Του Ισαάκ Στάινμπεργκ (Исаак Нахман Штейнберг)

Η επαναστατική Ρωσία, ή η Ρωσία εν συντομία, για έναν Ευρωπαίο παραμένει μέχρι και σήμερα μια χώρα θαυμάτων και εκπλήξεων. Το πολύπλοκο δίκτυο των κοινωνικών και εθνικών ενδιαφερόντων, η περιπλοκότητα των πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι σκοτεινές κινήσεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου γύρω από αυτή τη “χώρα της επανάστασης”, όλα αυτά σχηματίζουν ένα τοπίο αρκετής σύγχυσης και, ως εκ τούτου, η Ευρώπη περιορίζεται στο να αρκείται με πληροφορίες ενός πάρα πολύ γενικού χαρακτήρα. Οι σοσιαλιστές επαναστάτες της Ευρώπης δεν υποφέρουν λιγότερο από αυτή την ανεπαρκή πληροφόρηση όσον αφορά στα πράγματα της Ρωσίας και από εδώ προέρχεται το ότι δεν είναι σε θέση ούτε οι ίδιοι να καταλάβουν τόσο καλά όσο θα έπρεπε τα πεπρωμένα της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, ούτε να ευαισθητοποιήσουν, ως προς αυτά, την καρδιά των Ευρωπαίων προλετάριων.

Μπορούμε να πούμε ξεκάθαρα ότι η πρώτη Δημοκρατία εργατών και αγροτών που είδε ο κόσμος είναι σχεδόν εντελώς απομονωμένη, ότι, μη έχοντας πραγματικά στήριγμα από τους εργάτες και τους αγρότες άλλων χωρών, υποφέρει και παλεύει μόνη της για να ανταπεξέλθει σε απίστευτες δυσκολίες που αυξάνονται καθημερινά. Εδώ έγκειται αυτό που πρέπει να γνωρίζει με συγκεκριμένο τρόπο το προλετριάτο της Ευρώπης, και, αυτό που είναι ακόμα πιο σημαντικό, να το γνωρίζει εγκαίρως.

Οι πρώτες ημέρες και οι πρώτες λαμπερές εβδομάδες που ακολούθησαν τη νίκη των εργαζόμενων τάξεων στην Ρωσία, έχουν περάσει προ πολλού. Τώρα πια, ήρθε, για αυτές, η ώρα να παλέψουν μέσα στη δυστυχία για να συντηρούν το Κράτος τους, για να το διατηρούν μέχρι τη στιγμή όπου οι μάζες των εργατών της Ευρώπης θα ξυπνήσουν και θα μπουν σε δράση. Η Δημοκρατία των Σοβιέτ δεν θέλει πια να είναι μόνο μια μεγάλη “ανώνυμη σοσιαλίστρια”. Επιθυμεί να είναι γνωστή για όλα τα έργα της και για όλα τα καθήκοντα που την επιβαρύνουν, επειδή η Ρωσία των εργατών έχει το δικαίωμα να πει στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο, δηλώνοντάς του τις κοινωνικές και ηθικές διεκδικήσεις της : “de tua res agitur”

Μιλήσαμε πιο πάνω για τις δυσκολίες της ρώσικης επανάστασης. Είμαστε υποχρεωμένοι, με πόνο ψυχής, να μιλήσουμε κατ αρχήν για την πιο τρομακτική και την πιο επικίνδυνη από αυτές τις δυσκολίες. Θέλουμε να μιλήσουμε για την εξέγερση των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς στην Μόσχα και σε άλλες πόλεις, η οποία στρεφόταν εναντίον της τότε πολιτικής της Κυβέρνησης των Σοβιέτ. Πρέπει να εκθέσουμε όσο ολοκληρωμένα γίνεται και με όλη την ειλικρίνεια που μπορούμε, την ιστορική προέλευση και τη σημασία του τραγικού αυτού γεγονότος.

Πρέπει να το κάνουμε όχι μόνο επειδή το Κόμμα μας πήρε ολόκληρη την ευθύνη επάνω του γι αυτό το γεγονός, αλλά και διότι, με αυτή την ευκαιρία, οι θεμελιώδης αντιπαραθέσεις που διχάζουν την επανάσταση βγήκαν στο φως της ημέρας.

Το να κατανοήσουμε την εξέγερση της 6ης και 7ης Ιουλίου από πολιτική και κοινωνική σκοπιά, να καθορίσουμε δίκαια στον καθένα το μερίδιό του σε “λάθη” και ευθύνες, να δείξουμε τις επιπτώσεις που απορρέουν από αυτά, αυτό σημαίνει να ακολουθήσουμε μια φορά το δρόμο της επανάστασης μας από τη στιγμή της ολέθριας πράξης που ήταν η ειρήνη του Brest-Litowsk. Με πολύ μεγάλη οδύνη θα μιλήσουμε για την εξέγερση της Μόσχας, επειδή το κόμμα που την προκάλεσε και το κόμμα εναντίον του οποίου κατευθύνθηκε, είναι δεμένα το ένα με το άλλο με κοινωνικές συνάφειες, επειδή εκτυλίχθηκε στο εσωτερικό του στρατοπέδου αυτών που, από την αρχή της επανάστασης του Μαρτίου της περασμένης χρονιάς, παλέψανε μαζί, κατ αρχήν στο επίπεδο των ιδεών και στη συνέχεια στο επίπεδο μια κοινής οργάνωσης.

Και αν αυτή η πάλη, αυτή η αιματοβαμμένη πάλη, έβαζε σε δυσκολίες, αποκλειστικά, κόμματα, μικρές ομάδες διανοούμενων η επιτροπές, η επανάσταση θα μπορούσε να είχε προχωρήσει με πόνο, αλλά παρ όλα αυτά να προχωρήσει δίπλα από αυτό το εμπόδιο που υψώνονταν μπροστά στο δρόμο της. Αλλά η τεράστια εμβέλεια, η κοινωνική εμβέλεια αυτής της πάλης έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε μεταξύ δύο κομμάτων με τα οποία συνδέονται οι μάζες και που εκπροσωπεύουν τα πιο ενεργά στρώματα της τάξης των εργαζόμενων.

Δεν είναι οι διαυγείς ιδέες, οι θεωρητικές αρχές, που πάλεψαν μέσα στους δρόμους της Μόσχας, αλλά πραγματικά προγράμματα στα οποία συσπειρώθηκαν οι λαϊκές μάζες.

Η σημερινή σύγκρουση των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς και των μπολσεβίκων είναι μια σύγκρουση μεταξύ του ενεργού μέρους του προλεταριάτου και του ενεργού μέρους των εργαζόμενων αγροτών. Αυτές οι δύο ομάδες συμμετείχαν εξ ίσου στην εγκατάσταση της Δημοκρατίας των Σοβιέτ και ενδιαφέρονται εξ ίσου για τη νίκη της κοινωνικής επανάστασης. Και όταν θα περάσουμε μετά στην έκθεση της ουσίας των διαφορών μας, θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι η πάλη έκανε να συγκρουσθούν δύο ομάδες που ανήκουν στο ίδιο ταξικό στρατόπεδο, στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που ένας ψηλός τοίχος χωρίζει από όλο το κόσμο της αντίδρασης της μπουρζουαζίας η του ψευδο-επαναστατικού σοσιαλισμού.

* * *

Τι είναι αυτό που μας χωρίζει τους μπολσεβίκους; Είναι η απουσία ενός πράγματος που, στο πιο δυνατό σημείο της επανάστασης του Νοεμβρίου, σφράγισε την ένωσή μας, με αίμα και μέσα στην πάλη. Είναι η εγκατάλειψη από τους μπολσεβίκους της ίδιας της βάσης του διεθνούς και επαναστατικού σοσιαλισμού. Η επανάστασή μας, από την αρχή της (το Μάρτιο), όταν οι μύωπες πολιτικοί δε την έβλεπαν, ακόμα τότε, παρά μόνο σαν μια μπουρζουάδικη επανάσταση, εξαρτιόταν ήδη από τις διεθνείς συνθήκες και τη διεθνή κατάσταση. Αυτή η εξάρτηση φάνηκε ακόμα πιο καθαρά τον Νοέμβριο, όταν οι τάξεις του μόχθου της Ρωσίας σήκωσαν τη σημαία της κοινωνικής εξέγερσης.

Δεν είναι μόνο εναντίον της ρώσικης μπουρζουαζίας, αλλά εναντίον του παγκόσμιου κεφαλαίου που η Δημοκρατία της Ρωσίας ξεσηκώθηκε, υπέροχη και μεγαλοπρεπής. Αυτή η Δημοκρατία δεν απαιτούσε μια ειρήνη χωριστά με το συνασπισμό των κεντρικών Αυτοκρατοριών, αλλά μια ειρήνη διεθνή και επαναστατική. Και δεν είναι έκπληξη που αυτή η Δημοκρατία, η οποία δικαιωματικά θεωρούσε φίλους της τους εκμεταλλευόμενους όλου του κόσμου, είδε να ορθώνονται εναντίον της, από την άλλη πλευρά των κοινωνικών οδοφραγμάτων, οι ενωμένες δυνάμεις των καπιταλιστών όλων των ουδέτερων και “συμμάχων” καθώς και των εμπόλεμων.

Σε αυτές τις συνθήκες, εάν η Δημοκρατία των εργαζόμενων της Ρωσίας μπορούσε να βγει νικηφόρα από την πάλη, αυτό δε θα γινόταν παλεύοντας απομονωμένη, μπαίνοντας σε μια μονομαχία με έναν μόνο ιμπεριαλισμό, αλλά παρασύροντας μέσα σε αυτή την πάλη τις καθυστερημένες, τις παθητικές η λιγότερο συνειδητές λαϊκές μάζες της Ευρώπης και της Αμερικής.

Κατά συνέπεια, η ρωσική επανάσταση δεν ήταν ένα τέρμα’ δεν ήταν παρά η πρωτοπορία της διεθνούς επανάστασης. Αλλά αυτή η διαδικασία της διεθνοποίησης της πάλης που άρχισε στην Ρωσία, μπορούσε να εκπληρωθεί γρήγορα και εύκολα; Απολύτως όχι! Η ρωσική επανάσταση δεν έτρεφε ποτέ μάταιες ελπίδες σε αυτό το θέμα. Αντιληφθήκαμε καλά ότι τις ιστορικές αιτίες που έφεραν τους λαούς της Ευρώπης στην δυνατότητα αυτού του πολέμου, δεν είναι εύκολο να τις καταργήσουμε. Όμως, αντιλαμβανόμασταν καλά ότι οι λαϊκές μάζες της Ευρώπης που δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιηθεί ταξικά είχαν ανάγκη από ένα πολύ δυνατό φως, ένα διαρκές και εκθαμβωτικό φως προερχόμενο από μια χώρα που, χάριν των πολλαπλών ιστορικών αιτιών, θα μπορούσε, πρώτη, να έκανε ένα αποφασιστικό βήμα στο δρόμο της επαναστατικής ανοικοδόμησης. Και εμείς, πιστέψαμε, με το δίκιο μας και πιστεύουμε ακόμα και τώρα, ότι είναι η Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ρωσίας που έχει το προνόμιο να είναι αυτή η “μεγάλη δύναμη” του σοσιαλισμού και της επανάστασης, που θα κεντρίσει και θα επιταχύνει στην Ευρώπη την ενστικτώδη και ασυνείδητη “διαδικασία” που γεννήθηκε από τον παρόντα πόλεμο, και που δεν θα έχει παρά να πάρει, υποκινούμενη από την ρωσική επανάσταση, ξεκάθαρες μορφές και ικανές να ζήσουν. Εάν η Ρωσία των Σοβιέτ δεν μπορούσε να πετύχει αυτό το σκοπό μόνο με το γεγονός της ύπαρξής της, με τα καλέσματα της και με την προπαγάνδα της, θα(έπρεπε να) ήταν έτοιμη να συνεχίσει την απελπισμένη πάλη εναντίον των ταξικών εχθρών (Γερμανία η Entente), ώστε να προτρέψει με τη ζωή της και το θάνατό της τους λαούς της Ευρώπης να την μιμηθούν και να κάνουν την επανάσταση.

Η επανάσταση του Νοεμβρίου κράτησε αυτή την έννοια διαρκώς κατά την περίοδο των πρώτων μηνών. Η εποχή των διαπραγματεύσεων στο Brest-Litowsk ήταν η εποχή της πάλης της σοσιαλιστικής Ρωσίας με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, πάλη όμως που γινόταν για το συμφέρον όλων των εργατών όλων των χωρών εναντίον των καπιταλιστών όλων των χωρών’ ως εκ τούτου, οι διαπραγματεύσεις του Brest-Litowsk αποτύπωσαν, όχι το τέλος της επαναστατικής πάλης, αλλά αντίθετα, την αρχή μιας καινούργιας εποχής προλεταριακής πάλης για την διεθνή ειρήνη και για την κοινωνική επανάσταση. Στην περίπτωση που οι “ειρηνικοί διαπραγματευτές” του Brest-Litowsk απετύγχαναν, η Ρωσία των Σοβιέτ ετοιμαζόταν όχι για έναν επίλογο μιας ιμπεριαλιστικής ειρήνης, αλλά για μια καινούργια πάλη, που εμείς, οι σοσιαλιστές-επαναστάτες της αριστεράς, ονομάζαμε εξέγερση και οι μπολσεβίκοι επαναστατικός πόλεμος.

Μόνο μέσα σε αυτή την καθαρή ατμόσφαιρα αδιάλλακτης τάξικής πάλης μπορούσε να ζήσει η πρωτοπορία της κοινωνικής και διεθνούς επανάστασης, ήταν συγχρόνως μια αναγκαιότητα αρχής και μια συνθήκη καταλληλότητας.

* * *

Και όμως, κάτι άλλο συνέβη: το κόμμα των μπολσεβίκων, που σχημάτισε την άκρα αριστερά στο Zimmerwald, που είχε παλέψει γενναία εναντίον της κυβέρνησης του Kerensky, που είχε πάρει την αντρίκια πρωτοβουλία της εξέγερσης του Νοεμβρίου, αυτό το μπολσεβίκικο κόμμα που είχε οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις στο Brest-Litowsk, έκανε ξαφνικά μια απροσδόκητη μεταστροφή.
Από την πρώτη στιγμή της είδησης της επίθεσης των Γερμανών μετά από την διακοπή των διαπραγματεύσεων στο Brest, το ρεύμα αυτών που υποχώρησαν από δειλία, αδιαχώριστα συνδεδεμένο με το όνομα του Λένιν, επικράτησε’ οι οπαδοί αυτής της τάσης πήραν ως οδηγία το εξής: να υποχωρήσουν εφ όλης της ύλης μπροστά στον γερμανικό ιμπεριαλισμό για να σωθεί η Δημοκρατία των Σοβιέτ.

Το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς δεν μπορούσε να αποδεχτεί αυτή τη ρήξη με όλη την παράδοση της κοινωνικής επανάστασης, και για να σώσει ακριβώς το πνεύμα της επανάστασης του Νοεμβρίου, οι σοσιαλιστές-επαναστάτες της αριστεράς έφυγαν από την κυβέρνηση.

Είναι αλήθεια ότι στο τέταρτο Συνέδριο των Σοβιέτ, η απόφαση του Κόμματος των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς, με την οποία αυτό διαμαρτυρόταν ενάντια στην επικύρωση της ειρήνης στην Brest, δεν έλαβε παρά 300 ψήφους έναντι 700ων που ψήφισαν για την ειρήνη. Όπως και να έχει κρίναμε απαραίτητο, χωρίς να διακόψουμε με την Δημοκρατία των Σοβιέτ ως τέτοια, να υποβάλλουμε τις διαφορές μας στην κρίση των λαϊκών μαζών συνεχίζοντας συγχρόνως να εργαζόμαστε μέσα στους άλλους θεσμούς της Δημοκρατίας εκτός από την ανώτατη Κυβέρνηση. Αναγνωρίζουμε ότι η απόφαση που έγινε δεκτή στο Συνέδριο ήταν επηρεασμένη, όχι από έναν σχολαστικό υπολογισμό των εσωτερικών και διεθνών επιπτώσεων αυτής της ψήφου, αλλά από την φλογερή επιθυμία για ειρήνη και ανάπαυση που διέπνεαν τις αγροτικές μάζες και τους στρατιώτες πέρα από τη λογική της τάξης και πέρα από το επαναστατικό καθήκον τους.

Και εκτιμήσαμε εξ ίσου ότι η δουλειά του σοσιαλιστικού Κόμματος δεν συνίσταται σε μια συγκατάθεση σε αυτή την κίνηση ενστικτώδους πασιφισμού των μαζών, ένας πασιφισμός γεμάτος κούραση και αντίδραση’ αντίθετα, η δουλειά μας έπρεπε να είναι να εντυπώσουμε σε αυτό το κίνημα ένα χαρακτήρα τέτοιο, που θα γινόταν ένα διεγερτικό για τη συνέχεια της πάλης και να τον συγκολλήσουμε αδιάσπαστα στις παγκόσμιες προσδοκίες για ειρήνη.

* * *

Οι μπολσεβίκοι, μένοντας μόνοι στην Κυβέρνηση των Σοβιέτ, πήραν επάνω τους όλη την ευθύνη όσον αφορά την εφαρμογή της συνθήκης ειρήνης του Brest-Litowsk’ αλλά από τη στιγμή εκείνη, η επανάσταση των Σοβιέτ έπαψε να είναι μια διεθνής επανάσταση, για να γίνει αντιθέτως μια εθνική επανάσταση. Πράγματι, από εκεί και πέρα, δεν την απασχολεί πλέον να επιδράσει κυρίως επάνω στην πολιτική της διεθνούς δημοκρατίας στο όνομα των συμφερόντων της τελευταίας αλλά και των δικών της συμφερόντων. Η επανάσταση των Σοβιέτ κλείστηκε μέσα στα όρια των δικών της ενδιαφερόντων, και αμφιταλαντεύεται περιμένοντας την διεθνή δημοκρατία να έρθει να την βοηθήσει. Μετά από αυτή τη μεταστροφή, η επανάσταση των Σοβιέτ έπαψε να είναι για την ιμπεριαλιστική Ευρώπη επαναστατική μαγιά. Ακόμα περισσότερο, προσπάθησε να αποφύγει τα άπληστα βλέμματα αυτής της ιμπεριαλιστικής Ευρώπης και να προεκτείνει την ύπαρξή της κρατώντας απόσταση.

Την εποχή της πάλης και των επιτευγμάτων που ενθουσίαζαν τις καρδιές των προλετάριων όλου του κόσμου, την διαδέχτηκε μια εποχή πρακτικών υπολογισμών, “διπλωματικών” συμφωνιών και αναρίθμητων συμβιβασμών. Εάν η ίδια η επανάσταση του Μαρτίου χάθηκε εξ αιτίας της θανατηφόρας ένωσής της με τις σύμμαχες δυνάμεις οι οποίες της επέβαλαν ξένους στόχους, εύκολα φανταζόμαστε αυτό που μπορεί να είναι η κατάσταση μιας κοινωνικής επανάστασης αναγκαστικά δεμένης με τον πολεμικό ιμπεριαλισμό των κεντρικών Αυτοκρατοριών.

Η διεθνής επίδραση της Δημοκρατίας των Σοβιέτ έπεσε στο μηδέν μετά την ειρήνη στο Brest-Litowsk’ εξ άλλου, οι σοσιαλιστές της Ευρώπης το γνωρίζουν καλύτερα από εμάς.

Αυτή την περίοδο έκπτωσης του διεθνούς επαναστατικού κύρους μας την εκμεταλλεύτηκαν με το παραπάνω οι ιμπεριαλιστές όλων των στρατοπέδων’ και οι μεν και οι δε βρήκαν εκεί μια αφορμή για να διακηρύξουν την ανικανότητα μιας προλεταριακής επανάστασης και για να διεγείρουν και για να σώσουν από την εξαφάνιση τα σοβινιστικά πάθη των λαών τους.

* * *

Όμως η Δημοκρατία των Σοβιέτ δεν έπαψε μόνο να είναι διεθνής’ δεν μπόρεσε να επιβιώσει ούτε μέσα στα εθνικά πλαίσια. Αν στο εξωτερικό, η επιρροή της ειρήνης του Brest-Litowsk δεν έχει τίποτα το επαναστατικό, στο εσωτερικό, λειτούργησε προς μια κατεύθυνση καθαρά αντι-επαναστατική.

Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, όπως μπορούσαμε εξ άλλου να το προβλέψουμε, αντιμετώπισε την ειρήνη του Brest-Litowsk ως εξουσιοδότηση εν λευκώ για τη μελλοντική πολιτική του στη Ρωσία. Πάνω απ’ όλα, οι Γερμανοί άρχισαν, πότε με το ένα πρόσχημα και πότε με ένα άλλο, να καταλαμβάνουν με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις τις επαρχίες της Ρωσίας, την μία μετά την άλλη. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός με αυτό τον τρόπο στέρησε τα Σοβιέτ από την συνδρομή εκατομμυρίων εργατών που είχαν ήδη εξοικειωθεί με την καινούργια κοινωνική συνθήκη και που αποτελούσαν τη δύναμή τους.

Από την άλλη μεριά, οι Γερμανοί στέρησαν το Κράτος των εργατών και των αγροτών από τους πιο αναγκαίους πόρους (σιτάρι, κάρβουνο, σίδηρο, πετρέλαιο). Ακόμα χειρότερα, σε πολλές επαρχίες, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός δημιουργεί ή υποστηρίζει κυβερνήσεις που, προφανώς, καταλύουν την εξουσία των Σοβιέτ.

Με αυτό τον τρόπο και με το πρόσχημα της ειρήνες του Brest-Litowsk, οι γερμανοί δημιούργησαν την κυβέρνηση του Skoropadsky στην Ουκρανία, του Krasnow στο Don, του Soulkewitch στην Κριμαία, κυβερνήσεις που δεν θα μπορούσαν να είναι, μπροστά στην κόκκινη Κυβέρνηση της Ρωσίας, παρά κυβερνήσεις λευκών, κυβερνήσεις μοντέρνων Vendéens, εμιγκρέδες που ήρθαν από κάποιο καινούργιο Coblentz.

Όλες αυτές οι πολιτικές δημιουργίες, που στήθηκαν εν όψει και εν γνώσει των Σοβιέτ, ευνοούν τους σκοπούς της Entente και την υποστηρίζουν μέσα στους κόλπους των ρωσικών κομμάτων.

Η Entente, φοβούμενη να χάσει μια ευκαιρία να εκμεταλλευτεί για το συμφέρον της τον φυσικό πλούτο της Ρωσίας (πρώτες ύλες και ανθρώπινο δυναμικό), προσπαθεί να βάλει εμπόδια στην “ειρηνική” διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου στη Ρωσία. Η Entente κάνει σχέδια για να “βοηθήσει” τη Ρωσία να επέμβει υπέρ της. Καταλαμβάνει διαδοχικά το Vladivostok και την μουρμάνια ακτή. Προκαλεί το κίνημα των Τσεχο-Σλοβάκων. Η Δημοκρατία των Σοβιέτ, εξ αιτίας αυτού, καταντά μια αρένα ανοιχτής πάλης μεταξύ δύο καπιταλιστικών συνασπισμών. Τα συμπαθούντα κόμματα της Entente θέλοντας να ξαναπάρουν την εξουσία (οι σοσιαλιστές επαναστάτες της δεξιάς, οι μενσεβίκοι, οι καντέτοι, κλπ) υποστηρίζουν ηθικά και υλικά όλα αυτά τα κινήματα και χρησιμοποιούν το λαϊκό έμβλημα της “πάλης εναντίον του γερμανικού ιμπεριαλισμού” ‘ συγχρόνως, συνεχίζουν στα κρυφά την πραγματοποίηση των δικών τους πολιτικών σχεδίων.

Τέλος, κάτω από την πίεση της πρωσικής μπότας, η Δημοκρατία των Σοβιέτ δεν είναι πλέον ικανή να πραγματοποιήσει καμία από τις μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της’ οι τράπεζες, οι μετοχικές επιχειρήσεις, τα δάνεια, η γη και τα σπίτια, όλα αυτά τα μέσα παραγωγής πάνω στα οποία η Δημοκρατία των Σοβιέτ είχε βάλει χέρι ώστε να κληροδοτηθούν στις λαϊκές μάζες, όλα αυτά τα αγαθά, λέμε, περνούν σταδιακά και αναπόφευκτα, είτε κατευθείαν είτε έμμεσα (εντολοδόχοι, “κηδεμόνες”), στα χέρια των Γερμανών, των Αυστριακών και των Ουκρανών καπιταλιστών, περιχαρακωμένων πίσω από τις ρήτρες της ειρήνης του Brest-Litowsk. Η Δημοκρατία των Σοβιέτ είναι όλο και λιγότερο κυρίαρχη του φυσικού πλούτου της χώρας της. Μπορεί ακόμα, τυπικά, να τον εθνικοποιήσει, αλλά δεν μπορεί πλέον να τον μεταβιβάσει στα χέρια του λαού.

Με αυτές τις συνθήκες, η ισχύς των Σοβιέτ γίνεται όλο και περισσότερο μια μυθοπλασία, καταντά φαινομενική. Αυτή η δύναμη, ανίκανη να κάνει οτιδήποτε στο διεθνή επίπεδο, βρίσκεται εξ ίσου ανίσχυρη ως προς την εσωτερική πολιτική. Όλοι οι δρόμοι που οδηγούν προς την οικονομική ελευθερία, προς την αύξηση της ευεξίας της τάξης των εργαζόμενων, προς την ενδυνάμωση της δύναμης των εργατών και των αγροτών, φράζονται από το γράμμα και την πρακτική της συνθήκης του Brest-Litowsk. Ακόμα και η ύπαρξη της κυβέρνησης έφτασε να μοιάζει με εκείνη της Rade του Κιέβου, που η Γερμανία την ανέχτηκε μόνο για όσο χρονικό διάστημα φαινόταν να υπακούει στις διαταγές της. Μπορεί να μας εκπλήξει ότι, με αυτές τις συνθήκες, η ειρήνη του Brest-Litowsk είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του επαναστατικού πνεύματος σε όλη τη χώρα, την απουσία πίστης στις δυνάμεις και στο μέλλον της Επανάστασης; Μας εκπλήττει που αυτή η παρακμή του επαναστατικού πνεύματος επέτρεψε στα μετριοπαθή σοσιαλιστικά κόμματα (τους μενσεβίκους, παραδείγματος χάριν) να αποκτήσουν όλο και περισσότερους οπαδούς μεταξύ των εργατών;

Σε αυτή την αργή αλλά σίγουρη πτώση των Σοβιέτ έπρεπε με κάθε τρόπο να μπει ένα τέλος. Και είναι το Κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς που πήρε πάνω του την πρωτοβουλία να αλλάξει ριζικά την κατεύθυνση της πολιτικής των Σοβιέτ. Αυτό είναι φυσικό, διότι στη Ρωσία δεν υπάρχει κανένα άλλο κόμμα που να είναι υπέρ των Σοβιέτ και που, επί πλέον να είναι εχθρικό απέναντι τόσο στον ιμπεριαλισμό των Κεντρικών Δυνάμεων όσο και στον ιμπεριαλισμό των Συμμάχων.

Κάτω από τη σημαία του κόμματος των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς ήρθαν να συσπειρωθούν οι εργάτες και οι αγρότες από πολυάριθμες ρώσικες επαρχίες, και πολλά συνέδρια των επαρχιακών Σοβιέτ προσχώρησαν στην ιδέα του ηθελημένου σαμποτάζ της ειρήνης του Brest-Litowsk, που συμβούλεψαν οι σοσιαλιστές επαναστάτες της αριστεράς.

Στο πέμπτο Συνέδριο των Σοβιέτ, που έλαβε χώρα στις 4 Ιουλίου στην Μόσχα, το 40% των συμμετεχόντων υιοθέτησαν την άποψή τους.

Η ανάπτυξη του κόμματός μας αποδεικνύει την εξέλιξη της συνείδησης των μαζών, σχετικά με την ειρήνη του Brest-Litowsk και την πολιτική των Σοβιέτ. Συγχρόνως, η αγροτική Ουκρανία, αυτή η ανοιχτή πληγή πάνω στο σώμα της Επανάστασης, παλεύει μέχρι θανάτου και χωρίς ανάπαυλα, μέσα σε μια άνιση μάχη, εναντίον της γερμανικής κατοχής, περιμένοντας ότι ολόκληρη η Ρωσία θα έρθει να την βοηθήσει.

Το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς ανέλαβε να αλλάξει και να προσανατολίσει την πολιτική των Σοβιέτ προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ακολούθησε μέχρι τότε. Και για να ασκήσει μια πιο έντονη πίεση, το κόμμα αποφάσισε να βάλει την εξουσία των Σοβιέτ μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. Η δολοφονία του πρέσβη της Γερμανίας, Mirbach, είναι ένα από αυτά τα τετελεσμένα γεγονότα.

Το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς δεν άρχισε τις εχθροπραξίες με σκοπό να ανατρέψει την εξουσία των μπολσεβίκων’ δεν ενεργεί εναντίον της εξουσίας των Σοβιέτ γενικά, ούτε με στόχο να αδράξει την εξουσία : αλλά θέλησε να δημιουργήσει, ενάντια στη θέληση των μπολσεβίκων, μια πολιτική ατμόσφαιρα που θα τους ανάγκαζε να αλλάξουν πολιτικό προσανατολισμό.

Δεν είναι ότι το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς καλεί τον λαό σε έναν πόλεμο εναντίον της Γερμανίας στο πλευρό της Entente, δεν είναι υπέρ του“συμμαχικού” ιμπεριαλισμού και εναντίον του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Όχι, κάνει ένα κάλεσμα για μια εξέγερση, ανεξάρτητη από κάθε ιμπεριαλιστική επιρροή, του εργαζόμενου λαού εναντίον των εχθρών της τάξης του’ καλεί τους εργαζόμενους σε έναν εμφύλιο πόλεμο εναντίον της ξένης μπουρζουαζίας, σε έναν εμφύλιο πόλεμο παρόμοιο με εκείνον που διεξήγαγαν με τόση επιτυχία στο εσωτερικό της Ρωσίας εναντίον της εθνικής μπουρζουαζίας. Και με αυτό, το κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών της αριστεράς, που απαιτεί την επιστροφή στα αξιώματα της επανάστασης του Νοέμβρη, θέτει ένα ανυπέρβλητο χάσμα μεταξύ αυτού και των σοσιαλιστών επαναστατών της δεξιάς (με επικεφαλής τους Kerensky και Savinkof)’ αυτοί οι τελευταίοι θα θέλανε να ξαναμετατρέψουν τον επαναστατικό λαό της Ρωσίας σε ένα εργαλείο των σχεδίων της Entente που θα παλεύει δήθεν για την ελευθερία. Οι μπολσεβίκοι δεν θέλησαν, κατά τη διάρκεια αυτού του Συνεδρίου των Σοβιέτ, να αλλάξουν την τακτική τους. Αντίθετα, η απόφαση που έχουν πάρει υπογραμμίζει ότι “ η κύρια υποχρέωση των Σοβιέτ και της κυβέρνησης τους είναι η διατήρηση της ειρήνης. Οι εργάτες και οι αγρότες δεν θα έχουν να υπερασπιστούν τη χώρα παρά μόνο σε περίπτωση ξένης εισβολής”. Λες και υπήρχε ήδη “ειρήνη” εκείνη τη στιγμή στην Ρωσία, σαν να ήταν η ξένη εισβολή ακόμα μια προοπτική!!

Έτσι, η μοιραία μυθοπλασία συνεχίστηκε’ αλλά στην παρούσα, είναι χωρίς την συμμετοχή και εναντίον της θέλησης του δεύτερου κόμματος της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, του κόμματος που εκπροσωπεί τα κοινωνικά συμφέροντα μιας μεγάλης μερίδας του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων αγροτών . Εννοείται, ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να διαρκέσει. Αυτό είναι προφανής κίνδυνος για τα δύο σοσιαλιστικά κόμματα της Ρωσίας, είναι μια απειλή για την ίδια την ύπαρξη της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, διότι δεν μπορούμε να πούμε ότι το κόμμα των σοσιαλιστών επαναστατών της αριστεράς είναι αντί-επαναστατικό’ ούτε μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε σαν μια μικρή κλίκα ονειροπόλων και διανοούμενων.

Όλο το παρελθόν του, καθώς και η σημαντική αριθμητική δύναμή του, μηδενίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Σήμερα, αυτό το κόμμα διακηρύσσει την επαναστατική αλήθεια εναντίον μιας επαναστατικής μυθοπλασίας. Δηλώνει ότι η Δημοκρατία των Σοβιέτ, περιτριγυρισμένη από εχθρούς τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, δεν μπορεί να επιβιώσει μόνη της και καλεί στη δημιουργία καινούργιων σοσιαλιστικών σχηματισμών παλεύοντας μόνο εναντίον αυτού του κόσμου των εχθρών.

Αυτή η Δημοκρατία πρέπει να βγει από τα στενά εθνικά όρια και να ξαναπάρει μια διεθνή διάσταση. Ειδάλλως, θα πεθάνει σύντομα, σίγουρα πριν να ξεσπάσει η επανάσταση στην Ευρώπη. Αυτή η αλήθεια, που ήταν στη βάση όλης της τακτικής της επανάστασης του Νοεμβρίου, αποδεικνύεται ακόμα μια φορά από το παράδειγμα της μεταγενέστερης περιόδου της ειρήνης του Brest-Litowsk. Αυτή η αλήθεια, κατακτημένη με πόνο από την Ρωσία των Σοβιέτ, θα ξαναγίνει αργά η γρήγορα το κατευθυντήριο νήμα της συμπεριφοράς των μπολσεβίκων.

Ωστόσο, η κοινωνική επανάσταση έχει πρωταρχικό συμφέρον να γίνει αυτό το συντομότερο δυνατόν. Και με την παραδοχή αυτής της αλήθειας είναι, που μια καινούργια προσέγγιση και μια συμφιλίωση των δυο αδελφών κομμάτων, των δυο αδελφών εργαζόμενων τάξεων, θα γίνουν εφικτές.

Φέρνουμε την διαφωνία μας μπροστά στο δικαστήριο των σοσιαλιστών ολόκληρου του κόσμου.

Ξέρουν ότι η αναμμένη φωτιά στην Ανατολική Ευρώπη υπόσχεται το φως και τη θερμότητα σε όλη την εργατική ανθρωπότητα. Ξέρουν ότι η πρώτη Δημοκρατία των εργατών είναι η ίδια τους η ελπίδα και ο ίδιος τους ο δρόμος προς το μέλλον. Και αν προς στιγμήν δεν μπορούν να βοηθήσουν τους Σοβιέτ με μια ενεργή πάλη, πρέπει να συλλογιστούν βαθιά το δράμα της κοινωνικής επανάστασής μας και από κοινού με εμάς, να χαράξουν το δρόμο της μελλοντικής ανάπτυξής της.

Διότι λέμε και επαναλαμβάνουμε ακόμα μια φορά στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο: De tua re agitur!