν κάθε λίγο μπροστά στην απεραντοσύνη των σκοπών τους, μέχρι να δημιουργηθεί μια κατάσταση που κάνει αδύνατο οποιοδήποτε πισωγύρισμα, και οι ίδιες οι συνθήκες αναφωνούν: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

 

  1. Το κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο και η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ)

Είναι καταρχάς αναγκαίο να σκιαγραφήσουμε συνοπτικά το κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο που διαμορφώνεται κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επανάστασης και την περίοδο που επακολούθησε, για να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνθήκες που οδήγησαν τελικά στην υιοθέτηση της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (ΝΟΠ) τον Μάρτιο του 1921. Όπως επισημαίνεται από αρκετούς ερευνητές και ιστορικούς γνώστες της περιόδου, το επαναστατικό κύμα που οδήγησε στην επανάσταση του Φλεβάρη του 1917 είχε μια ευρύτερη κοινωνική στήριξη και συμμετοχή από τα κάτω, και μολονότι δεν είχε ένα σαφώς σοσιαλιστικό/κομμουνιστικό χαρακτήρα, θα μπορούσε πιθανότατα να συσπειρώσει ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις και να μετεξελιχθεί σε ένα περισσότερο δημοκρατικά ελεγχόμενο κίνημα με κομμουνιστικό προσανατολισμό (βλ. Daniels 1967, Chattopadhyay 2016: 226-227). Εντούτοις, το κίνημα αυτό υπονομεύτηκε και απέτυχε, ενώ το κίνημα των μπολσεβίκων με ηγέτη τον Λένιν, με έναν σαφή σοσιαλιστικό προσανατολισμό, αλλά και σαφώς πιο περιορισμένη κοινωνική στήριξη, κατάφερε λίγο αργότερα με την επανάσταση του Οκτώβρη να κατακτήσει την πολιτική εξουσία στη Ρωσία. Το χαμηλό επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας έχει, έκτοτε, διχάσει θεωρητικούς και πολιτικούς ηγέτες κοινωνικών κινημάτων. Σε αντίθεση με τον Μαρξ, που θεωρούσε την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αναγκαία προϋπόθεση για τον κομμουνισμό ως διαλεκτική υπέρβαση του καπιταλισμού, ο Λένιν με τους μπολσεβίκους, και πλήθος υποστηρικτών της ίδιας γραμμής έκτοτε, θεώρησαν ότι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να παρακαμφθεί η καπιταλιστική ανάπτυξη από ένα επαναστατικό κίνημα με στόχο το σοσιαλισμό (βλ. Bettelheim 1978: 21). Ωστόσο, οι επικριτές αυτής της άποψης υποστηρίζουν, σωστά ενδεχομένως από μια Μαρξιστική σκοπιά, ότι «τα επιχειρήματα του Λένιν για μια σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία το 1917 συνιστούσαν μια ριζική αναθεώρηση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας» (Chattopadhyay 2016: 223).

Αν και η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε σε μεγάλο βαθμό από, και στο όνομα της εργατικής τάξης, και παρά τα όποια θετικά μέτρα πάρθηκαν κατά την πρώτη περίοδο, ο χαρακτήρας της κομματικής οργάνωσης των μπολσεβίκων, οι σκληρές συνθήκες της ταξικής πάλης, και η αναγκαία ίσως σκληρή πειθαρχία των επαναστατών, προσέδωσαν γρήγορα στη σοβιετική διακυβέρνηση ορισμένα χαρακτηριστικά αυταρχισμού, καχυποψίας, και αποκλεισμών. Οι εργοστασιακές επιτροπές καταργήθηκαν ουσιαστικά και τα σοβιέτ μετατράπηκαν γρήγορα, και σε σημαντικό βαθμό, σε απλούς μηχανισμούς μεταβίβασης των βασικών κομματικών εντολών. Όπως σημειώνεται, η Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία που έλαβε χώρα «κάτω από την ηγεσία, όχι των ίδιων των παραγωγών, αλλά μιας μικρής ομάδας ριζοσπαστικοποιημένης διανόησης στο όνομά της – αναμφίβολα με μια μαζική στήριξη κατά το αρχικό στάδιο – … μακράν από του να εγκαθιδρύσει ‘την εξουσία της μεγάλης πλειοψηφίας προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας’, όπως τονίζει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, από την αρχή απέκλεισε τους άμεσους παραγωγούς από όλες τις εξουσίες εκτός τις κατ’ όνομα» (Chattopadhyay 2016: 172). Έτσι, σύμφωνα με την ίδια άποψη, «το καθεστώς που δημιουργήθηκε από τον Οκτώβρη ήταν κάθε άλλο παρά ένα προλεταριακό καθεστώς. Ήταν η δικτατορία του κόμματος πάνω στο προλεταριάτο» (Στο ίδιο: 227). Το σημείο αυτό σχετίζεται με την συχνά επισημαινόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη, που εκφράζεται από τον Λένιν (και τους μπολσεβίκους), ο οποίος φαίνεται να πίστευε ότι οι εργάτες μπορούν απλώς να διεκδικούν συνδικαλιστικά αιτήματα, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα αυτο-οργάνωσης ενός επαναστατικού αγώνα, και ότι η αναγκαία συνείδηση για έναν τέτοιο αγώνα θα πρέπει να έλθει από τα έξω, από μορφωμένους εκπροσώπους της αστικής τάξης και της διανόησης (βλ. Λένιν 1976: 30-31, 97).

Είναι σημαντικό επίσης ότι, ενώ ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση υιοθετεί την άποψη του Μαρξ, θεωρώντας το κράτος ως έκφραση ασυμφιλίωτων ταξικών αντιθέσεων και μηχανισμό ταξικής καταπίεσης που θα πρέπει να συντριβεί στην πορεία ενός επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας (βλ. Marx 1968b: 288, Λένιν 1975: 5, 92-93), μετά την επανάσταση του Οκτώβρη εγκαταλείπει θεωρητικά και πρακτικά την άποψη αυτή, θεωρώντας ότι το υποτιθέμενο «εργατικό κράτος» αποτελεί πλέον, μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, ένα κρίσιμο μηχανισμό επαναστατικού μετασχηματισμού (βλ. επίσης Bettelheim 1978: 44-47, 166). Στο σημείο αυτό ακριβώς στηρίζεται η κρατικο-κεντρική αντίληψη του σοσιαλισμού που επικράτησε στη συνέχεια διεθνώς. Ακόμα παραπέρα, η άποψη αυτή είναι που στηρίζει την αντίληψή του για τον «κρατικό καπιταλισμό», τον οποίο θεωρεί ως ένα θετικό βήμα στην κατεύθυνση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (βλ. Lenin 1976: 445, 452).

Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, παρά την αναγκαιότητα ενός προλεταριακού διεθνισμού που τονίστηκε δεόντως από τους κλασσικούς του Μαρξισμού, και την προσδοκία του Λένιν και των μπολσεβίκων ότι επίκειται μια σοσιαλιστική επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη, ο όρος αυτός δεν διασφαλίστηκε τελικά. Έτσι, η Σοβιετική κυβέρνηση, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να περιμένει οποιαδήποτε έξωθεν βοήθεια, αλλά είχε να αντιμετωπίσει ποικιλόμορφες εξωτερικές επεμβάσεις και μια απειλητική ιμπεριαλιστική περικύκλωση. Είναι βέβαια ζήτημα ότι ο ουσιαστικός αυτός όρος για μια επιτυχή και βιώσιμη επανάσταση συνδέθηκε με μια, όπως αποδείχτηκε, λαθεμένη εκτίμηση και πρόβλεψη. Και είναι ίσως ακόμα σοβαρότερο ζήτημα το ότι, αναγκαστικά ή από πολιτική επιλογή στη συνέχεια, διαμορφώθηκε και επικράτησε η αντίληψη, ιδιαίτερα κατά τη μεταγενέστερη περίοδο του Στάλιν, της δυνατότητας περάσματος στον σοσιαλισμό/κομμουνισμό σε μια μεμονωμένη χώρα.

Η ανεπαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία και η δυσπιστία στις ικανότητες της εργατικής τάξης οδηγούν  τον Λένιν σ’ έναν υπερτονισμό ίσως της ανάγκης αξιοποίησης της πιο σύγχρονης αστικής τεχνολογίας και των ειδικών της καπιταλιστικής παραγωγής και οργάνωσης. Όπως υποστηρίζει, «Ο σοσιαλισμός είναι αδιανόητος χωρίς μια μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική μηχανολογία βασισμένη στις τελευταίες ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης. Είναι αδιανόητος χωρίς μια σχεδιασμένη κρατική οργάνωση …» (Lenin 1976: 443). Και παραπέρα, «το ‘μάνατζμεντ’ ανατίθεται από τη Σοβιετική εξουσία στους καπιταλιστές όχι ως καπιταλιστές, αλλά ως τεχνικούς ή οργανωτές» (Στο ίδιο: 451). Η προέκταση αυτών των αντιλήψεων και ίσως κάποιες συναφείς ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας της επιστήμης και της τεχνολογίας, αλλά και του κράτους, καταλήγουν στην υιοθέτηση από τον Λένιν (και τους μπολσεβίκους) της μονοπρόσωπης διεύθυνσης στην παραγωγή και του Τεϋλορικού υποδείγματος παραγωγικής οργάνωσης (βλ. Lenin 1976: 417), για τα οποία έχει ασκηθεί έντονη κριτική από αρκετούς σύγχρονους Μαρξιστές (βλ. Braverman 1974, Λινάρ 1982, Carchedi 1993, Yaghmaian 1994, Jeong 2011). Και ενώ ο Λένιν τείνει να ταυτίζει την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και την δικονομική κατοχή των μέσων παραγωγής από το κράτος με το σοσιαλισμό, νομιμοποιώντας ταυτόχρονα τη μισθωτή εργασία με τη μορφή της κρατικής απασχόλησης (βλ. Chattopadhyay 1992, 1994, 1996, 2016: 150, 209, 227), ορισμένοι σύγχρονοι Μαρξιστές επισημαίνουν: «Η άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας …και ο μετασχηματισμός της σε δημόσια ιδιοκτησία απαιτεί ένα θεμελιακό μετασχηματισμό της ίδιας της εργασιακής διαδικασίας, πέραν από την αρχική απαλλοτρίωση των ιδιοκτητριών τάξεων» και «Η σοσιαλιστική διαδικασία εργασίας με την έννοια του Λένιν δεν είναι τίποτα παρά η καπιταλιστική διαδικασία εργασίας και όλες οι ιδιαιτερότητές της χωρίς τους παλιούς καπιταλιστές» (Yaghmaian 1994: 73, 76).

Οι αντιλήψεις του Λένιν που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω τον οδηγούν συχνά σε κάποιες μηχανιστικές και απλουστευτικές σχηματοποιήσεις του τύπου: Εξηλεκτρισμός + σοβιέτ = σοσιαλισμός, ή πολιτική εξουσία (σοβιέτ) + ανάπτυξη (διάδοση) των αγροτικών συνεταιρισμών με κρατική καθοδήγηση = σοσιαλισμός. Η πραγματικότητα όμως εμφανίζεται αρκετά πιο περίπλοκη. Το πλέγμα αυτών των αντιλήψεων και των πολιτικών, αλλά και τα σοβαρά προβλήματα οργάνωσης και επισιτισμού που εμφανίστηκαν μετά την επανάσταση δημιούργησαν αρκετές αντιδράσεις, οι οποίες εντάθηκαν με την όξυνση αυτών των προβλημάτων ως επακόλουθο των καταστροφών που επέφερε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, αλλά και ο εμφύλιος για δύο χρόνια μετά την επανάσταση. Υπήρξαν επίσης σοβαρές κριτικές για την συνομολόγηση της συνθήκης του Βρέστ.

Αλλά οι αντιδράσεις και κριτικές δεν προέρχονταν μόνο από την αστική τάξη και τους εχθρούς της επανάστασης. Προήλθαν επίσης από γνήσια προλεταριακές δυνάμεις, μέσα από τους μπολσεβίκους, που πρωτοστάτησαν στην επανάσταση του Οκτώβρη. Η συστηματική περιθωριοποίηση ή εξάλειψη των βασικών μορφών αυτό-οργάνωσης οδήγησε στο αποκορύφωμα αυτών των εσωτερικών αντιδράσεων με την εξέγερση των εργατών και ναυτών της Κρονστάνδης στις αρχές του 1921 (βλ. Getzler 1983, Chattopadhyay 2016: 172, 227). Με ψευδείς κατηγορίες, στάλθηκαν από τον Τρότσκι, ως επικεφαλή του Κόκκινου Στρατού, πολυπληθείς δυνάμεις των μπολσεβίκων οι οποίες, μόνο λόγω των εξαιρετικών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, μπόρεσαν να καταπνίξουν τους εξεγερμένους της Κρονστάνδης. Με την καταστολή αυτή συντελείται ένα καίριο πλήγμα στην εσωτερική δημοκρατία του επαναστατικού καθεστώτος, πράγμα που θα σημαδέψει αποφασιστικά τις παραπέρα εξελίξεις της Σοβιετικής χώρας και τις προοπτικές του κομμουνισμού.

Στο μεταξύ, η άθλια οικονομική κατάσταση του πληθυσμού, η όξυνση του επισιτιστικού, και τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζαν κάποιες από τις βασικές πολιτικές της σοβιετικής κυβέρνησης οδήγησαν τον Λένιν και την ηγεσία των μπολσεβίκων σε μια στροφή στρατηγικής σημασίας (βλ. επίσης Λιοδάκης 1999). Η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΟΠ) που εφαρμόζεται από το Μάρτιο του 1921 συνιστά, όπως αναγνωρίζει ο Λένιν (1921), μια «στρατηγική υποχώρηση». Αναγνωρίζεται καταρχάς ότι, «κάναμε το λάθος να αποφασίσουμε να πάμε απευθείας στην κομμουνιστική παραγωγή και διανομή. Σκεφτήκαμε πως κάτω από το σύστημα της επίταξης του πλεονάσματος τροφίμων οι αγρότες θα μας προμήθευαν με την αναγκαία ποσότητα σιτηρών, που θα μπορούσαμε να κατανείμουμε ανάμεσα στα εργοστάσια και έτσι να πετύχουμε μια κομμουνιστική παραγωγή και διανομή» (Lenin 1921). Σημειώνει επίσης ότι, «Το σύστημα επίταξης του πλεονάσματος τροφίμων στις αγροτικές περιοχές – η άμεσα κομμουνιστική αυτή προσέγγιση στο πρόβλημα της αστικής ανάπτυξης – εμπόδισε τη μεγέθυνση των παραγωγικών δυνάμεων και αποδείχτηκε η κύρια αιτία της βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης που γνωρίσαμε την άνοιξη του 1921. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο χρειάστηκε να κάνουμε ένα βήμα που …δεν μπορεί να ονομαστεί παρά μια πολύ σοβαρή ήττα και οπισθοχώρηση» (Στο ίδιο). Αναγνωρίζεται τέλος ότι, «Η Νέα Οικονομική Πολιτική σημαίνει την υποκατάσταση ενός φόρου αντί της συγκέντρωσης [επίταξης] τροφίμων. Σημαίνει στροφή στον καπιταλισμό σε σημαντικό βαθμό – σε ποιο βαθμό δεν γνωρίζουμε. Οι παραχωρήσεις σε ξένους καπιταλιστές …και η παραχώρηση επιχειρήσεων σε ιδιώτες καπιταλιστές σίγουρα σημαίνουν αποκατάσταση του καπιταλισμού, και αυτό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Νέας Οικονομικής Πολιτικής» (Στο ίδιο).

Αναφερόμενος στη ΝΟΠ, ο Λένιν σημειώνει ειδικότερα: «υιοθετούμε …μια ολοκληρωτικά διαφορετική μέθοδο, μια ρεφορμιστικού τύπου μέθοδο: όχι για να τσακίσουμε το παλιό κοινωνικο-οικονομικό σύστημα – το εμπόριο, τη μικρή παραγωγή, τη μικροϊδιοκτησία, τον καπιταλισμό – αλλά για να αναζωογονήσουμε το εμπόριο, τη μικροϊδιοκτησία, τον καπιταλισμό, ενώ προσεκτικά και βαθμιαία θα παίρνουμε το πάνω χέρι σ’ αυτά, ή θα κάνουμε δυνατή την υπαγωγή τους σε κρατική ρύθμιση» (Lenin 1976: 654). Επισημαίνει επίσης ότι, «Υποχωρούμε τώρα …αλλά το κάνουμε για να … κάνουμε ένα γρήγορο ξεκίνημα και ένα μεγαλύτερο άλμα προς τα μπρος. Ήταν μόνο μ’ αυτό τον όρο που υποχωρήσαμε προωθώντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική μας» (1976: 675). Με τη ΝΟΠ, η σοβιετική κυβέρνηση έδινε «στους καπιταλιστές τέτοια πλεονεκτήματα ώστε να αναγκάζει το οποιοδήποτε κράτος, οσοδήποτε εχθρικό προς εμάς, να αναπτύξει επαφές και συναλλαγές μαζί μας» (1976: 678).   Όπως σημειώνεται ακόμα, ο στόχος της ΝΟΠ «ήταν η παροχή παραχωρήσεων …παραχωρήσεις στη χώρα μας θα ήταν αναμφίβολα ένας καθαρός τύπος κρατικού καπιταλισμού» (1976: 693). Και όπως υποστηρίζεται, «ο κρατικός καπιταλισμός θα ήταν ένα βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με την παρούσα κατάσταση πραγμάτων στη Σοβιετική Δημοκρατία μας» (1976: 439).

 

  1. Οι κριτικές αντιπαραθέσεις και οι συνέπειες της ΝΟΠ

Όπως ήταν φυσικό, οι πολιτικές των μπολσεβίκων και η ΝΟΠ ειδικότερα συνάντησαν αρκετές κριτικές. Οι «Αριστεροί κομμουνιστές», ειδικότερα, άσκησαν έντονη κριτική στον Λένιν για τον κρατικό καπιταλισμό που ήταν ήδη στα σκαριά από τα πρώτα χρόνια την επαναστατικής διακυβέρνησης, αλλά και για την ΝΟΠ, φοβούμενοι ότι η πολιτική αυτή θα οδηγούσε στην αποκατάσταση του καπιταλισμού. Ο Λένιν από τη μεριά του εξαπέλυσε μια δριμεία ιδεολογική κριτική στους εξ αριστερών επικριτές του, θεωρώντας ότι εμφορούνται από μια μικροαστική ιδεολογία, και υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «ακόμα και η μεγαλύτερη δυνατή ‘αποφασιστικότητα’ στον κόσμο δεν είναι αρκετή για να περάσεις από την εθνικοποίηση και τη δήμευση στην κοινωνικοποίηση. … Η διαφορά ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση και την απλή δήμευση είναι ότι η δήμευση μπορεί να πραγματοποιηθεί με την ‘αποφασιστικότητα’ και μόνο, χωρίς την ικανότητα να υπολογίζεις και να κατανέμεις κατάλληλα, ενώ η κοινωνικοποίηση δεν μπορεί να επέλθει χωρίς αυτή την ικανότητα» (Lenin 1976: 438-439). Η κριτική όμως αυτή ενέχει ένα στοιχείο ειρωνείας καθώς ο Λένιν ο ίδιος υποστήριξε ότι οι συνθήκες της χώρας ήταν επαρκείς για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και ήταν εκείνος που ταύτισε σχεδόν την κρατική ιδιοκτησία με το σοσιαλισμό, αλλά και επειδή οι εξελίξεις που επακολούθησαν δικαίωσαν μάλλον τους επικριτές του. Και το ενδεχόμενο επιχείρημα ότι για όλα ευθύνονται οι επίγονοι (Στάλιν και λοιπή ηγεσία) δεν είναι αρκετά πειστικό. Στην πραγματικότητα, η ΝΟΠ δεν αποτέλεσε ένα βήμα πίσω που θα διασφάλιζε δύο βήματα μπροστά, αλλά ένα βήμα ίσως μπροστά, καθώς με τα κίνητρα της ΝΟΠ η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά τα επόμενα χρόνια, που συνεπαγόταν όμως δύο, τρία, ή περισσότερα βήματα πίσω. Όσο για τον «κρατικό καπιταλισμό», αποδείχτηκε τελικά ότι το καθεστώς αυτό δεν αποτελούσε ένα μεταβατικό βήμα μπροστά, αλλά αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε ως τέτοιο κατά τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι την κατάρρευση αυτών των χωρών (Chattopadhyay 2016: 7, 225).

Και ενώ η ΝΟΠ έδωσε μια ώθηση στη μικρο-εμπορευματική παραγωγή και την αγροτική παραγωγή ειδικότερα, παρουσιάστηκε σύντομα μια αναπτυξιακή ανισορροπία καθώς η αγροτική παραγωγή αναπτυσσόταν με γρηγορότερους ρυθμούς σε σχέση με τη βιομηχανική. Το 1924 η αγροτική παραγωγή είχε φτάσει το επίπεδο του 1913. Ο βιομηχανικός όμως τομέας αντέδρασε αυξάνοντας τις τιμές των βιομηχανικών προϊόντων, πράγμα που στη συνέχεια, με το άνοιγμα της «ψαλίδας των τιμών» σε βάρος του αγροτικού τομέα, οδήγησε στη μείωση της αγροτικής παραγωγής και στην επιδείνωση του επισιτιστικού προβλήματος. Ο Λένιν επισημαίνει ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και η συγκέντρωση των βασικών μέσων παραγωγής κάτω από κρατικό έλεγχο παρείχαν στη σοβιετική ηγεσία κάποια εμπιστοσύνη. Όπως σημειώνεται όμως, «Δεν είναι εύκολο για μας …να προχωράμε μέχρι η σοσιαλιστική επανάσταση να καταστεί νικηφόρα στις πιο αναπτυγμένες χώρες με βάση απλώς αυτή την εμπιστοσύνη, διότι η οικονομική αναγκαιότητα, ιδιαίτερα κάτω από την ΝΟΠ, διατηρεί την παραγωγικότητα της εργασίας των μικρών και πολύ μικρών αγροτών σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο» (Lenin 1976: 709). Η επιδείνωση των προβλημάτων οδήγησε τελικά στην εγκατάλειψη της ΝΟΠ το 1928, επί Στάλιν, για να ακολουθήσει ακόμα αργότερα, κατά το 1932, η διαδικασία μιας βίαιης κολεκτιβοποίησης.

Στο σημείο αυτό είναι ίσως σκόπιμη μια σύντομη αναφορά στην άποψη ενός σχετικά πρόσφατου υποστηρικτή της Λενινιστικής γραμμής σε ό, τι αφορά την ΝΟΠ. Στη διαμάχη λοιπόν που αφορούσε τη σκοπιμότητα ή μη της ΝΟΠ, ο C. Bettelheim επισημαίνει: «είναι όταν, και εξαιτίας του γεγονότος ότι η κοινωνία έχει καταστεί ικανή να ρυθμίζει συνειδητά την παραγωγή της σε σχέση με τις ανάγκες της …που οι εμπορευματικές κατηγορίες θα εξαφανιστούν, και όχι το αντίστροφο» (1978: 41). Δεδομένου ότι οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις δεν μπορούν να καταργηθούν με πολιτικές αποφάσεις και διατάγματα, η άποψη αυτή έχει κάποια βάση, αλλά το σχετικό επιχείρημα δεν μπορεί να νομιμοποιεί ταυτόχρονα και το εγχείρημα της Οκτωβριανής επανάστασης που «πατούσε» υποτίθεται σε ώριμες κοινωνικές συνθήκες, και το πισωγύρισμα της ΝΟΠ για να συμπληρωθούν με τον καπιταλισμό οι ανεπαρκώς αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις. Παίρνοντας υπόψη τις εξελίξεις που επακολούθησαν και την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Ρωσία, αλλά και τις τεράστιες ανθρώπινες θυσίες και τη δυσφήμιση του κομμουνισμού με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, εγείρονται πλέον σοβαροί προβληματισμοί για τη σκοπιμότητα της ΝΟΠ, στο βαθμό που συνετέλεσε στην επακόλουθη παλινόρθωση του καπιταλισμού, αλλά και για τη χωρο-χρονική επιλογή και τη σκοπιμότητα της ίδιας της Οκτωβριανής επανάστασης.

 

  1. Μια ιστορική αποτίμηση της ΝΟΠ και ορισμένα διδάγματα

Εξετάζοντας στα προηγούμενα κριτικά, τόσο την ΝΟΠ όσο και το σοσιαλιστικό εγχείρημα που σχετίζεται με την Οκτωβριανή επανάσταση γενικότερα, εντοπίσαμε ήδη μια σειρά αντιφάσεων και παλινωδιών που χαρακτήρισαν τις θεωρητικές αντιλήψεις του Λένιν και τις πολιτικές των μπολσεβίκων κατά την επίμαχη περίοδο και έπαιξαν πιθανότατα ένα σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των κοινωνικών εξελίξεων και του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Διαπιστώσαμε καταρχάς ότι, αν και η Οκτωβριανή επανάσταση έγινε σε μεγάλο βαθμό από και στο όνομα της εργατικής τάξης, η ανεπαρκής εμπιστοσύνη του Λένιν και της ηγεσίας των μπολσεβίκων στις ικανότητες της εργατικής τάξης προσέδωσε ένα πρωτεύοντα μάλλον ρόλο σε μια κοινωνική και κομματική πρωτοπορία. Έτσι, όχι μόνο δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς οι δημιουργικές δυνάμεις της εργατικής τάξης, αλλά το καθεστώς που επακολούθησε συνιστούσε ουσιαστικά μια προσπάθεια ανάπτυξης του σοσιαλισμού από τα πάνω (βλ. και Draper 1966). Ως αποτέλεσμα, αντί να καταργηθεί η αλλοτρίωση των εργαζομένων, στο χώρο της παραγωγής και γενικότερα, στην πραγματικότητα αναπτύχθηκε παραπέρα, ενώ οι σκληρές συνθήκες της ταξικής πάλης και η σ’ ένα βαθμό αναγκαία πειθαρχία προσέδωσαν στο νέο καθεστώς ορισμένα στοιχεία αυταρχισμού, περιορίζοντας τη δημοκρατική συμμετοχή ευρύτερων εργατικών δυνάμεων. Διαπιστώθηκε επίσης ότι, ενώ η Οκτωβριανή επανάσταση ξεκινά με την πεποίθηση της δυνατότητας ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και στην πρώτη περίοδο παίρνονται ορισμένα επαναστατικά μέτρα, η ανεπαρκής ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η όξυνση των κοινωνικών και επισιτιστικών προβλημάτων οδήγησαν τον Λένιν και την ηγεσία των μπολσεβίκων σε μια στρατηγική υποχώρηση με την εφαρμογή της ΝΟΠ. Αλλά η στήριξη στις δυνάμεις του παλιού καθεστώτος, για τεχνική και οργανωτική τεχνογνωσία, και η ενίσχυση της εμπορευματικής παραγωγής από τη ΝΟΠ δεν θα μπορούσαν παρά να ενισχύσουν διαλεκτικά την ανάπτυξη καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Και δεν είναι βέβαια επαρκές το επιχείρημα του Bettelheim (1978: 136-137) ότι οι εμπορευματικές κατηγορίες σ’ αυτή την περίπτωση διατηρούν την καπιταλιστική τους μορφή, αλλά αποκτούν ένα ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο, γιατί μακροπρόθεσμα η μορφή δεν μπορεί να αφίσταται από το ουσιαστικό περιεχόμενο των κοινωνικών σχέσεων.

Διαπιστώνεται επομένως ότι, ενώ η Οκτωβριανή επανάσταση σηματοδοτεί μια καίριας σημασίας πολιτική επανάσταση, που επιβεβαιώνει για πρώτη φορά ότι ο καπιταλισμός δεν είναι ανίκητος, οι εξελίξεις που επακολούθησαν απέχουν πολύ από το να συνιστούν μια πραγματική κοινωνική επανάσταση, με την ουσιαστική έννοια ενός βαθιού και πιθανότατα μη αναστρέψιμου κοινωνικού μετασχηματισμού. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Λένιν εγκαταλείπει τη Μαρξική αντίληψη για την αναγκαιότητα συντριβής του κράτους από την επανάσταση, και ενστερνίζεται την άποψη ότι το κράτος μπορεί να αποτελέσει, μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη, το βασικό μηχανισμό κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι διαμορφώνεται και επικρατεί μια κρατικο-κεντρική προσέγγιση του σοσιαλισμού, που έχει σημαντικό μέρος της ευθύνης για τον εκφυλισμό του Σοβιετικού καθεστώτος. Όπως επισημαίνει ο S. Clarke, «Ο ‘εκφυλισμός’ της Ρωσικής επανάστασης δεν ήταν ένα ζήτημα της δυσανεξίας του Λένιν, ούτε του μιλιταρισμού του Τρότσκι, ούτε της προσωπικότητας του Στάλιν, ούτε της οικονομικής καθυστέρησης της Ρωσίας, ούτε του σχετικά μικρού μεγέθους της εργατικής τάξης, ούτε του αυτοκρατορικού χαρακτήρα του Ρωσικού κράτους, ούτε της καταπολεμούμενης θέσης του επαναστατικού καθεστώτος, αν και όλοι αυτοί οι παράγοντες έπαιξαν το ρόλο τους στον καθορισμό της έκτασης αυτού του εκφυλισμού. Ο εκφυλισμός ενυπήρχε ήδη στον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης που βρισκόταν κάτω από την κρατικίστικη αντίληψη του σοσιαλισμού τον οποίο υιοθέτησε ως έργο της» (1990: 21).

Κρίσιμης σημασίας ήταν επίσης η, αναγκαστική ίσως, υπαναχώρηση από τον διεθνιστικό χαρακτήρα του σοσιαλιστικού εγχειρήματος, και η σχετική περιχαράκωση του νέου επαναστατικού καθεστώτος, το οποίο είχε το καθήκον της ανάπτυξης νέων κοινωνικών σχέσεων, και ταυτόχρονα την ανάγκη αντίστασης απέναντι στις εξωτερικές επεμβάσεις. Κάτω απ’ όλες αυτές τις συνθήκες, και παίρνοντας υπόψη τις μετέπειτα εξελίξεις, μπορεί ίσως να πει κανείς ότι το μεγαλείο της Οκτωβριανής επανάστασης κατέληξε τελικά σε «μια νικηφόρα πανωλεθρία» (βλ. Πέτκας 2015), χωρίς βέβαια να παραγνωρίζονται οι, προσωρινές κατά το πλείστον, κοινωνικές κατακτήσεις στις οποίες συνετέλεσε το Σοβιετικό καθεστώς (βλ. και Clarke 1990), αλλά και τα διαχρονικά διδάγματα που μπορούμε ενδεχόμενα να αντλήσουμε για τα μελλοντικά επαναστατικά σκιρτήματα της ανθρωπότητας και της εργατικής τάξης ειδικότερα.

Σε μια προσπάθεια ιστορικής αποτίμησης της ΝΟΠ, αλλά και του σοσιαλιστικού εγχειρήματος που ξεκίνησε με την Οκτωβριανή επανάσταση, θα μπορούσε κανείς να πει, χωρίς να αγνοεί ούτε τις προϋπάρχουσες συνθήκες ούτε την ευθύνη των πολιτικών που ακολουθήθηκαν μετά την ΝΟΠ, ότι αποτέλεσαν ένα σημαντικό βήμα μπροστά που κατέληξε να πληρωθεί με αρκετά βήματα προς τα πίσω και τεράστιο κόστος. Και το κόστος αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τεράστιες ανθρώπινες θυσίες και μια σημαντική υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά και μια σημαντική δυσφήμιση της προοπτικής του κομμουνισμού που επήλθε με τον εκφυλισμό και την τελική κατάρρευση του καθεστώτος του «κρατικού καπιταλισμού»! Και δεν θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την ωριμότητα των συνθηκών, κατά την εποχή της Οκτωβριανής επανάστασης, για μια σοσιαλιστική επανάσταση σε διεθνικό επίπεδο, αλλά ούτε και για την ακόμα μεγαλύτερη ωριμότητα των σχετικών αντικειμενικών συνθηκών στη σημερινή εποχή της βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης του καπιταλισμού. Οι υποκειμενικές βέβαια συνθήκες παρουσιάζουν μια σοβαρή απόκλιση, αλλά θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με απροσδόκητα γρήγορους ρυθμούς και με τη βοήθεια της ίδιας της επαναστατικής πράξης.

Αντλώντας τα αναγκαία διδάγματα από την εμπειρία της Οκτωβριανής επανάστασης και της ΝΟΠ, αλλά και όλα τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα κατά τη διάρκεια του 20ου  αιώνα, θα μπορούσαμε πιθανότατα να διασφαλίσουμε τη νικηφόρα έκβαση του επόμενου κοσμοϊστορικού επαναστατικού διακυβεύματος προς τον κομμουνισμό. Για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει:

  • Να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για ένα λαϊκό κίνημα και μια εργατική επανάσταση από τα κάτω.
  • Ένα τέτοιο κίνημα πρέπει να στηρίζεται στο δημοκρατικό έλεγχο και να μαθαίνει να διαλέγεται και να δρα συλλογικά και δημοκρατικά.
  • Μόνο στο βαθμό που θα αναπτύσσεται η ικανότητα αυτο-οργάνωσης και κοινωνικής διαχείρισης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, μπορεί αντίστοιχα να απονεκρώνεται το κράτος. Διαφορετικά, θα αναπαράγεται η ταξική διαίρεση της κοινωνίας μέσω του κράτους.
  • Ένα νέο επαναστατικό εγχείρημα, για να είναι επιτυχές, ή θα είναι διεθνικό (και διεθνές), ή δεν θα υπάρξει. Αντί μιας (βάσιμης ή μη) προσδοκίας ότι και οι άλλες χώρες θα κινητοποιηθούν επαναστατικά, μια διεθνιστική κοινή δράση και αλληλεγγύη είναι απολύτως αναγκαία.
  • Ο κομμουνισμός, όχι μόνο ως επαναστατικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση, αλλά και ως εναλλακτική και οικολογικά συμβατή κοινωνική οργάνωση που καταργεί την εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης, δεν θα αποτελεί μόνο διαλεκτική συνέχεια (υπέρβαση) του καπιταλισμού, αλλά και ριζική τομή σε ό, τι αφορά, τόσο τους βασικούς κοινωνικούς θεσμούς (ιδιοκτησία, αγορά/εμπόρευμα, κράτος), όσο και τις βασικές επιστημονικές γνώσεις και τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του καπιταλισμού.

Όταν θα πληρούνται στο μεγαλύτερο τους μέρος αυτές οι προϋποθέσεις, οι συνθήκες θα είναι ώριμες για μια πραγματικά κοινωνική επανάσταση και το νέο ιστορικό διακύβευμα του κομμουνισμού. Τότε, οι ίδιες οι συνθήκες θα αναφωνούν: Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!

 

Βιβλιογραφία

Bettelheim, C. (1978) The Transition to Socialist Economy, Sussex: The Harvester Press.

Braverman, H. (1974) Labor and Monopoly Capital, New York: Monthly Review Press.

Carchedi, G. (1973) ‘Technological Transfer and Social Transformation: Reflections on 1989’, στο Γ. Λιοδάκης (επιμ.), Κοινωνία, Τεχνολογία και Αναδιάρθρωση της Παραγωγής, Αθήνα: εκδόσεις Παπαζήση.

Chattopadhyay, P. (1992) ‘The Economic Content of Socialism’ Review of Radical Political Economics, 24(3&4): 90-110.

———– (1994) The Marxian Concept of Capital and the Soviet Experience, Westport CT: Praeger.

———— (1996) ‘Capitalism as Socialism in the Early Soviet Doctrine: Lenin, Trosky,        Bucharin, Preobrazhensky’ Review of Radical Political Economics, 28(3): 74-82.

——— (2016) Marx’s Associated Mode of Production: A Critique of Marxism, New York: Palgrave.

Clarke, S. (1990) ‘Crisis of Socialism or Crisis of the State?’ Capital & Class, No.42.

Daniels, R.V. (1967) The Red October: The Bolshevik Revolution of 1917, New York: Scribner.

Draper, H. (1966) ‘The Two Souls of Socialism’ (www.marxists.org).

Getzler, I. (1983) Kronstadt 1917-1921: The fate of a soviet democracy, Cambridge/New York: Cambridge University Press.

Jeong, S. (2011) ‘Lenin’s Economics: A Marxian Critique’ Research in Political Economy, 27: 223-254.

Λένιν, Β.Ι. (1975) Κράτος και Επανάσταση, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

———-   (1976) Τι Να Κάνουμε; Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Lenin, V.I. (1921) ‘The New Economic Policy and the Tasks of the Political Education Departments’ (www.marxists.org).

———- (1976) Selected Works: One-Volume Edition, New York: International Publishers.

Λινάρ, Ρ. [1976] (1982) Ο Λένιν, Οι Αγρότες, Ο Ταίυλορ, Αθήνα: Μηνιαία Επιθεώρηση (επίσης στο: https://athens.indymedia.org).

Λιοδάκης, Γ. (1999) ‘Μετασχηματισμός των Παραγωγικών Σχέσεων και Κολεκτιβοποίηση στην Αγροτική Οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης’ ΟΥΤΟΠ ΙΑ, Νο.35.

Marx, K. (1968a) ‘The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte’. In Marx, K. and Engels, F. Selected Works (In One Volume), New York: International Publishers.

———- (1968b) The Civil War in France’. In Marx, K. and Engels, F. Selected Works (In One Volume), New York: International Publishers.

Πέτκας, Π. (2015) ‘«Νικηφόρα» πολιτική και ηθική πανωλεθρία!’ ΟΥΤΟΠΙΑ, Νο.113.

Sweezy, P. and Bettelheim, C. (1971) On the Transition to Socialism, New York: Monthly Review Press.

Yaghmaian, B. (1994) ‘Socialist Labor Process Revisited’ Review of Radical Political Economics, 26(2): 67-91.

 

[1] Ο Γ. Λιοδάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας (Πολυτεχνείο Κρήτης).