Σε άλλο κείμενο των Σοσιαλεπαναστατών της αριστεράς που δημοσιεύσαμε υπερασπιζόταν θερμά «την τρομοκρατία σαν μέσο επαναστατικής δράσης». Το κείμενο που ακολουθεί καταγγέλλει με σφοδρότητα την επαναφορά της ποινής του θανάτου. Και τα δύο είναι γραμμένα από τον ίδιο συγγραφέα –τον A. Schreider– τον Ιούλιο του 1918. Οι Σοσιαλεπαναστάτες και παλαιότερα οι Ναρόντνικοι είχαν εκτελέσει πολλούς ανθρώπους της ανώτερης τάξης, μεταξύ αυτών και τον τσάρο Αλέξανδρο Β. Πάντοτε υποστήριζαν ότι πολλές φορές είναι αναγκαίο να εξοντώνονται οι αντίπαλοι. Όμως απεχθάνονταν την ιδέα της επιβολής της θανατικής ποινής με δικαστική διαδικασία, και μάλιστα τόσο πολύ που, για την ολοκληρωτική ρήξη των σχέσεων τους με τους Μπολσεβίκους η επαναφορά της θανατικής ποινής ήταν λόγος της ίδιας βαρύτητας με την υπογραφή του Μπρεστ-Λιτόβσκ και τις επιτάξεις των σιτηρών. Για τον Καρρ «επρόκειτο για μια λογική και φυσιολογική έκφραση των αναρχικών καταβολών της σοσιαλεπαναστατικής σκέψης η οποία δεχόταν την τρομοκρατία αλλά δεν δεχόταν το κράτος»[1].

Οι Σοσιαλεπαναστάτες αντιλαμβάνονταν τους φόνους που διέπρατταν σαν πολεμικές πράξεις. Η επιβολή της ποινής του θανάτου με δικαστική ετυμηγορία όμως έχει μια εσωτερική σχέση με την ιερότητα της κρατικής εξουσίας. Η απέχθεια για κάθε είδους επιβολή της θανατικής ποινής ήταν βαθιά ριζωμένη στη Ρωσία∙ είχε θρησκευτικές καταβολές και είχε ενισχυθεί από την επίδραση που άσκησαν οι διαφωτιστές την εποχή της Μ. Αικατερίνης. Όταν στη δεκαετία του 1860 καθιερώθηκε στη Ρωσία ο θεσμός των ορκωτών δικαστηρίων, οι ένορκοι ήταν ιδιαίτερα διστακτικοί στην έκδοση αποφάσεων που συνεπαγόταν την ποινή του θανάτου για τον κατηγορούμενο. Η Φεβρουαριανή επανάσταση πρόβαλε την κατάργηση τη ποινής του θανάτου σαν ένα από τα κύρια σημεία του προγράμματός της[2].

Πάντως το πιο συγκλονιστικό κείμενο εναντίον της επαναφοράς της ποινής του θανάτου και για την καταδίκη σε θάνατο του πλοίαρχου Σχάστνυ το έγραψε ο μενσεβίκος Μαρτόφ. Είναι το «Κάτω η ποινή του θανάτου» και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις «Εκδόσεις των Συναδέρφων».

 

Η ΠΟΙΝΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Στις 10 Μαρτίου 1793, ο Δαντών απαιτούσε με την επιμονή και με το πάθος που τον χαρακτήριζε την εγκαθίδρυση ενός επαναστατικού Δικαστηρίου: «Ας είμαστε τρομεροί, έλεγε ενώπιον της Συμβατικής, για να απαλλάξουμε τον λαό από την ανάγκη να γίνει αυτός ο ίδιος τρομερός»* .

Σε όλες τις χώρες και σε όλες τις επαναστάσεις, κατά διαστήματα επικράτησε αυτό το πνεύμα του Δαντών. Έχουν διακηρύξει ότι θα έπρεπε να δώσουμε στον τρόμο μια κανονική μορφή για να τον εμποδίσουμε να κατακλύσει όλο το πεδίο της επανάστασης. Τώρα πια αυτή η οπτική θριαμβεύει επίσης στη Ρωσία, παρόλο που οι σοσιαλεπαναστάτες της αριστεράς την είχαν πολεμήσει με όλες τους τις δυνάμεις.

Πώς φτάσαμε στην αποκατάσταση της ποινής του θανάτου; Γιατί στο πέμπτο Συνέδριο των Σοβιέτ το κόμμα μας ήταν αναγκασμένο να ζητήσει για τρίτη φορά κατά τη διάρκεια αυτής  της εξανάστασης, την κατάργηση αυτού του επαίσχυντου θεσμού ο οποίος κηλιδώνει την επανάσταση.

Στην αρχή της επανάστασης ο Κερένσκι κατάργησε την ποινή του θανάτου. Αυτό ήταν ίσως η μόνη θετική πράξη του ειλικρινή αν και αδύναμου και άβουλου επαναστάτη, του νευρασθενικού της επανάστασης που ήταν ο Κερένσκι, και αυτή η πράξη θα γραφεί στο Χρυσό Βιβλίο της Επανάστασης. Αλλά οι καλές χειρονομίες δεν αρκούν. Θα πρέπει να δοθεί, στη θέση της παλιάς, μια νέα οργάνωση της δικαιοσύνης. Συχνά τότε υπενθυμίσαμε το δεύτερο μέρος αυτής της διάσημης φράσης του Δαντών: «Να οργανώσουμε την Δικαιοσύνη, όχι μια καλή δικαιοσύνη γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά τη λιγότερο κακή απ’ όλες τις δυνατές δικαιοσύνες, ούτως ώστε η ρομφαία του νόμου να επικρέμεται πάνω από το κεφάλι όλων των εχθρών του»*.

Ο Κερένσκι δεν μπόρεσε να οργανώσει μια καινούρια δικαιοσύνη. Οι παλιές μορφές της Δικαιοσύνης, σε πλήρη ασυμφωνία με τις συνήθειες της νέας ζωής, κατέπνιγαν τη ρωσική Επανάσταση. Ο σκουριασμένος μηχανισμός της Εισαγγελίας και της Ανάκρισης ήταν σαν πυροσβέστης που έσβηνε κάθε αναλαμπή νομικής συνείδησης που εκδηλωνόταν στο πνεύμα του λαού. Οι δειλές προσπάθειες που έγιναν να εισαχθούν στη Ρωσία τα κοινοτικά δικαστήρια δεν είχαν επιτυχία γιατί οι μεταρρυθμιστές ήταν άτολμοι και οι ιδέες τους πολύ στενές. Και όλη η Ρωσία πλημμύρισε από τον μανισμένο χείμαρρο της αυτοδικίας.

Ο λαός μη βλέποντας τη δυνατότητα νόμιμης δίκης, δίκαζε ο ίδιος τους εγκληματίες σύμφωνα με τη δική του δικαιοσύνη, εμπνεόμενος από τον θυμό και την επιθυμία εκδίκησης.

Ο Κερένσκι δεν μπόρεσε να παραμείνει στο ύψος της πρώτης του στάσης απέναντι στη θανατική ποινή. Στο αποκορύφωμα της ανόδου της σωβινιστικής τρέλας, όταν στο όνομα μακρινών και ξένων στο ρωσικό λαό συμφερόντων, ήθελαν εκ νέου να ρίξουν εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές στη φωτιά της ιμπεριαλιστικής τρέλας, ο Κερένσκι, ο οποίος είχε εγκαταλείψει τη μία μετά την άλλη όλες τις θέσεις του επαναστατικού σοσιαλισμού, ακύρωσε το μόνο καλό πράγμα που έκανε: επανάφερε την ποινή του θανάτου στο μέτωπο. Ένα ποταμός διαμαρτυρίας και αγανάκτησης διέτρεχε όλη τη χώρα και οι αρχές, οι οποίες στερούνταν της δύναμης και της θέλησης, αποδείχθηκαν ανίκανες, επίσης και σ’ αυτή την περίπτωση, να φτάσουν μέχρι το τέρμα. Χωρίς να καταργήσει την ποινή του θανάτου, κάτι που θα έστρεφε τους σωβινιστές μπουρζουάδες εναντίον της, και φοβούμενη ταυτόχρονα τη λαϊκή οργή, η Κυβέρνηση Κερένσκι δεν τόλμησε να προβεί σε εκτελέσεις των πεινασμένων και κουρασμένων στρατιωτών.

Η Επανάσταση του Οκτώβρη έθεσε τέρμα σ’ αυτή την πολιτική της υποκρισίας.

Το δεύτερο Συνέδριο των Σοβιέτ διακήρυξε εκ νέου ότι η ποινή του θανάτου που αποκατέστησε ο Κερένσκι καταργείται στη Ρωσία των Σοβιέτ. Η νέα εξουσία που δημιουργήθηκε από τη Επανάσταση του Οκτώβρη κατάφερε να οργανώσει μια λαϊκή δικαιοσύνη. Σήμερα, όλη η Ρωσία είναι καλυμμένη από ένα δίκτυο νέων δικαστηρίων και η αυτοδικία δεν ασκείται σχεδόν καθόλου. Θα μπορούσε να φανεί ότι, σ’ αυτές τις συνθήκες, ο στόχος έχει επιτευχθεί, και έχοντας εκπληρώσει αυτό που συμβούλευε ο Δαντών, θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους λόγους για τους οποίους ο Δαντών ήθελε να οργανώσει το επαναστατικό δικαστήριο. Να είμαστε τρομεροί, αυτό είναι ο σκοπός; Δεν θα μπορούσαμε να τον αντικαταστήσουμε από την επιθυμία να είμαστε δίκαιοι; Είχαμε αυτή τη δυνατότητα ∙ ο δικαστικός μηχανισμός τέθηκε σε κίνηση.

Αλλά σ’ αυτό όπως και σε όλα τα υπόλοιπα, οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν αρκετή πίστη στην Επανάσταση και στην οργανωτική της δύναμη. Ξεχνώντας την ανάγκη εσωτερικής αρμονίας πάντοτε αναζήτησαν να πραγματοποιήσουν μια εξωτερική συγκόλληση.

Η επιβολή της θανατικής ποινής με δικαστική απόφαση επανήλθε στις 29 Ιουνίου 1918, όταν ένα έκτακτο Δικαστήριο, αποτελούμενο από δικαστές διορισμένους από την κεντρική εκτελεστική Επιτροπή, καταδίκασε τον πλοίαρχο Σχάστνυ [Stchastny] σε εκτέλεση με τουφεκισμό σαν ένοχο εσχάτης προδοσίας. Αυτό το ανώτατο Δικαστήριο είναι, από την επανάσταση του Οκτώβρη, το πρώτο που συνεδρίασε χωρίς τη συμμετοχή ενόρκων, το πρώτο δικαστήριο στο οποίο μπορούμε να απευθύνουμε τη μομφή της μεροληψίας.

Το Κόμμα μας διαμαρτυρήθηκε εναντίον της οργάνωσης αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο για εμάς είναι ένας παράλογος αναχρονισμός. Το Κόμμα μας διαμαρτυρήθηκε επίσης εναντίον του γεγονότος ότι αυτό το δικαστήριο παραβίασε τις προηγούμενες αποφάσεις που καταργούσαν για πάντα την ποινή του θανάτου. Το Κόμμα μας ζήτησε τέλος το πέμπτο Συνέδριο των Σοβιέτ όλης της Ρωσίας να επιβεβαιώσει με τους πιο καθαρούς και τους σαφείς όρους την κατάργηση αυτού  του επαίσχυντου θεσμού που είναι η ποινή του θανάτου.

Αλλά το ρεύμα τη αδυναμίας, το οποίο  οδηγούν τώρα οι Μπολσεβίκοι, είχε το πάνω χέρι.

Να στολιζόμαστε με μια τρομακτική μάσκα, είναι ένα σύμπτωμα αδυναμίας, γιατί εάν είμασταν δυνατοί, αυτές οι εξωτερικές εκδηλώσεις θα ήταν άχρηστες. Εξάλλου αυτές δεν προκαλούν φόβο σε κανένα. Και σ’ αυτό το πεδίο ακόμα, δεν θα καταθέσουμε τα όπλα πριν να  πετύχουμε την κάθαρση της επανάστασης. Με τη βοήθεια  επαναστατικού κινήματος όλο και πιο μεγάλου και όλο και πιο ισχυρού, θα μπορέσουμε να είμαστε ισχυροί παραμένοντας δίκαιοι.

Α. SCHREIDER

 

[Το κείμενο μεταφράζεται από την έκδοση Les Socialistes-révolutionnaires de gauche dans la Révolution russe : une lutte méconnue, Spartacus, Παρίσι, 1983.]

 

[1] Ε. Χ. ΚΑΡΡ, ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, ελλ. εκδ. Υποδομή, 1977, τόμος 1, σ. 221.

[2] Στο ίδιο, τόμος 1, σ. 208, 209.

* Ξαναμεταφρασμένο πάνω στο κείμενο της ρωσικής έκδοσης

* Ξαναμεταφρασμένο από το κείμενο της ρωσικής έκδοσης.