Περίληψη

Κάθε μείζον κοινωνικό φαινόμενο αποτελείται από πολλαπλά επίπεδα, παράγεται από πάμπολλες αιτίες και παράγει απροσδιόριστο αριθμό αποτελεσμάτων, οι δυνάμεις και τα στοιχεία που το κάνουν δυνατό συναντώνται, αποκλίνουν, συγκρούονται και συνεργάζονται διαρκώς και ακατάπαυστα μεταξύ τους. Αυτή δεν είναι, με κανέναν τρόπο, μια ριζοσπαστική ή πρωτάκουστη επιστημολογική θέση ή εξηγητική μεθοδολογία. Οι κοινωνικές επιστήμες εδώ και δεκαετίες έχουν ανακαλύψει ή υιοθετήσει παρόμοιες θέσεις, οι οποίες επικεντρώνουν στη πολυσυνθετότητα και πολυπλοκότητα των κοινωνικών φαινομένων. Παρ’ όλα αυτά, αυτή είναι μια μεθοδολογική και επιστημολογική θέση η οποία μας βοηθά να απαλλαγούμε ή να απορρίψουμε, με σχετική ευκολία και βεβαιότητα, ερμηνείες που φαίνονται ξεπερασμένες,  ακατάλληλες ή μονόπλευρες. Για παράδειγμα, και παρ’ όλο που οι πολιτικές συνεπαγωγές μπορεί να διατηρούν τη χρησιμότητα τους, η επιστημολογική αξία των θεωριών του ολοκληρωτισμού είναι μάλλον μικρή. Η άποψη ότι κάθε συλλογική απόπειρα κοινωνικής χειραφέτησης είναι καταδικασμένη, ή τείνει στο, να εκπίπτει σε ολοκληρωτισμό ελέγχεται για αναγωγισμό, υπεραπλούστευση και αναχρονισμό. Το ίδιο, όμως, μπορεί να ειπωθεί και για τις ερμηνείες της Ρώσικης Επανάστασης που εμπνέονται από, ή είναι φιλικές προς, αυτήν. Η μία, η οποία βλέπει την Επανάσταση απλώς ως το αποτέλεσμα του μπολσεβίκικου πραξικοπήματος, η άλλη, η οποία προσφέρει μια εκ των υστέρων νομιμοποίηση και δικαιολόγηση της συγκέντρωσης της εξουσίας από το Κόμμα.

Τα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, δεν είναι ποτέ τόσο απλά: «υπήρξαν αναρχικοί στη Ρωσία οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στην κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους και έπειτα από διοικητικές θέσεις συνεισέφεραν στην εδραίωση της Σοβιετικής εξουσίας και του σοσιαλιστικού κράτους. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, και παρ’ όλες τις ιδεολογικές αντιφάσεις, περισσότεροι αναρχικοί συμμετείχαν στη διοίκηση του κράτους κατά την επαναστατική περίοδο από ότι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στη σύγχρονη εποχή»[1]. Αυτή η προφανής αντιφατική στάση ίσως μπορεί να ερμηνευθεί ως το αποτέλεσμα της αναγκαιότητας, αλλά το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για το επόμενο: «[ο Τρότσκι] συζήτησε με τον Λένιν, περισσότερες από μία φορές, το ενδεχόμενο να παραχωρηθεί στους αναρχικούς ένα τμήμα της χώρας στο οποίο, με τη συγκατάθεση του πληθυσμού, να δοκιμάσουν το ακρατικό πείραμά τους»[2]!

Τι πραγματικά συνέβη κατά τα αρχικά στάδια της Επανάστασης; Αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια οι ερμηνείες μας τα γεγονότα σε όλη τους την πολυπλοκότητα; Με ποιον τρόπο ταρακούνησε η αναγκαιότητα τα ιδεολογικά οικοδομήματα και πως αυτά ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της αναπόφευκτης ανάγκης; Και, εν τέλει, αν ο ιδεολογικός αναστοχασμός και αναπροσαρμογή υπήρξαν τα αποτελέσματα της συμμόρφωσης στην πιεστική πραγματικότητα, οφείλει ο κριτικός αναστοχασμός να αποτελεί τη βάση και των δικών μας ερμηνειών, αλλά και των πολιτικών συμπερασμάτων, της Επανάστασης;

 

Revolution, necessity and ideological reflection.

Abstract

Every major social phenomenon consists on various levels, is produced by myriads of causes and produce myriad effects and the forces that animate it are constantly crossing, clashing and cooperating one with another. That is, by no means, a radical or an unprecedented epistemology or explanation. Social sciences have long ago adopted similar explanations, that focus in the complexity and compoundness of every social phenomenon. Nevertheless, that methodological stance will help us to easily clear the way from inadequate, outdated and one-sided interpretations. For example, besides the political implications that might still be useful, the epistemological utility of the totalitarian theories is of little worth. The notion that every collective attempt for emancipation is doomed to lead into state or collective totalitarianism is guilty of reductiveness and simplisticness. But the same can be said about the two, favorable towards the Revolution, interpretations of the Russian Revolution; the one that sees the Revolution as the outcome, at the end, of the Bolsheviks’ coup d’ etat and the other that offers an a posteriori justification for the monopoly of power by the Party.

But, things, as it can be imagined, are never so simple: «anarchists in Russia who actively participated in the Bolshevik seizure of power and then in a variety of administrative positions which were contributions to the establishment of Soviet power and a socialist state. Although it is not well known, the fact is, in spite of the obvious ideological contradiction involved, that more anarchists were directly involved in the running of a state during the Russian revolutionary era than in any other single instance in the modern era»[3].  That obvious contradictionary stance may be well explained, due to necessity, but sole necessity cannot explain this: «[Trotsky] discussed with Lenin more than once the possibility of allotting to the anarchists certain parts of the territory for the carrying out, with the consent of the population, of their stateless experiment»[4].

What really happened during the first stages of the Revolution? Do our interpretations mirror the events in all their complexity? In what way necessity shocked the ideological systems and how did ideologies respond to the unavoidable necessity? And, finally, if ideological reflection was a crucial response to the pressing reality, does the same critical reflection must be applied to our current interpretations of the Revolution?

 

[1]M. A. Miller, «Anarchists in the State: New Perspectives on Russian Anarchist Participation in the Bolshevik Government, 1917-1919», Anarchist Studies Journal, τ. 20, ν. 2, Ιούλιος 2012, σ. 48.

[2]Όπως αναφέρεται στο D. Cotterill (επιμ.), The Serge- Trotsky Papers, Pluto Press, London-Boulder, Λονδίνο 1994, σ. 177.

[3]M. A. Miller, «Anarchists in the State: New Perspectives on Russian Anarchist Participation in the Bolshevik Government, 1917-1919», Anarchist Studies Journal, v. 20, n. 2, July 2012, p. 48.

[4]D. Cotterill (ed.), The Serge- Trotsky Papers, Pluto Press, London-Boulder, London 1994, p. 177.