Εισαγωγή

 

Θα δημοσιεύσουμε, στα πλαίσια του διαλόγου ενόψει του συνεδρίου, μια σειρά κειμένων των Σοσιαλεπαναστατών της αριστεράς, τα οποία γράφτηκαν τον Ιούλιο του 1918, τις μέρες της αιματηρής καταστολής της εξέγερσης των Σοσιαλεπαναστατών της αριστεράς από τους Μπολσεβίκους. Τα κείμενα αυτά εκδόθηκαν στα γαλλικά στη Γενεύη το 1918 και επανεκδόθηκαν το 1983 από τι εκδόσεις Spartacus[1].

Θα ξεκινούμε με το κείμενο «Οι αγρότες και η επανάσταση» το οποίο ασκεί κριτική στην πολιτική του «Πολεμικού Κομμουνισμού», που είχε αρχίσει να εφαρμόζεται από τον Μάιο-Ιούνιο του 1918 με τις επιτάξεις των σιτηρών, την αποστολή, σχετικά, στην ύπαιθρο «των σιδερένιων αποσπασμάτων του συνειδητού προλεταριάτου» (η φράση είναι του Λένιν) και τη συγκρότηση με το διάταγμα της 11 Ιουνίου 1918 των «επιτροπών φτωχών χωρικών» (οι «φτωχοί αγρότες» αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους παίρνοντας δωρεάν και αργότερα αγοράζοντας με μεγάλη έκπτωση ένα μέρος του σιταριού που είχε κατασχεθεί).

Μόλις λίγους μήνες μετά, στις αρχές του Νοέμβρη 1918, και ξανά τον επόμενο μήνα, οι Μπολσεβίκοι θα παραδεχθούν ότι με τη συγκρότηση των επιτροπών φτωχών χωρικών «δημιουργήθηκε διπλή εξουσία στην ύπαιθρο που οδήγησε σε άσκοπη σπατάλη δυνάμεων και σύγχυση στις σχέσεις»[2].Στις αρχές του 1919 στα εδάφη της Ρωσίας (όχι όμως και της Ουκρανίας) οι «επιτροπές φτωχών χωρικών» θα έπαυαν να υπάρχουν. Ήταν η πιο κρίσιμη φάση του εμφυλίου και οι Μπολσεβίκοι ήταν υποχρεωμένοι να συσπειρώσουν γύρω τους κάθε δυνατό σύμμαχο. Δεν επρόκειτο όμως απλώς για παραχωρήσεις σε ενδιάμεσα και αμφιταλαντευόμενα στοιχεία. Οι Μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν παρά να αναγνωρίσουν την αύξηση τόσο του αριθμού όσο και της επιρροής των μικροκαλλιεργητών, που είχε επιφέρει η επιτυχία της αγροτικής μεταρρύθμισης. Ο ίδιος ο Λένιν έγραφε αργότερα: «Οι φτωχοί αγρότες εξελίχθηκαν σε μεσαίους αγρότες»[3]. Με άλλα λόγια, οι Μπολσεβίκοι θα παραδεχθούν την ορθότητα, μέρους τουλάχιστον, της κριτικής που ασκεί το κείμενο των Σοσιαλεπαναστατών.

Η αγροτική μεταρρύθμιση έδωσε μια μεγάλη πλειοψηφία μικροκαλλιεργητών (των λεγόμενων «μεσαίων αγροτών»). Ξεκίνησε με την αυθόρμητη απαλλοτρίωση της γης από τους αγρότες και συνεχίστηκε, από τον Οκτώβρη και μετά, σύμφωνα με το διάταγμα για τη Γη, που ψήφισε ομόφωνα στις 26 Οκτωβρίου / 8 Νοεμβρίου 1917 το δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ, το οποίο, χάρη σε μια ευφυέστατη στροφή που είχε κάνει λίγο νωρίτερα ο Λένιν, υιοθέτησε πλήρως τις θέσεις των Σοσιαλεπαναστατών για το αγροτικό ζήτημα: απαλλοτρίωση της γης των γαιοκτημόνων, διανομή της γης «σε ίση βάση» ανάλογα με τα εργατικά χέρια που είχε διαθέσιμα η κάθε οικογένεια ή τα μέλη που έπρεπε να θρέψει, περιοδική ανακατανομή της γης από τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, απαγόρευση της μισθωτής εργασίας, η γη θα αποσυρόταν πλήρως από το εμπορικό κύκλωμα δηλαδή δεν θα επιτρέπονταν πλέον οι αγοραπωλησίες κτημάτων. Με εξαίρεση τις υφιστάμενες μικροϊδιοκτησίες των εργαζομένων αγροτών και των εργαζομένων κοζάκων και τη γη που κρατικοποιήθηκε (το κράτος πήρε μόλις το 11% της κατασχεθείσας γης), η γη πέρασε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, στις αγροτικές κοινότητες που μοίραζαν δικαιώματα χρήσης στις οικογένειες των αγροτών.

Η συγκρουσιακή σχέση των αγροτών με τους Μπολσεβίκους, θα πέρναγε από διάφορες φάσεις όξυνσης και ύφεσης τα επόμενα χρόνια. Το καθεστώς που εγκαθίδρυσε η επανάσταση στη σοβιετική ύπαιθρο θα διατηρηθεί μέχρι τη λεγόμενη «κολεκτιβοποίηση» του 1928-32, όταν θα συντριβούν, με θύματα 7 εκατομμύρια νεκρούς χωρικούς, οι κατακτήσεις της αγροτικής επανάστασης και θα κρατικοποιηθούν οι κοινές γαίες.

Η γενικότερη σημασία του κειμένου των Σοσιαλεπαναστατών που ακολουθεί είναι ότι αντιλαμβάνεται το επαναστατικό υποκείμενο μ’ ένα πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνο των Μπολσεβίκων. Ποιος είναι το επαναστατικό υποκείμενο; Εκείνος που δεν ζει από την υπεραξία που παράγουν άλλοι (Σοσιαλεπαναστάτες) ή εκείνος που παράγει υπεραξία για άλλους (Μπολσεβίκοι); Στην πραγματικότητα την άποψη των Μπολσεβίκων συμμερίζονταν η δεύτερη Διεθνής, η Λούξεμπουργκ (που επέκρινε αυστηρά τους Μπολσεβίκους γιατί υιοθέτησαν τις θέσεις των Σοσιαλεπαναστατών), ως επί το πλείστον οι συμβουλιακοί κομμουνιστές (που πολύ συχνά υιοθετούσαν ένα ακόμα πιο ακραίο «εργατισμό») και ακόμα και πολλοί αναρχικοί. Το παράδοξο αυτής της θέσης είναι ότι θέλει τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας να προηγείται της κατάργησης της στην κοινωνία των συνεταιρισμένων παραγωγών, που (υποτίθεται ότι) είναι ο τελικός στόχος[4]. Σήμερα τα κοινωνικά κινήματα, η συζήτηση που έχει ανοίξει για τα κοινά, οι νέες απόψεις για τον «κοινωνικό εργάτη», η αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία, ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα τις θεωρητικές επεξεργασίες των Σοσιαλεπαναστατών, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφετηρία για τον προβληματισμό όσον αφορά μια πλειοψηφική λαϊκή συμμαχία και για μια σύλληψη της νέας κοινωνίας, που δεν έχει καμία σχέση με αυτή την ταύτιση του σοσιαλισμού με τη γενικευμένη μισθωτοποίηση της κοινωνίας που επικράτησε τον προηγούμενο αιώνα.

(Γ.Λ)

 

 

ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα εδώ και πολύ καιρό ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες και τους σοσιαλεπαναστάτες είναι το εάν η επανάσταση μπορεί να βρει στην τάξη των αγροτών έναν πιστό σύμμαχο και το εάν αυτή η τάξη μπορεί να αποβεί η βάση μιας κοινωνικής επανάστασης.

Οι διιστάμενες θέσεις των οποίων η αντίθεση προκάλεσε αυτή τη συζήτηση, είναι θα λέγαμε, ενσαρκωμένες στην πολιτική των δύο κύριων κομμάτων της κοινωνικής επανάστασης, των μπολσεβίκων και των σοσιαλεπαναστατών της αριστεράς.

Οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες, διαιρούν τον πληθυσμό της υπαίθρου σε δυο ομάδες των οποίων τα συμφέροντα είναι, σύμφωνα με αυτούς, εντελώς αντίθετα. Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους φτωχούς χωρικούς, δηλαδή τους εργάτες γης οι οποίοι δεν κατέχουν καθόλου γη.

Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από όλο τον υπόλοιπο αγροτικό πληθυσμό χωρίς διάκριση. Και οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες συγκαταλέγουν σ’ αυτή τη δεύτερη ομάδα τα πολλά εκατομμύρια των εργαζόμενων χωρικών οι οποίοι ζουν από τη δική τους εργασία, αλλά οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες ωστόσο τους αποκαλούν «αγροτική μπουρζουαζία».

Οι σοσιαλεπαναστάτες της αριστεράς χωρίζουν επίσης την αγροτιά σε δύο τάξεις αλλά με τη μόνη διαφορά ότι η οριοθέτηση που χαράζουν δεν συμπίπτει μ’ εκείνη που ορίζουν οι μπολσεβίκοι.

Τους μικρούς και μεγάλους γαιοκτήμονες, τους κερδοσκόπους και τους τοκογλύφους, τους αρχηγούς των οικογενειών που διαχειρίζονται ανεξέλεγκτοι την οικογενειακή περιουσία, τους λεφτάδες εκμεταλλευτές, τους εντάσσουμε όλους μαζί σε μια διακριτή ομάδα, την οποία και αντιμετωπίζουμε σαν έναν κακοήθη όγκο. Όλους τους υπόλοιπους τους συγκεντρώνουμε κάτω από τη γενική ονομασία «εργαζόμενοι αγρότες». Σ’ αυτή την ομάδα, η οποία αριθμεί περίπου το 90% του πληθυσμού της υπαίθρου, τοποθετούμε επίσης τους φτωχούς που δεν έχουν ούτε σπίτι ούτε γη.

Ωστόσο, βλέπουμε καλά ότι αυτό το τελευταίο στοιχείο της ομάδας των «εργαζομένων αγροτών» όλο και μειώνεται και προσεχώς πρέπει να εξαφανιστεί πλήρως γιατί, σύμφωνα με τον νόμο για την κοινωνικοποίηση της γης, κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για εκείνο το μερίδιο γης που είναι ικανός να καλλιεργήσει ο ίδιος χωρίς να προσφύγει στη μισθωτή εργασία.

Εξάλλου, τώρα πια, ο όρος «αγρότες χωρίς γη» είναι πλέον ένα αναχρονισμός στις περιοχές όπου το μοίρασμα των γαιών έχει ολοκληρωθεί. Η θεωρία των σοσιαλδημοκρατών σχετικά με τον ρόλο των αγροτών είναι γνωστή σε όλη την οικουμένη∙ τραβήχτηκε μέχρι τις τελευταίες της λογικές συνέπειες και τονίστηκε με πολύ μεγάλη σαφήνεια στην τακτική των ρώσων σοσιαλδημοκρατών.

Για ένα ρώσο σοσιαλδημοκράτη, κάθε αγρότης που δεν είναι μισθωτός, αλλά καλλιεργεί το αγροτεμάχιο του, είναι μπουρζουάς.

Το 1905 ο Λένιν σε μια από τος μπροσούρες του για το αγροτικό ζήτημα έγραφε: «Είναι μια μικρή μπουρζουαζία εάν θέλετε, αλλά ωστόσο μια μπουρζουαζία». Έλεγε ότι αυτή η μπουρζουαζία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την επανάσταση σαν ένας προσωρινός και αβέβαιος σύμμαχος, αλλά πάντοτε θα έπρεπε να διατηρηθεί μια ορισμένη καχυποψία απέναντι σ’ αυτή την τάξη, δεδομένου ότι τα συμφέροντα της είναι στην ουσία αντεπαναστατικά. Η σαγήνη της έγγειας ιδιοκτησίας, έλεγε, παραλύει κάθε επαναστατική έξαρση στην τάξη των αγροτών.

Ο εργάτης της πόλης δεν έχει στην ύπαιθρο παρά μόνο ένα σύμμαχο, τον  εργάτη γης ο οποίος στερείται γης και είναι ελεύθερος από τη γη, τον αγροτικό προλετάριο που είναι ικανός να καταλάβει και να αποδεχθεί εύκολα τα σοσιαλιστικά δόγματα.

Πολύ πρόσφατα ακόμα, οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες διαβεβαίωναν ότι η ύπαιθρος έπρεπε να περάσει από τη φάση προλεταριοποίησης, ότι έπρεπε πρώτα να ολοκληρωθεί η διαφοροποίηση ανάμεσα στους προλετάριους αγρότες και τους εκμεταλλευτές αγρότες, και μόνο τότε ο σοσιαλιστικός στρατός θα δεχόταν τις ενισχύσεις πολλών εκατομμυρίων αγροτών χωρίς γη. Οι σοσιαλδημοκράτες διαβεβαίωναν ότι στον αγροτικό τομέα, όπως και στη βιομηχανική ζωή, η εξέλιξη προς το σοσιαλισμό δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με την προλεταριοποίηση των μαζών και τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας στα χέρια κάποιων ολιγάριθμων καπιταλιστών . Μόνο τότε η ύπαιθρος θα γινόταν αρένα πάλης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο∙ και  σ’ αυτή ακριβώς τη στιγμή  η σοσιαλιστική προπαγάνδα θα ήταν αναγκαία, χρήσιμη και κατανοητή.

Κατά τη διάρκεια της τωρινής επανάστασης οι μπολσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες αποποιήθηκαν, με βαριά καρδιά είναι αλήθεια, τις θεωρίες τους και αποδέχθηκαν το αγροτικό μας πρόγραμμα. Και έτσι επίσης αναγνώρισαν ότι η τάξη των αγροτών δεν είναι μόνο ένας προσωρινός και αβέβαιος σύμμαχος, αλλά πραγματικά ένας πιστός σύμμαχος του προλεταριάτου και ένας σύντροφος στη μάχη που έχει τα ίδια δικαιώματα.

Αλλά το αληθινό πρόσωπο του σοσιαλδημοκράτη μπολσεβίκου φαίνεται όλο και συχνά κάτω από τη μάσκα που έβαλε για τις ανάγκες του αγώνα. Όσο και να αποκηρύσσουν οι μπολσεβίκοι τα λάθη του παρελθόντος τους, η επίδραση της παλιά μαγιάς παρόλα αυτά γίνεται αισθητή στις πράξεις τους και τα σχέδιά τους.

Τελείως πρόσφατα υποστηρίξαμε μια πεισματώδη πάλη εναντίον των μπολσεβίκων όσον αφορά το αγροτικό ζήτημα. Η συζήτηση αναφερόταν σ’ ένα πρωταρχικό και βασικό θέμα για τη Ρωσία, αυτό του ψωμιού.

Σε οποιαδήποτε επανάσταση, ο κύριος είναι πάντα αυτός που μπορεί να δώσει ψωμί∙ και ο πιο τρομερός εχθρός, εκείνος που μπορεί να νικήσει την επανάσταση, είναι ο λιμός.

Το σιτάρι, είναι, για τον χωρικό το μόνο μέσο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Το σιτάρι του επιτρέπει να εφοδιάζεται με τροφή, στέγη, παπούτσια και ρούχα. Ανταλλάσσοντας το σιτάρι του, λαμβάνει όλα τα αντικείμενα και τα είδη καθημερινής κατανάλωσης που έχει ανάγκη.

Σήμερα, η παραγωγικότητα των εργοστασίων στη Ρωσία έχει πέσει απίστευτα, εξαιτίας της αποδιοργάνωσης των μεταφορών και επίσης εξαιτίας της αδυναμίας να γίνει η αποστρατιωτικοποίηση της βιομηχανίας το ίδιο γρήγορα με την άρση της επιστράτευσης του στρατού∙ μια άλλη αιτία έγκειται στην έλλειψη πρώτων υλών. Επιπροσθέτως, υπάρχουν πολύ λίγες μηχανές ή εργαλεία, οι τιμές τους είναι εξαιρετικά υψηλές και μέχρι τώρα δεν έχουν μπει σε διατίμηση από το κράτος.

Η τιμή του σταριού έχει οριστεί από το κράτος με ένα πολύ αυστηρό τρόπο. Είναι πράγματι εύκολο να καθοριστεί. Το σιτάρι είναι αναγκαίο σε όλους. Παίρνουν από τον χωρικό το μόνο προϊόν που μπορεί να έχει γι’ αυτόν μια ανταλλακτική αξία και σε ανταπόδοση του δίνουν πακέτα με χαρτονομίσματα των οποίων η αξία είναι πολύ σχετική. Οι αγρότες μένουν χωρίς εργαλεία, μηχανές και σιτάρι∙ δεν τους αφήνουν για παρηγοριά παρά ένα πακέτο από πολύχρωμα χαρτιά που αυτοί καταθέτουν σε μια τράπεζα∙ έτσι φαίνεται ότι (τάχα) πλουτίζουν. Στην πραγματικότητα φτωχαίνουν.

Τα μηχανήματά τους, χωρίς επισκευή και συντήρηση, έχουν γίνει παντελώς μη χρησιμοποιήσιμα. Τα ζωντανά τρώγονται, και συμβαίνει επίσης ο αγρότης να είναι αναγκασμένος να καταναλώσει για τροφή το στάρι που έχει φυλάξει για την σπορά της επόμενης χρονιάς. Είναι πολύ φυσικό η αγροτική τάξη να επιθυμεί να ρυθμιστούν από το κράτος συγχρόνως με την τιμή του σταριού και οι τιμές όλων των αναγκαίων για την κατανάλωση της υπαίθρου αντικειμένων, κυρίως οι τιμές των υφασμάτων και των μεταλλικών αντικειμένων.

Το κόμμα μας απαιτεί την άμεση μονοπώληση όλων των κυρίων κλάδων της παραγωγής και την θέσπιση ενός συστήματος σταθερών τιμών για όλα τα αντικείμενα γενικής κατανάλωσης σε όλη την επικράτεια, και στην ύπαιθρο και στις πόλεις.

Δεν είναι εύκολο πράγμα να προβούμε σ’ αυτή τη διατίμηση. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να προμηθεύσουμε την απαραίτητη ποσότητα αντικειμένων πρώτης ανάγκης∙ είναι αντίθετα εξαιρετικά εύκολη η κατάσχεση του σιταριού∙ δεν ξεφεύγει από το οπτικό μας πεδίο∙ μπορούμε να το καταγράψουμε και να το φορολογήσουμε χωρίς κόπο.

Οι μπολσεβίκοι διάλεξαν τη γραμμή της ελάχιστης αντίστασης. Έφτασαν μέχρι του σημείου να οργανώσουν αποσπάσματα εργατών για να πάνε στην ύπαιθρο και να πάρουν με τα όπλα το σιτάρι των αγροτών. Μ’ αυτές τις συμπεριφορές οι μπολσεβίκοι προκάλεσαν μια εμφύλια σύγκρουση μέσα στην επαναστατική στρατιά της εργασίας. Οι εργάτες βάδισαν εναντίον των αγροτών και αυτό με την εντολή της επαναστατικής κυβέρνησης!!!

Δεν αρνιόμαστε την απόλυτη ανάγκη να βρούμε σιτάρι, αλλά σκεφτόμαστε ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος να ακολουθήσουμε για να φτάσουμε στο σκοπό. Εκτιμούμε ότι γι’ αυτό πρέπει να οργανώσουμε την διανομή και να αποκεντρώσουμε την οργάνωση του ανεφοδιασμού της χώρας. Αρμόδια για την επίταξη του σιταριού σε περίπτωση ανάγκης μπορούν να είναι μόνο τα τοπικά σοβιέτ. Τα αποσπάσματα που έρχονται από μακριά, σταλμένα από τη πρωτεύουσα, και τα οποία δεν γνωρίζουν καν τις τοπικές συνθήκες, δεν μπορούν παρά να φέρουν αταξία και πλήρη διάλυση στην ύπαιθρο. Με το διάταγμα που εξέδωσαν οι μπολσεβίκοι όσον αφορά τα «επιφορτισμένα με τον ανεφοδιασμό ένοπλα αποσπάσματα» αμάρτησαν διπλά. Στο παλιό και συνηθισμένο τους αμάρτημα, δηλαδή την καχυποψία τους απέναντι στην αγροτική τάξη, πρόσθεσαν ένα καινούριο, την έλλειψη εμπιστοσύνης στην τελική νίκη της επανάστασης.

Εάν πραγματικά η επανάσταση ήταν καταδικασμένη να αφανιστεί, τότε μόνο η πολιτική της διασποράς και του θρυμματισμού θα μπορούσε να έχει κάποια αξία. Μια δραστηριότητα ανάλογη με το κίνημα του 1905 θα άφηνε βαθιά ίχνη και θα έδινε τους καρπούς της, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον πολύ σύντομα. Αλλά η επανάσταση βρίσκεται μόνο στην επαύριον των μεγαλύτερων νικών της. Σε αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ επικίνδυνο και επίσης εγκληματικό να θέλουν να δημιουργήσουν, μέσα στην ίδια την επανάσταση, αταξία και ανταγωνισμό ανάμεσα στις επαναστατικές μάζες.

Διεκδικήσαμε την απόδοση του ανεφοδιασμού στα τοπικά Σοβιέτ και την ενοποίηση της δράσης αυτών των Σοβιέτ σ’ ένα κεντρικό οργανισμό υπαγόμενο στη δικαιοδοσία των Σοβιέτ.

Και σ’ αυτές τις συνθήκες οι μπολσεβίκοι, παρά τις πολύ έντονες διαμαρτυρίες του κόμματός μας και του αγροτικού τμήματος της κεντρικής εκτελεστικής Επιτροπής, ψήφισαν χάρη στην πλειοψηφία που έχουν στην κεντρική εκτελεστική Επιτροπή, αυτόν τον ολέθριο νόμο που θεσπίζει τις «επιτροπές των φτωχών αγροτών».

Σ’ αυτό τον νόμο, βλέπουμε να επανεμφανίζονται οι παλιές θεωρίες των μπολσεβίκων για την αγροτική τάξη. Με αυτή την ευκαιρία ανασύρθηκαν από τη λήθη οι φημισμένοι τους «φτωχοί» της υπαίθρου. Όλες οι απαραίτητες εξουσίες για την εφαρμογή των αποφάσεων  των κομισάριων του λαού και της Επιτροπής ανεφοδιασμού αφαιρέθηκαν από τα τοπικά Σοβιέτ και μεταφέρθηκαν εξολοκλήρου σε ειδικές Επιτροπές, οι οποίες αποτελούνται αποκλειστικά από εργάτες γης που στερούνται γης και σιταριού.

Αυτές οι επιτροπές καταστρέφουν τη δύναμη και τη σημασία των τοπικών Σοβιέτ των αγροτών∙ φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν με σκοπό να αγωνιστούν εναντίον των Σοβιέτ που αποτελούνται από τη πλειονότητα των αγροτών. Αλλά αυτό δεν είναι παρά πρελούδιο στην πλήρη κατάργηση των αγροτικών Σοβιέτ.

Ο νόμος λέει ότι, εκτός από τα θέματα που αφορούν τον εφοδιασμό, αυτές οι Επιτροπές μπορούν επίσης να ασχοληθούν και μ’ άλλα ζητήματα. Ποια είναι αυτά τα άλλα ζητήματα; Πρόκειται για πολιτικά ζητήματα; Για οικονομικά ζητήματα; Και τι θα απογίνουν τότε οι αρμοδιότητες και η δραστηριότητα των Σοβιέτ;

Το Συμβούλιο των Επιτρόπων του λαού θα μπορούσε να είχε αρκεστεί στο φιλτράρισμα της αγροτικής τάξης μ’ ένα τρόπο που του φαινόταν επαρκής∙ αλλά πήγε ακόμα πιο μακριά. Δεν είχε επίσης πλήρη εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δικές του επιτροπές και τις έθεσε κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του «Κομισαριάτου του ανεφοδιασμού». Έτσι έπληξε την αυτονομία των τοπικών Σοβιέτ. Στη θέση μιας ομοσπονδίας αυτονόμων μονάδων, πέτυχαν να σχηματίσουν εργαλεία που στερούνται θέλησης και δρουν σύμφωνα με τις διαταγές μιας κεντρικής οργάνωσης στην οποία και υποτάσσονται πλήρως.

Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά παρά να διαμαρτυρηθούμε εναντίον αυτών των νεωτερισμών που έχουν παρεισφρήσει στο θεσμό των Σοβιέτ∙ απευθύναμε έκκληση στους αγρότες∙ τους καλέσαμε να αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στη δημιουργία των αποσπασμάτων ανεφοδιασμού και «των Επιτροπών φτωχών χωρικών». Όλη η τάξη των αγροτών συμφωνεί εξολοκλήρου μαζί μας σ’ αυτό το ζήτημα, και είναι εύκολα κατανοητό, γιατί αυτή η τερατώδης παρωδία του «αγροτικού προλεταριάτου» έφερε στην επιφάνεια τον τεχνητό χαρακτήρα των στείρων διακρίσεων που έθεσαν οι μπολσεβίκοι ανάμεσα στους κατοίκους της υπαίθρου.

Για να ορίσουμε την ουσία και τον χαρακτήρα των διαφορετικών τάξεων της κοινωνίας, πρέπει πριν απ’ όλα να βρούμε τα χαρακτηριστικά στοιχεία με τα οποία διακρίνονται από τις άλλες τάξεις.

Θεσπίσαμε για την ύπαιθρο δυο κατηγορίες σαφώς καθορισμένες ∙ στην πρώτη περιλαμβάνουμε όλους εκείνους οι οποίοι ζουν από την προσωπική τους εργασία και δεν προσφεύγουν καθόλου στη μισθωτή εργασία για να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους. Όλη αυτή η κατηγορία είναι οι εργαζόμενοι αγρότες. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνουμε όλους τους εκμεταλλευτές και τους κερδοσκόπους που ζουν σε βάρος των εργαζομένων και εκμεταλλεύονται τα κτήματά τους μέσω της εργατικής δύναμης των άλλων.

Αυτή η διάκριση είναι σαφής, καθαρή και συγκεκριμένη. Ας δούμε τώρα πως οι μπολσεβίκοι ορίζουν τους «φτωχούς χωρικούς» που τους θεωρούν σαν την μόνη αγροτική τάξη η οποία είναι προορισμένη να κατανοήσει τον σοσιαλισμό. Ποια είναι τα διακριτικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν να διαφοροποιήσουμε τον αγρότη που ζει αποκλειστικά από την εργασία του από τον «απολύτως φτωχό αγρότη», τον εκπρόσωπο της τάξης των «φτωχών χωρικών»;

Κάθε ορισμός του «πλούτου» και της «φτώχειας» ενός αγρότη είναι πάντοτε πολύ σχετικός. Τα ίδια στοιχεία μπορούν, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο, να είναι άλλοτε στοιχεία του πλούτου, και άλλοτε στοιχεία της φτώχειας. Εάν, για παράδειγμα, παίρνουμε σαν κριτήριο της φτώχειας, τον αριθμό των ζώων που έχει στη κυριότητά του ο κάθε αγρότης, και περιλάβουμε στους φτωχούς τον οποιονδήποτέ έχει μόνο ένα άλογο ή δεν έχει καθόλου, αυτό θα είναι σωστό μόνο για την βόρεια Ρωσία, γιατί στο νότο της Ρωσίας, ένας αγρότης μπορεί να είναι πλούσιος χωρίς να έχει άλογο, δεδομένου ότι, εκεί, τα χωράφια οργώνονται συχνά με τη βοήθεια βοδιών.

Επίσης όλες οι άλλες εξωτερικές ενδείξεις είναι σχετικές. Το εμβαδόν των σιτόσπαρτων χωραφιών στις περιοχές όπου ασκούν την εντατική καλλιέργεια δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνο σε τόπους όπου η καλλιέργεια είναι εκτατική∙ έτσι δεν μπορούμε να καθορίσουμε κάποιο κριτήριο που να μπορεί βάσιμα να θεωρηθεί σαν ένδειξη του πλούτου ή της φτώχειας. Έπειτα οι μεγάλες οικογένειες των αγροτών που διαθέτουν μια μεγάλη έκταση είναι πιο φτωχές από τις οικογένειες που έχουν προχωρήσει σε μοίρασμα της γης και όπου κάθε «μοικοκυριό» διαθέτει μια μικρότερη έκταση.

Εάν όλα αυτά τα κριτήρια έχουν τουλάχιστον ένα ίχνος λογικής, αντίθετα, το νέο οικονομικό στοιχείο που ανακαλύφθηκε από τους μπολσεβίκους δεν αντέχει στην ανάλυση. Για τους μπολσεβίκους, μπουρζουάδες αγρότες είναι εκείνοι που κατέχουν ένα «πλεόνασμα σιταριού». Να, στα αλήθεια ένα στοιχείο σαφές και συγκεκριμένο! Θέλει να πει ότι ένας αγρότης δεν πρέπει να έχει παρά την ποσότητα σταριού που του είναι εντελώς απαραίτητη για να μην πεθάνει της πείνας; Ή με αυτό κατανοούμε πλήρως ότι (ο αγρότης) πρέπει να έχει στην κατοχή του αρκετό στάρι για να μπορεί να τραφεί, να ντυθεί, να παπουτσωθεί και να ανταλλάξει σιτάρι έναντι αγροτικών μηχανημάτων και εργαλείων όπως τσάπες, αλέτρια, σβάρνες, κτλ, εν συντομία, έναντι όλων εκείνων που του είναι απαραίτητα για να ζήσει και να εκμεταλλευτεί το κτήμα του; Εάν οι μπολσεβίκοι πιστεύουν ότι ο αγρότης πρέπει να έχει στην κατοχή του μόνο την εντελώς απαραίτητη ποσότητα ψωμιού για την τροφή του, θα βρουν όλο κι όλο το 2 ή 3% των αγροτών, ανθρώπους χωρίς οικογένεια, περιπλανώμενους χωρίς εστία, οι οποίοι θα μπορούν να ταξινομηθούν σ΄ αυτή την κατηγορία των εκλεκτών του μπολσεβικισμού. Θα πρέπει να θυσιάσουν σ’ αυτούς τους μελλοντικούς κύριους της γης περίπου εκατό εκατομμύρια εργαζόμενους αγρότες, οι οποίοι θα πρέπει να καταστραφούν πλήρως γιατί, για τον αγρότη, να έχει σιτάρι για τη δική του κατανάλωση και μόνο, είναι ο θάνατος.

Εάν αντίθετα, οι μπολσεβίκοι αποδέχονται ότι οι χωρικοί πρέπει να έχουν στην κατοχή τους μια ποσότητα σταριού επαρκή για να ικανοποιήσουν όλες τους τις ανάγκες, τότε θα βρουν σε όλη τη Ρωσία τουλάχιστον μερικές δεκάδες εκατομμύρια αγροτικών οικογενειών οι οποίες μπορούν να περηφανεύονται ότι κατέχουν μια τέτοια ποσότητα σιταριού.

Όπως και να ‘χει το πράγμα, οι ορισμοί που δόθηκαν από τους μπολσεβίκους είναι εξαιρετικά ασαφείς και δεν μπορούν να δημιουργήσουν παρά παρεξηγήσεις. Αυτοί οι ατυχείς ορισμοί θα προκαλέσουν τον εμφύλιο πόλεμο στην ύπαιθρο, θα καταστρέψουν τους Ρώσους αγρότες, θα τους διασπάσουν και δεν θα οδηγήσουν σε τίποτα καλό.

Εξάλλου, οι μπολσεβίκοι θα έπρεπε γνωρίζουν τα περίεργα γεγονότα που συνέβησαν στην περιοχή του Ουράλη. Εκεί, οι πλούσιοι χωρικοί φοβούμενοι τη δήμευση του σταριού, πούλησαν έγκαιρα στις παλιές τιμές και έκρυψαν το χρυσάφι τους. Κατά συνέπεια πλέον δεν έχουν ούτε ένα σπόρο σιτάρι, αλλά έχουν φυγαδέψει κιβώτια  γεμάτα με τον χρυσό με τον οποίο πληρώθηκε το σιτάρι τους. Είναι στη πραγματικότητα πολύ πλούσιοι, αλλά, στις συνελεύσεις των κοινοτήτων, είναι οι πρώτοι που απαιτούν, σε συμφωνία με τους «φτωχούς» και τους φωνακλάδες, την δήμευση του «πλεονάσματος» του σιταριού των εργαζόμενων αγροτών. Δηλαδή θα ήθελαν να δημεύσουν το λίγο που απέμεινε στον μικρό αγρότη από τη συγκομιδή που μαζεύτηκε με την προσωπική του εργασία σ’ ένα χωράφι που ποτίστηκε με τον ιδρώτα του.

Να οι τερατώδεις παραλογισμοί στους οποίους μας οδηγεί αυτό το δήθεν υπερεπιστημονικό κριτήριο του «πλεονάσματος του σταριού». Ο τεχνητός χαρακτήρας των διακρίσεων που οι μπολσεβίκοι θέλουν να εισάγουν ανάμεσα στους χωρικούς, βγάζει μάτι.

Αναμφισβήτητα, το μέλλον ανήκει, όχι σ’ αυτούς τους «φτωχούς χωρικούς», γεννήματα μιας φαντασίας που ρέπει προς την παραδοξότητα,και οι οποίοι εξάλλου εξαφανίζονται με την εφαρμογή του νόμου για το δικαίωμα στη γη και για την κοινωνικοποίηση της γης. Όχι, το μέλλον ανήκει σ’ αυτή την πολυπληθή αγροτική τάξη που ονομάζουμε εργαζόμενους αγρότες.

Αυτή η τάξη, με τις προσδοκίες της για την ειρήνη, έδωσε τη νίκη στην επανάσταση, και με την πάλη της για τη γη, άνοιξε τη δεύτερη φάση της επανάστασης, μετασχηματίζοντας την από αστική επανάσταση σε κοινωνική επανάσταση∙ επίσης τώρα με την πάλη της για το σιτάρι το οποίο αφαίρεσε από τη Ρωσία ο πολεμοχαρής ιμπεριαλισμός, αυτή η τάξη βοηθάει στην απελευθέρωση της Ρωσίας από τις αλυσίδες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Χωρίς τους εργαζόμενους αγρότες η επανάσταση είναι αδύνατη∙ η υποστήριξή τους είναι η εγγύηση της τελικής νίκης της επανάστασης. Οι εργαζόμενοι αγρότες δεν θα δώσουν ποτέ τη συγκατάθεσή τους να θυσιαστούν για ένα μπολσεβίκικο πείραμα. Δημιουργώντας τις περίφημες επιτροπές «των φτωχών χωρικών», που ήταν ένα νέο χαστούκι στην αγροτική τάξη, οι μπολσεβίκοι έχασαν, και όχι μόνο προσωρινά, τις συμπάθειες αυτού του προμαχώνα της επανάστασης.

Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι αγρότες εγκατέλειψαν την επανάσταση; Απολύτως όχι. Αυτό θέλει να πει μόνο ότι συσπειρώνονται, με τις γραμμές τους ακόμα πιο πυκνές, κάτω από τις σημαίες του κόμματος, που είναι εντελώς φυσικά το δικό τους, του κόμματος των σοσιαλεπαναστατών της αριστεράς. Οι εργαζόμενοι αγρότες είναι σήμερα το πιο επαναστατικό στοιχείο της Ρωσίας. Όλη η αγροτική Ουκρανία βαδίζει στη μάχη για το ψωμί, για τη γη και για την ελευθερία. Και όλοι οι αγρότες της Ρωσίας σπεύδουν να τους βοηθήσουν.

Η «Εξέγερση» είναι τώρα για τον χωρικό ένα σύνθημα τόσο οικείο, όσο αυτό που εδώ και πολύ καιρό διατηρεί στην καρδιά του, το «Γη και Ελευθερία»

 

Α. S.

 

[1] Βλ. Les Socialistes-Revolutionnaires de gauche dans la Revolution russe, editeur Spartacus 1983

[2] Ε.Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, ελλ. εκδ. Υποδομή, 1977, τόμος 2, σ. 209.

[3] Στο ίδιο, τόμος 2, σ. 214.

[4] Αυτή η στενή συσχέτιση του σοσιαλισμού ειδικά με τη μισθωτή εργασία και τη διάδοσή της δικαιολόγησε τη λεγόμενη «κολεκτιβοποίηση» του 1928-32 –η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήταν αίτημα πολλών μπολσεβίκικων αριστερών αντιπολιτεύσεων πολύ πριν την υιοθετήσει ο Στάλιν. Οδήγησε σε σοβαρά θεωρητικά σφάλματα (όπως πχ η ταύτιση της απλής εμπορευματικής παραγωγής με τον καπιταλισμό ή της κάθε αγοράς με την καπιταλιστική αγορά) αλλά και στην απομόνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης, ιδίως στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, από τα άλλα λαϊκά στρώματα.