Παγκόσμιος Πόλεμος και Επανάσταση

Η Ρωσία είναι η χώρα όπου σχηματίστηκε το «κλασσικό» ολοκληρωτικό καθεστώς. Ήταν αναπόφευκτη η νίκη των ολοκληρωτικών δυνάμεων εκεί; Ποιες ήταν οι εναλλακτικές επιλογές σε αυτήν την πορεία των εξελίξεων; Πώς, συγκεκριμένα, εγκαθιδρύθηκε το σύστημα αυτό στη Ρωσία; Από την αρχή ακόμα, ερευνητές που αντιτίθονταν στον Μπολσεβικισμό επεσήμαναν παράγοντες που βοήθησαν στην επιτυχία της απολυταρχικής εναλλακτικής στη Ρωσική Επανάσταση. Ανάμεσα σε αυτές ήταν το χαμηλό επίπεδο της δημοκρατικής κουλτούρας, το σχίσμα ανάμεσα στις μάζες του πληθυσμού και την κυβερνώσα ελίτ, η απομόνωση της διανόησης τόσο από τον λαό όσο και από τις αρχές, η αδυναμία των αστικών τάξεων και η προσκόλληση των χωρικών στο κοινοτικό σύστημα[1]. Όμως, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε όλες αυτές τις περιστάσεις ως παράγοντες που επέφεραν τη νίκη του Μπολσεβικισμού. Το κοινοτικό σύστημα, για παράδειγμα, παρείχε στους χωρικούς δημοκρατικές δεξιότητες για την επίλυση των προβλημάτων τους και συνέβαλλε στην αναζήτηση συναινέσεων μεταξύ τους[2]. Πολύ πιο ευνοϊκή για μια ολοκληρωτική εναλλακτική ήταν η μετάβαση από μια παραδοσιακή κοινωνία, μέρος της οποίας ήταν και η κοινοτική αυτοκυβέρνηση, σε νέες βιομηχανικές σχέσεις, που βασίζονταν στις αξίες του απόλυτου ελέγχου και του εξορθολογισμού της κοινωνικής δομής.

Κάποιοι από τους παράγοντες που επισημάνθηκαν παραπάνω προέκυψαν ως αποτέλεσμα του τύπου ανάπτυξης «που πάσχιζε να προφτάσει», ο οποίος κυριάρχησε στη Ρωσία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Νέες κοινωνικές και οικονομικές μορφές εισήχθησαν πολύ γρηγορότερα από ό,τι στη Δύση και δεν είχαν καθόλου χρόνο να ωριμάσουν. Επιπλέον, η κυβέρνηση Στολύπιν, στην προσπάθειά της να εγκαθιδρύσει τις ανάλογες οικονομικές δομές χωρίς, όμως, να ζημιώσει τα συμφέροντα της γαιοκτητικής ελίτ, συγκρούστηκε με το παραδοσιακό κοινοτικό σύστημα. Επομένως, η μεταρρύθμιση Στολύπιν επιδείνωσε τις κοινωνικές διενέξεις στα χωριά∙ εξασθένησε τον παραδοσιακό μηχανισμό κοινωνικής ρύθμισης, δηλαδή, την κοινότητα του χωριού, και προκάλεσε, επίσης, συγκέντρωση περιθωριακών στοιχείων στις πόλεις[3].

Ο πιο σημαντικός παράγοντας που συνέβαλλε στην επιτυχία της ολοκληρωτικής εναλλακτικής ήταν η ύπαρξη στη Ρωσία μιας ισχυρής τάσης προς την αυταρχική ψυχολογία, συνδεδεμένη με την απολυταρχία. Αυτό, μερικές φορές, ευθύνεται για τα συμπεράσματα σχετικά με τους έμφυτους δεσμούς μεταξύ της Ρωσικής κουλτούρας και του απολυταρχισμού, για την έμφυτη προδιάθεση του Ρωσικού λαού στον ολοκληρωτισμό, ως τελική κατάληξη του απολυταρχισμού.

Ο Ν. Μπερντιάεφ ήταν από τους πρώτους που έγραψε για αυτό σε σχέση με τη Ρωσική επανάσταση: «Η έκφραση κάποιας ορθόδοξης πίστης παραμένει πάντα το πιο σημαντικό πράγμα∙ είναι αυτό που καθορίζει το αν ανήκει κάποιος στο Ρωσικό έθνος… Οι Ρώσοι είναι επιρρεπείς στο να αντιλαμβάνονται τα πάντα σε δυάδες∙ η επιφυλακτική κριτική των Δυτικών τους είναι ξένη»[4]. Αυτές οι δηλώσεις αγνοούν τόσο την ευρέως διαδεδομένη ορθοδοξία σε άλλες κουλτούρες (συμπεριλαμβανομένης και της Δυτικής) όσο και τον μη-ορθόδοξο τρόπο σκέψης πολλών αντιπροσώπων της Ρωσικής κουλτούρας (από τον Πούσκιν ως τον ίδιο τον Μπερντιάεφ).

Παρόλο που οι απολυταρχικές παραδόσεις άφησαν τα ίχνη τους στην κοινωνική ψυχολογία των λαών της Ρωσίας, οι δημοκρατικές παραδόσεις ήταν εξίσου ισχυρές εκεί. Τέτοιες παραδόσεις περιελάμβαναν τόσο την κοινοτική αυτοκυβέρνηση, όσο και τα ρεπουμπλικανικά πολιτικά σχήματα την περίοδο της απομόνωσης. Αυτές ήταν παραδόσεις από τις οποίες άντλησαν τη δύναμή τους τα Ρωσικά απελευθερωτικά κινήματα, και ιδιαίτερα, οι λαϊκιστές Ναρόντνικοι[5].

Στις αρχές του 20ου αιώνα, ούτε ένα διακεκριμένο πολιτικό κίνημα στη χώρα δεν ήταν απολυταρχικό. Μέσα σε κάθε κόμμα, αναφυόταν και ένας εσωτερικός πολιτικός αγώνας∙ το δικαίωμα του καθενός στην προσωπική άποψη ήταν καθολικά αναγνωρισμένο, έστω και σε ποικίλους βαθμούς. Ταυτόχρονα, η Ρωσική σοσιαλδημοκρατία υποστήριζε το Μαρξιστικό ιδεώδες μιας μη καταναλωτικής κοινωνίας, οργανωμένης σύμφωνα με ένα πλάνο. Ο οικονομικός συγκεντρωτισμός και η ρευστοποίηση της αγοράς υπό τις συνθήκες μιας βιομηχανικής κοινωνίας σήμαινε απόλυτο έλεγχο, όχι μόνο πάνω στην παραγωγή αλλά και πάνω στην κατανάλωση. Ο στόχος ενός ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σύμφωνα με ένα τέτοιο ιδανικό απαιτούσε μια εξαιρετικά αυστηρή οργάνωση, και συνέβαλλε σε μια τάση ετοιμότητας μέσα στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα για εγκατάλειψη κάθε αφοσίωσης στη δημοκρατία για χάρη ενός απολυταρχικού μοντέλου πολιτικής οργάνωσης. Αυτή η νέα τάση έγινε πραγματικότητα με τον Μπολσεβικισμό. Στα σχόλιά του πάνω στις οργανωτικές προτάσεις των Μπολσεβίκων, ο Γκ. Πλεχάνωφ έγραφε: «Αυτό είναι απλά μια θηλιά γύρω από τον λαιμό του κόμματός μας∙ είναι Βοναπαρτισμός, αν όχι απόλυτη μοναρχία του παλιού, προεπαναστατικού ‘τρόπου’… Ο αείμνηστος Νετσάγιεφ θα το είχε αγαπήσει»[6].

Παρόλα αυτά, η παρουσία ή η απουσία ριζοσπαστικών οργανώσεων στη Ρωσία δεν θα είχε καμία σημασία, αν η κρίση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας δεν είχε συμπέσει με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός προκάλεσε ευρεία στρατιωτικοποίηση και κρατικό έλεγχο (δηλαδή, επιπρόσθετο κρατικό έλεγχο της οικονομίας) που αλλοίωσε τις οικονομικές δομές.

Η τσαρική κυβέρνηση απέτυχε να αντιμετωπίσει τα αναδυόμενα προβλήματα με κυβερνητική ρύθμιση της οικονομίας. Όξυνε την ήδη διογκούμενη κρίση∙ και τον Φεβρουάριο του 1917, ήρθε η καταστροφή. Οι ανταρσίες εξελίχθηκαν σε επανάσταση, η οποία προκάλεσε την πτώση της μοναρχίας. Η διαδικασία που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1917 μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κοινωνικοπολιτική επανάσταση, αφού οι ίδιες οι αρχές οργάνωσης και εξουσίας έγιναν το επίκεντρο του αγώνα ευρέων κοινωνικών στρωμάτων.

Η πραγματική εξουσία στην πρωτεύουσα έπεσε προσωρινά στα χέρια των οργάνων των ενώσεων των εργατών και των στρατιωτών, των σοβιέτ. Οι ηγέτες τους δρούσαν σύμφωνα με την αρχή της ηθικής επιρροής στις μάζες που αντιπροσωπεύονταν στα σοβιέτ. Στις επαρχίες, η εξουσία αρχικά κατοχυρώθηκε στα χέρια πιο ελιτίστικων κοινωνικών επιτροπών.

Τα σοβιέτ εξαρτιόντουσαν από τις εργοστασιακές οργανώσεις των εργατών, και τα συνδικάτα, και τα αυτο-οργανωμένα όργανα αυτοκυβέρνησης, τις εργοστασιακές και βιομηχανικές επιτροπές, και ένα ευρύ δίκτυο άλλων οργανώσεων εργατών και στρατιωτών (η αυτοκυβέρνηση των στρατιωτών έγινε νόμιμη με το Διάταγμα Ι του Σοβιέτ του Πέτρογκραντ).

Το απολυταρχικό καθεστώς κατέρρευσε, αλλά τώρα συνυπήρχαν δημοκρατικά στοιχεία μαζί με δομές του καταρρέοντος στρατιωτικοποιημένου συστήματος. Οι στρατιωτικές μάζες έπαιξαν τεράστιο ρόλο αφού, απελευθερωμένες πια από τον έλεγχο της κυβέρνησης, πάσχιζαν για την άμεση αποστράτευσή τους.

Οι Μπολσεβίκοι έγιναν η δύναμη που ανέλαβε την εδραίωση των ριζοσπαστικοποιημένων μαζών των εργατών και στρατιωτών.

Η επιστροφή στη χώρα του ηγέτη των Μπολσεβίκων, Βλ. Λένιν, είχε ιδιαίτερη σημασία για την περαιτέρω εξέλιξη της επανάστασης. Ο Λένιν, παρά την αντίσταση των τοπικών Μπολσεβίκων ηγετών, πέτυχε την αποδοχή ενός νέου προσανατολισμού προς την σοσιαλιστική επανάσταση[7].

Οι μετριοπαθείς σοσιαλιστικές δυνάμεις, που εναντιώνονταν στην αποκατάσταση του αγροτικού καθεστώτος και που πίστευαν ότι ήταν αδύνατο να επιλυθούν όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα άμεσα και ριζοσπαστικά, αντιπροσωπεύονταν από το Λαϊκιστικό Κόμμα των σοσιαλεπαναστατών (ΣΡ) και το Ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (Μενσεβίκοι). Το κύρος που απέκτησαν αυτές οι οργανώσεις στα χρόνια του αγώνα κατά του τσαρισμού αυξήθηκε κατά την διάρκεια της μαζικής εισροής των διανοουμένων σε σοσιαλιστικές οργανώσεις. Οι Μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες δημιούργησαν μεγάλο αριθμό ακτιβιστών που υπερασπίζονταν την πολιτική τους γραμμή σε αναρίθμητες συναντήσεις κατά τους πρώτους μήνες της επανάστασης.

Την άνοιξη του 1917, ήταν τα μετριοπαθή σοσιαλιστικά κόμματα που έγιναν ηγετική δύναμη στα σοβιέτ. Η σχετικά ρεαλιστική τους άποψη σχετικά με την κατάσταση της χώρας, τους έκανε να αναζητούν συμβιβασμούς ανάμεσα στις ριζοσπαστικές μάζες των εργαζομένων και τις «ομάδες με τα εκλογικά δικαιώματα», δηλαδή, την εύπορη διανόηση και τους επιχειρηματίες, χωρίς τους οποίους ένιωθαν ότι η αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας έμοιαζε αμφίβολη. Στις δύσκολες περιστάσεις του 1917, ανέλαβαν το καθήκον της σταθεροποίησης της κοινωνίας. Αυτή ήταν και η πολιτική γραμμή των υπουργών που τους αντιπροσώπευαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση μετά την κρίση του Απριλίου και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού φιλελεύθερων και σοσιαλιστών, στις 4 Μαΐου. Παρόλα αυτά, κάτω από την πίεση των οργανωμένων μαζών στα σοβιέτ, η πορεία των σοσιαλεπαναστών και των Μενσεβίκων απομακρύνθηκε από τα συμφέροντα της εύπορης ελίτ. Σχεδίασαν μέτρα κοινωνικής ρύθμισης της οικονομίας και της χρήσης γης[8]. Αλλά το μη-σοσιαλιστικό τμήμα του υπουργικού συμβουλίου εμπόδιζε την υλοποίηση αυτών των σχεδίων. Ο φιλελεύθερος-σοσιαλιστικός συνασπισμός γινόταν όλο και λιγότερο ικανός να θεσπίσει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Τα αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα και η έλλειψη μεταρρυθμίσεων ώθησαν νέες ομάδες εργατών στις τάξεις των ριζοσπαστών, δηλαδή, των Μπολσεβίκων και των Αναρχικών. Το Παν-Ρωσικό Κογκρέσο των Σοβιέτ, που έλαβε χώρα τον Ιούνιο, έδωσε στους μετριοπαθείς σοσιαλιστές ένα ισχυρό εργαλείο, ικανό να δημιουργήσει το πανεθνικό σύστημα «υπόγειων καναλιών» που έλειπε από την κυβέρνηση μετά την έμπρακτη διάλυση της Δούμας. Παρόλο που το Κογκρέσο δεν αντιπροσώπευε όλον τον λαό της χώρας, μιλούσε σίγουρα για την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο μετασχηματισμός του Κογκρέσου των Σοβιέτ σε προσωρινό επαναστατικό κοινοβούλιο δεν ικανοποίησε τους σοσιαλδημοκράτες, γιατί οι ομάδες των επίσημα αναγνωρισμένων ψηφοφόρων δεν αντιπροσωπεύονταν στα σοβιέτ. Οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές, από την πλευρά τους, φοβόντουσαν μήπως χάσουν τη συμμαχία που είχαν με την αστική τάξη και την πνευματική ελίτ. Ένιωθαν ότι κάτι τέτοιο ήταν κατάφορτο με οικονομικό σαμποτάζ και απώλεια υποστήριξης από τα δεξιά στη μάχη τους εναντίον του Μπολσεβικισμού[9]. Ως αποτέλεσμα, οι ηγέτες των δημοκρατικών κομμάτων δεν είχαν το θάρρος να αντικαταστήσουν τους Μπολσεβίκους με τους σοσιαλδημοκράτες και να σχηματίσουν «μια ομοιογενή σοσιαλιστική κυβέρνηση» που θα περιελάμβανε τα σοβιέτ και θα ήταν ικανή να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις χωρίς να ψάχνει στήριξη από τις ομάδες των επίσημων ψηφοφόρων.

Όταν, στις 3 Ιουνίου του 1917, η κυβέρνηση επιχείρησε να στείλει μέρος της φρουράς στο μέτωπο, όπου είχε ξεκινήσει μια επίθεση, χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, ξεσηκωμένοι από ένα σύνθημα που διακήρυττε την μεταβίβαση της εξουσίας στα σοβιέτ και καθοδηγούνταν από τους Μπολσεβίκους και τους Αναρχικούς που δρούσαν ενάντια στις αποφάσεις των κομμάτων τους.

Ο Λένιν φοβόταν να λάβει ριζοσπαστικά μέτρα χωρίς επαρκή προετοιμασία. Εκτιμώντας ρεαλιστικά τη δύναμη των Μπολσεβίκων, οι ηγέτες τους ήταν έτοιμοι να παίξουν τον ρόλο της αριστερής αντιπολίτευσης∙ δεν σχεδίαζαν άμεση κατάκτηση της εξουσίας. Προσπαθούσαν να κρατήσουν την εξέγερση μέσα σε κάποια όρια. Με την έναρξη, ωστόσο, της διαδήλωσης, οι Μπολσεβίκοι δε μπορούσαν να χάσουν την ευκαιρία και να μην συμμετέχουν προκειμένου να την μετατρέψουν σε μια ειρηνική, οργανωμένη διακήρυξη της βούλησης των εργατών, στρατιωτών και χωρικών του Πέτρογκραντ[10].

Η πιο σπουδαία προγραμματική απαίτηση των Μπολσεβίκων ήταν για εξουσία στα σοβιέτ. Η πραγμάτωσή της θα τους έκανε ένα από τα κόμματα εξουσίας και θα τους έδινε την ευκαιρία να επιχειρήσουν ριζοσπαστικές πολιτικές χωρίς να αναζητούν τη βοήθεια των σοσιαλδημοκρατών. Η προσκόλλησή τους στα σοβιέτ δεν υπαγορευόταν μόνο από συγκεκριμένα κομματικά συμφέροντα στη μάχη τους για την εξουσία. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν τα ήδη υπάρχοντα σοβιέτ έμοιαζαν άχρηστα ως σκαλί στην κλίμακα της εξουσίας, ο Λένιν περιέγραψε τις πεποιθήσεις του στο έργο του ‘Κράτος και Επανάσταση’. Η κύρια ιδέα του έργου του συνδέεται στενά με αυτή των σοβιέτ.

Με αναφορές στους Μαρξ και Έγκελς, ο Λένιν διατύπωσε το δικό του όραμα για τη μελλοντική κοινωνική δομή με τον ακόλουθο τρόπο: «Η Δημοκρατία που εισάγεται με τη μέγιστη πληρότητα και με όλη την πιθανή συνέπεια, μετασχηματίζεται από μια αστική δημοκρατία σε μια προλεταριακή, από το κράτος (ως ένας μηχανισμός καταπίεσης μιας ορισμένης τάξης) σε κάτι που δε μοιάζει με κανονικό κράτος»[11].

Μια τέτοια δημοκρατία σήμαινε τη μεταφορά εξουσιών απευθείας στα όργανα αυτοκυβέρνησης των εργατών και των αγροτών και τη ρευστοποίηση της γραφειοκρατικής υπερδομής: «Πλήρης εκλεξιμότητα και ανακλητότητα όλων των αξιωματούχων χωρίς εξαιρέσεις, οποιαδήποτε στιγμή, μείωση του μισθού τους στο επίπεδο ενός μέσου εργαζομένου – όλα αυτά τα απλά και ‘αυτονόητα’ δημοκρατικά μέτρα, από την μια, ενώνουν τα συμφέροντα των εργατών και την πλειοψηφία των χωρικών, και ταυτόχρονα, λειτουργούν ως γέφυρα που οδηγεί από τον καπιταλισμό στον Σοσιαλισμό…»[12]. Ο Λένιν πίστευε ότι δε θα ήταν ένα κράτος κυβερνητικών αξιωματούχων, αλλά ένα κράτος οπλισμένων εργατών που θα είχαν τον έλεγχο της διαδικασίας της διακυβέρνησης μέσω των οργανώσεών τους.

Ο Λένιν οραματίστηκε τον έλεγχο σαν κάτι πολύ απλό:

«Η καπιταλιστική κουλτούρα έχει δημιουργήσει μεγάλη βιομηχανία, εργοστάσια, σιδηροδρόμους, ταχυδρομεία, τηλέγραφο, τηλεφωνία, κλπ. Βασιζόμενοι σε αυτά, ένας τεράστιος όγκος λειτουργιών της παλιάς ‘κρατικής εξουσίας’ απλοποιείται σε τέτοιο βαθμό και μπορεί να μειωθεί στις θεμελιακές διαδικασίες καταχώρησης και επαλήθευσης τόσο πολύ, που αυτές οι λειτουργίες θα γίνουν άμεσα προσβάσιμες σε όλους τους εγγράμματους ανθρώπους∙ και θα είναι μάλιστα εφικτό να πραγματοποιούνται αυτές οι λειτουργίες με τον μισθό ενός απλού εργάτη και θα είναι εφικτό (και αναγκαίο) να απαλλάξουμε αυτές τις λειτουργίες από οποιοδήποτε ίχνος προνομίου και ‘αυταρχικότητας’»[13].

Ο Λένιν πίστευε ότι ήταν αυτή ακριβώς η βιομηχανική κοινωνία (η οποία στην πραγματικότητα περιέπλεκε σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία διακυβέρνησης) που θα την απλοποιούσε. Οι ελπίδες του επαφίονταν στο τεχνολογικό επίπεδο που ήταν διαθέσιμο από νωρίς εκείνη την εποχή, και η πραγμάτωσή τους θα ήταν επιτεύξιμη στο επίπεδο της ανάπτυξης του πολιτισμού στα τέλη του 20ου αιώνα. Ήταν αυτή ακριβώς η εποχή, παρόλα αυτά, που δημιούργησε τις χειρότερες συνθήκες για τον έλεγχο από τα κάτω πάνω στη διαδικασία διακυβέρνησης, ενώ την ίδια περίοδο, σχημάτισε τις καλύτερες συνθήκες για έναν διαχωρισμό της κυβερνητικής διαδικασίας από τα τοπικά συμφέροντα της βάσης της κοινωνίας.

Ενώ προσπαθούσε να εξουδετερώσει την ανεξάρτητη βούληση της γραφειοκρατίας μέσω του ελέγχου της από τους οργανωμένους εργάτες και κάποιους χωρικούς, ο Λένιν δεν εγκατέλειψε την μεγιστοποίηση της ίδιας της κρατικής εξουσίας, δηλαδή, της συγκεντρωτικής κρατικής δομής. Απαίτησε «τον αυστηρότερο έλεγχο εκ μέρους ενός τμήματος της κοινωνίας και του κράτους πάνω στα μέτρα για την εργασία και την κατανάλωση»[14].

Ο Λένιν έδωσε έμφαση στον συγκεντρωτισμό του Κ. Μαρξ (αντί του αναρχικού δόγματος που προϋπέθετε την μεταβίβαση της εξουσίας σε τοπικά όργανα). Ένα ισχυρό κέντρο διακυβέρνησης έπρεπε να βασίζεται πάνω σε ένα σύστημα που θα αποτελείται από ευέλικτα όργανα εργαζομένων τύπου σοβιέτ, παρά σε κρατικούς αξιωματούχους. Σύμφωνα με τον Λένιν, το πρόγραμμα άμεσων μέτρων που έπρεπε να παρθούν αμέσως μετά την επανάσταση περιελάμβανε τα ακόλουθα: «απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, μετατροπή όλων των πολιτών σε εργάτες και υπαλλήλους ενός μεγάλου ‘συνδικάτου’, δηλαδή, ολόκληρης της κυβέρνησης, και πλήρης υπαγωγή αυτού του συνδικάτου στην κρατική δημοκρατία με όλη την σημασία της, δηλαδή, σε ένα κράτος των σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών και των στρατιωτών»[15].

Έτσι, ο Λένιν προσπαθούσε να δημιουργήσει μια νέα συμμαχία (ένα νέο socium), κατά την οποία ολόκληρη η οικονομική δομή (συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου της κατανάλωσης) θα υπαγόταν στο κυβερνητικό κέντρο. Το κέντρο θα βασίζονταν σε ένα αυτοκυβερνώμενο σύστημα, που θα απέβαλλε την γραφειοκρατία και θα έθετε υπό έλεγχο τους εναπομείναντες κυβερνητικούς αξιωματούχους. Τα επιτεύγματα της βιομηχανικής κοινωνίας θα διευκόλυναν τον γρήγορο συντονισμό των συμφερόντων μέσα σε αυτό το σύστημα. Η εμπειρία των Μπολσεβίκων διέψευσε το πρόγραμμα εσωτερικών μεταρρυθμίσεων του Λένιν τόσο νωρίς όσο το 1918. Η αποτυχία οικοδόμησης της Σοβιετικής δημοκρατίας, όπως την συνέλαβε ο Λένιν, οδήγησε στην κυριαρχία της παλιάς (μέσω της δομής της) γραφειοκρατίας και σε μια επιστροφή ακραίων μορφών απολυταρχίας.

Η δημιουργία μιας δημοκρατίας των σοβιέτ τον Ιούλιο του 1917 είχε αποτύχει. Η τακτική πίεσης των μετριοπαθών σοσιαλιστών να κινηθούν σε αυτήν την κατεύθυνση δεν πέτυχε. Οι Σοβιετικοί ηγέτες του Πέτρογκραντ, μαζί με τους υπουργούς – οι σοσιαλιστές συμμάχησαν μαζί τους – αποφάσισαν να μην αντισταθούν. Περαιτέρω, θεώρησαν τις ένοπλες διαδηλώσεις των ριζοσπαστικών στρατιωτών και ναυτών μία επιχείρηση των Μπολσεβίκων. Οι αρχές είχαν αποκτήσει μία βολική δικαιολογία για την αποδυνάμωση της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης, κατηγορώντας την για τη διοργάνωση ανταρσίας στα νώτα του μαχόμενου στρατού. Αυτή η θέση της πλειοψηφίας των Σοβιέτ ανάγκασε το κόμμα των Μπολσεβίκων να κινηθεί υπόγεια και να αναθεωρήσει την στάση του για τα σοβιέτ.

Από αυτό το σημείο και έπειτα, ο Λένιν άρχισε να κλίνει προς την ανάγκη μεταφοράς της εξουσίας στο κόμμα του, μαζί με τις οργανώσεις που έλεγχε, μέσω ένοπλης εξέγερσης. Παρόλα αυτά, ο Λένιν δεν είχε εγκαταλείψει ακόμα την ιδέα των σοβιέτ, εκφράζοντας την ελπίδα ότι στην πορεία της επαναστατικής έκρηξης, νέα σοβιέτ θα εμφανίζονταν που θα έδιωχναν τα «υπάρχοντα»[16].

Αλλά μέχρι το φθινόπωρο του 1917, η κατάσταση είχε αλλάξει δραματικά. Η εξέγερση του Κορνίλοφ, στις 26-31 Αυγούστου, ενεργοποίησε τις μάζες: τα σοβιέτ, τα συνδικάτα, τις στρατιωτικές επιτροπές, τα αριστερά κόμματα και τα κινήματα (μεταξύ αυτών, τους Μπολσεβίκους, τους αναρχικούς και τις εθνικιστικές οργανώσεις), και αμέσως κινητοποιήθηκε μια πληθώρα χιλιάδων στρατιωτών, ναυτών και εργατών για να καταπολεμήσουν τον Κορνίλοφ. Οι περισσότεροι από τους στρατιώτες και τους εργάτες ήταν ενάντια στις επιθετικές δράσεις στο μέτωπο που σχετίζονταν με το όνομα του Κορνίλοφ. Τα στρατεύματα, κινούμενα προς την πρωτεύουσα, περιστοιχίζονταν από «πλήθη ακτιβιστών»[17], τα οποία εξηγούσαν στα στρατεύματα του Κορνίλοφ την αντεπαναστατική φύση των πράξεών τους. Την ίδια στιγμή, οι υποστηρικτές των σοσιαλιστών πήραν τον έλεγχο του Γενικού Αρχηγείου και τα αρχηγεία μιας σειράς τομέων. Η εξέγερση του Κορνίλοφ είχε αποτύχει.

Τα γεγονότα αυτά, για ακόμα μια φορά, αποσταθεροποίησαν την κοινωνικοπολιτική ισορροπία και προκάλεσαν νέες αμφιταλαντεύσεις ανάμεσα στις απολυταρχικές και τις δημοκρατικές εναλλακτικές μεταξύ των ηγετών της Προσωρινής Κυβέρνησης. Έγιναν προσπάθειες για να σχηματιστεί ένα υποκατάστατο της αντιπροσωπευτικής εξουσίας (Δημοκρατικό Συμβούλιο, Σοβιέτ της Δημοκρατίας), προτού λάβει χώρα η Συντακτική Συνέλευση. Όμως, η άρνησή της για οικοδόμηση της εξουσίας πάνω στη βάση των σοβιέτ και άλλων μαζικών οργανώσεων έκανε την κυβέρνηση να χάσει την στήριξη της κοινωνίας, την στιγμή ακριβώς που οι ηγέτες της θεωρούσαν τη θέση τους πιο στέρεη. Ο επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης, Α. Κερένσκι, θεωρούσε ότι μπορούσε να επιτεθεί και να κερδίσει τους Μπολσεβίκους. Αργότερα, εξήγησε ότι το λάθος αυτό προκλήθηκε από παραπληροφόρηση εκ μέρους των αξιωματούχων του επιτελείου του[18].

Τα γεγονότα του Αυγούστου αποκατέστησαν την επιρροή των σοβιέτ και προώθησαν τον ριζοσπαστισμό τους. Εφόσον οι Μπολσεβίκοι ήταν η πιο ριζοσπαστική οργάνωση ανάμεσα σε αυτούς που μετείχαν στον αγώνα κατά του Κορνίλοφ, η θέση τους αποκαταστάθηκε. Επιπλέον, η σημαντική επιρροή των Μπολσεβίκων είχε εξαπλωθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα εξαιτίας της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης, της άρνησης της κυβέρνησης να εισαγάγει οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις πριν την Συντακτική Συνέλευση, και της αποτελεσματικότητας της προπαγάνδας των Μπολσεβίκων. Μετά την αποχώρηση των σοσιαλεπαναστατών και των Μενσεβίκων από το σοβιέτ του Πέτρογκραντ, ως διαμαρτυρία κατά του προσανατολισμού των Μπολσεβίκων, που είχαν ισχυροποιηθεί εκεί, ο Λ. Τρότσκι έγινε επικεφαλής του σοβιέτ της πρωτεύουσας.

Απαντώντας στις μετριοπαθείς αμφιβολίες των Μπολσεβίκων που αφορούσαν την πιθανότητα αξιοποίησης της κατάστασης για ένοπλη κατάληψη της εξουσίας, ο Λένιν, στο φυλλάδιό του με τίτλο «Θα πάρουν οι Μπολσεβίκοι την εξουσία;», απαντούσε: «Η επανάστασή μας θα είναι αήττητη εάν σταματήσει να φοβάται τον εαυτό της, εάν περάσει όλη την εξουσία που κατέχει στα χέρια του προλεταριάτου∙ γιατί πίσω μας στέκονται οι απίστευτα μεγαλύτερες, πιο ανεπτυγμένες, πιο οργανωμένες παγκόσμιες δυνάμεις του προλεταριάτου, που είναι προσωρινά μόνο κατεσταλμένες από τον πόλεμο∙ είναι κατεσταλμένες, αλλά όχι κατεστραμμένες. Αντιθέτως, έχουν ενισχυθεί από αυτόν»[19].

Κατά την διαδικασία της έντονης εσωτερικής κομματικής διαμάχης, το ριζοσπαστικό κομμάτι κυριάρχησε, αλλά δεν ήταν το μόνο. Σε αυτές τις συνθήκες, οι Μπολσεβίκοι επεδίωξαν μια πορεία «ειρηνικής» και σε έναν βαθμό «συνταγματικής» εξέγερσης, που θα προέρχονταν από το Κογκρέσο των Σοβιέτ. Το Κογκρέσο ήταν μια εύστοχη πολιτική κάλυψη για το πραξικόπημα, αφού το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ» πήρε μεγάλη δημοσιότητα.

Συνεχίζοντας να υπερεκτιμά τη δύναμή του, ο Κερένσκι έκανε μια προσπάθεια να καταφέρει στους Μπολσεβίκους ένα προληπτικό χτύπημα, στις 24 Οκτωβρίου. Ως απάντηση, στις 24-25 Οκτωβρίου, τα στρατεύματα που ήταν φίλα προσκείμενα στους Μπολσεβίκους κατέλαβαν τους πιο σημαντικούς στόχους της πρωτεύουσας. Την ίδια στιγμή, ξεκίνησε το 2ο Κογκρέσο των Σοβιέτ (αντιπροσωπεύονταν λιγότερες από τις μισές οργανώσεις από ό,τι στο 1ο Κογκρέσο). Αρχικά, οι Μπολσεβίκοι είχαν τους μισούς αντιπροσώπους. Αλλά οι αντιπρόσωποι των Μενσεβίκων και των σοσιαλεπαναστατών εγκατέλειψαν το Κογκρέσο σε μια διαμαρτυρία ενάντια στο πραξικόπημα που βρισκόταν σε εξέλιξη. Εκείνοι που έφυγαν μαζί τους αποτελούσαν, όχι τους μισούς, αλλά μάλλον λιγότερο από το ένα τρίτο του συνόλου των εκπροσώπων, εφόσον οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες παρέμειναν. Αυτή ήταν η σύνθεση του Κογκρέσου όταν συνέχισε το έργο του[20].

Σύμφωνα με την άποψη ενός Αμερικανού ιστορικού: « Η εξέγερση που έλαβε χώρα στις 24-25 Οκτωβρίου ήταν μεγάλης ιστορικής σημασίας, αφού προκάλεσε την αποχώρηση της πλειοψηφίας των Μενσεβίκων και των σοσιαλδημοκρατών από το 2ο Κογκρέσο των Σοβιέτ, και εμπόδισε τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, στην οποία οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές θα μπορούσαν να πάρουν σημαντικές θέσεις. Εξαιτίας αυτού, η εξέγερση άνοιξε τον δρόμο για τον σχηματισμό μιας Σοβιετικής κυβέρνησης υπό τον πλήρη έλεγχο και την διακυβέρνηση των Μπολσεβίκων»[21].

Το ακόλουθο πρόβλημα προέκυψε για τους Μπολσεβίκους: Θα παρέμενε το Πέτρογκραντ «Παρισινή Κομμούνα» ή το πραξικόπημα θα λάμβανε παν-Ρωσικό χαρακτήρα; Στις άλλες πόλεις, ο αγώνας είχε σποραδική επιτυχία. Ο Κερένσκι ακόμα προσπαθούσε να μαζέψει τις δυνάμεις του για αντεπίθεση. Μόνο στις αρχές του Νοεμβρίου, η πορεία του κατέληξε σε αποτυχία, εξαιτίας της χαμηλής δημοτικότητας του Πρωθυπουργού στο στράτευμα[22].

Στις 29 Οκτωβρίου, η Παν-Ρωσική Εκτελεστική Επιτροπή του συνδικάτου των σιδηροδρόμων (Βίκζελ), κάτω από την ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών και των μη- κομματικοποιημένων εργατών, απειλώντας με πολιτική απεργία, διακήρυξε την ανάγκη για διεξαγωγή συνομιλιών ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις, προκειμένου να αποτραπεί ένας εμφύλιος πόλεμος και να παρασχεθεί μια «ευρύτερη βάση» για τη νέα εξουσία. Προσπαθώντας να σταματήσει τις στρατιωτικές ενέργειες, το συνδικάτο Βίκζελ σταμάτησε τη σιδηροδρομική μεταφορά των στρατευμάτων. Οι σιδηροδρομικοί εργάτες σχεδίαζαν τον σχηματισμό μιας ομοιογενούς σοσιαλιστικής κυβέρνησης χωρίς τους σοσιαλδημοκράτες και με την συμμετοχή των Μπολσεβίκων. Ήταν φανερό ότι επικεφαλής μιας τέτοιας κυβέρνησης θα ήταν, πρώτα και κύρια, οι σοσιαλεπαναστάτες και ο ηγέτης τους, Β. Τσέρνοφ. Αυτή η παραλλαγή της πορείας των γεγονότων, βασιζόμενη σε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις πιο σημαντικές δυνάμεις εκείνη την στιγμή, έδινε στη Ρωσία την ευκαιρία να αποφύγει ένα απολυταρχικό μονοπάτι ανάπτυξης, που τελικά έφερε τον ολοκληρωτισμό.

Αυτές οι καταστάσεις, όμως, προκάλεσαν την κατηγορηματική άρνηση των Λένιν και Τρότσκι – δεν είχαν καμία θέση στη νέα κυβέρνηση: «Το σύνθημά μας τώρα είναι: Καμία συμφωνία σε τίποτα, δηλαδή, είμαστε υπέρ μιας ομοιογενούς κυβέρνησης των Μπολσεβίκων», ανακοίνωσε ο Λένιν[23]. Αυτό σήμαινε άρνηση συνεργασίας με ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζομένων, που αντιπροσωπεύονταν από τους σοσιαλεπαναστάτες και άλλους μετριοπαθείς σοσιαλιστές. Με τον καιρό, η κλιμάκωση της διαμάχης μεταξύ των μαζικών κομμάτων απειλούσε να καταλήξει σε εμφύλιο πόλεμο. Αντιτιθέμενος προς τον Λένιν, ο Α. Λουνατσάρσκι είπε: «Αρχίζουμε να αγαπάμε τον πόλεμο, λες και δεν είμαστε εργάτες αλλά στρατιώτες ή στρατιωτικό κόμμα. Πρέπει να δημιουργήσουμε, αλλά δεν κάνουμε τίποτα. Στο κόμμα μας, συνεχίζουμε να συζητάμε και θα συζητάμε μέχρι να απομείνει ένα μόνο πρόσωπο – ένας δικτάτορας»[24]. Πολύ λίγο υποψιαζόταν ο συγγραφέας αυτών των λέξεων πόσο μακριά στο μέλλον έβλεπε.

Παρά το γεγονός ότι οι «συμφιλιωτές» υποστηρίζονταν από τους παλιούς Μπολσεβίκους που δεν είχαν διακόψει εντελώς τους δεσμούς τους με την σοσιαλδημοκρατική παράδοση, ο Λένιν έλαβε την υποστήριξη της πλειοψηφίας στην Κεντρική Επιτροπή[25]. Τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1917, με την υποστήριξη της φρουράς στα μετόπισθεν, οι Μπολσεβίκοι κέρδισαν στις περισσότερες πόλεις της Ρωσίας.

Έτσι, λοιπόν, οι πολιτικές δυνάμεις μέσα και έξω από το κόμμα των Μπολσεβίκων ηττήθηκαν στην πορεία των γεγονότων του Οκτωβρίου και στις αρχές Νοεμβρίου του 1917. Εκείνες ήταν οι δυνάμεις που στήριζαν τον ευρύ, κεντροαριστερό συνασπισμό, αντιπροσωπεύοντας την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού της χώρας.

Οι Μπολσεβίκοι, όμως, δεν ήταν έτοιμοι ακόμα να κυβερνήσουν μόνοι τους: τους έλειπαν επαρκείς δεσμοί με την πλειοψηφία των χωρικών στην επαρχία. Αυτό επέφερε την αποκατάσταση του πολυκομματικού συστήματος ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917.

Συμμετέχοντας ενεργά στα τοπικά πραξικοπήματα μαζί με τους Μπολσεβίκους, ήταν τα μέλη ενός νέου κόμματος, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες, του οποίου οι ηγέτες είχαν αποβληθεί από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στις 27 Οκτωβρίου, για την συμμετοχή τους στην ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης. Με τη βοήθεια των αριστερών σοσιαλεπαναστατών, οι Μπολσεβίκοι κατάφεραν να λάβουν την υποστήριξη μέρους των σοβιέτ των χωρικών. Στις 10 Δεκεμβρίου, σχηματίστηκε η ενωμένη εργατο-αγροτική Παν-Ρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (VTsIK), πάνω στη βάση των σοβιέτ υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων και των αριστερών σοσιαλεπαναστατών[26]. Ο συνασπισμός των Μπολσεβίκων και ενός από τα σοσιαλιστικά κόμματα παρείχε στη δικτατορία μια κάποια ενότητα ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους χωρικούς. Οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες μπήκαν στην κυβέρνηση ως ελάσσονες κυβερνητικοί εταίροι.

Ένα από τα σπουδαιότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε το Σοβιέτ των Κομισάριων του Λαού ήταν η τροφοδότηση των πόλεων με προμήθειες. Το σύστημα τροφοδοσίας συνέχιζε να λειτουργεί, ενώ σταδιακά αποσυντίθετο. Τον Νοέμβριο, συλλέχθηκαν 33.7 εκατομμύρια πούντια δημητριακών, τον Δεκέμβριο 6 εκ., τον Ιανουάριο 2 εκ., τον Απρίλιο 1.6 εκ., τον Μάιο 0.1 εκ., και τον Ιούνιο του 1918 21.000. Προς σύγκριση: τον Ιανουάριο του 1917 32.5 εκ., τον Απρίλιο 18 εκ., τον Μάιο 52.7 εκ., και τον Ιούνιο 33.3 εκ.[27] Οι χωρικοί δεν ήθελαν να παραδώσουν τα δημητριακά με αντάλλαγμα «ένα κομμάτι χαρτί», ιδιαίτερα από ένα προλεταριακό κόμμα. Η ανταλλαγή βιομηχανικών προϊόντων με δημητριακά ήταν δύσκολη, αφού η βιομηχανία συνέχιζε να υποβαθμίζεται.

Για την υπόθεση της τροφοδοσίας, οι Μπολσεβίκοι αποφάσισαν να βασιστούν στην δύναμη των στρατιωτικών αποσπασμάτων. Ήδη στις 25 Οκτωβρίου, ο Ποντβόισκι έδωσε εντολή στους υφισταμένους του ως εξής: «Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς μας συμβουλεύει να στείλουμε 2-3 χιλιάδες τακτικούς ναύτες, Κοκκινοφρουρούς και στρατιώτες να λεηλατούν τα δημητριακά από τις αποθήκες, τους σιδηροδρόμους, τις σιτοπαραγωγούς περιοχές, οπουδήποτε γίνεται»[28]. Τα αποσπάσματα των ναυτών τράβηξαν προς αναζήτηση σιτηρών σε διάφορες κατευθύνσεις. Σύμφωνα με τα λόγια του εξαίρετου οικονομολόγου Ν. Κοντράτιεφ: «έτσι ξεκίνησε μια εφιαλτική περίοδος πολέμου ανάμεσα στην κεντρική Ρωσία και τις περιφέρειές της, τους σιτοβολώνες της»[29].

Ήδη στις 25 Οκτωβρίου, η θανατική ποινή καταργήθηκε στα μέτωπα (η εισαγωγή της από την Προσωρινή Κυβέρνηση ενίσχυσε την αντικυβερνητική προπαγάνδα των Μπολσεβίκων). Ο Λένιν δυσαρεστήθηκε με την κατάργησή της: «Ανοησίες,» είπε. «Πώς γίνεται να κάνει κάποιος επανάσταση χωρίς ποινή εκτέλεσης; Στα αλήθεια σκοπεύετε να κερδίσετε τους εχθρούς σας αφοπλίζοντας τους εαυτούς σας; Τι άλλα μέτρα καταστολής υπάρχουν; Φυλάκιση; Ποιος νοιάζεται για τη φυλάκιση σε έναν εμφύλιο πόλεμο, όταν η κάθε πλευρά ελπίζει ότι θα κερδίσει;»[30]

Στις 7 Δεκεμβρίου, σχηματίστηκε μια Παν-Ρωσική Έκτακτη Επιτροπή (VChK), η οποία συνδύαζε τις λειτουργίες της δικαστικής έρευνας και της δίκης. Περιγράφοντας τις αρμοδιότητές της, ο επικεφαλής της, Φ. Ντζερζίνσκι, είπε: «Μη φανταστείτε ότι είμαι σε αναζήτηση μορφών επαναστατικής δικαιοσύνης∙ δε χρειαζόμαστε δικαιοσύνη αυτή τη στιγμή… Προτείνω, απαιτώ τη διοργάνωση επαναστατικών αντιποίνων εναντίον των αντεπαναστατών»[31].

Στις 10 Δεκεμβρίου, έγινε η πρώτη δίκη στην ιστορία του νέου καθεστώτος, μια δίκη εναντίον της Κόμησσας Σ. Πανίνας, η οποία απέκρυψε πόρους του Υπουργείου Παιδείας από την κυβέρνηση των Μπολσεβίκων. Δεν υπήρξαν κυρώσεις: το θέμα έληξε με μια «δημόσια επίπληξη». Στις 18 Δεκεμβρίου, συνελήφθησαν πολλοί ηγέτες των μετριοπαθών σοσιαλιστών. Σε αυτό το σημείο, ο υπουργός δικαιοσύνης, Ι. Στάινμπεργκ, εμπόδισε τους Μπολσεβίκους. Απελευθέρωσε τους συλληφθέντες∙ γεγονός που υπήρξε το έναυσμα μιας μακράς διαμάχης ανάμεσα στα δύο κυβερνητικά κόμματα σχετικά με τις αρμοδιότητες της Έκτακτης Επιτροπής.

Εν τω μεταξύ, οι εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης απογοήτευσαν τους Μπολσεβίκους: συγκέντρωσαν μόλις το 24% των ψήφων, όταν τα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα έλαβαν το 59.6%. Παρόλο που η διάσπαση του σοσιαλεπαναστατικού κόμματος τους στέρησε 40 από τις 259 έδρες, παρέμειναν η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη. Οι Μπολσεβίκοι έχαναν έδαφος ακόμα και στους εργάτες του Πέτρογκραντ. Έχοντας αισθανθεί την αλλαγή στη διάθεση του κοινού, οι Μπολσεβίκοι σαμποτάρισαν τις επαναληπτικές εκλογές, βασιζόμενοι στην στήριξη της προηγούμενης πλειοψηφίας: «Το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων των Εργατών και Στρατιωτών δρα σαν να φοβάται τους εργάτες: δεν επέτρεπαν τις επαναληπτικές εκλογές, περιχαρακώθηκαν, μετατράπηκαν σε απλή κυβερνητική οργάνωση και δεν εξέφραζαν πια τις απόψεις της εργατικής μάζας»[32], δήλωσαν στη συνάντηση των αντιπροσώπων των εργοστασίων και των βιομηχανιών του Πέτρογκραντ. Αυτές οι συναντήσεις «αντιπροσώπων» απειλούσαν να απομακρύνουν την εργατική τάξη από την επιρροή των Μπολσεβίκων.

Στις 5 Ιανουαρίου, την ημέρα σύγκλησης της Συντακτικής Συνέλευσης, οι εργάτες και η διανόηση βγήκαν στους δρόμους για να στηρίξουν τους αντιπροσώπους του λαού. Η σύγκληση του κοινοβουλίου προκάλεσε την ελπίδα ότι μια πανεθνική συμφωνία θα μπορούσε επιτέλους να επιτευχθεί. Αλλά αυτό ακριβώς ήταν που το κόμμα της ταξικής πάλης δεν ήθελε καθόλου, αφού ένα τέτοιο κοινοβούλιο θα τους άφηνε χώρο μόνο για μια αριστερή αντιπολίτευση. Παρ’ ότι οι Μπολσεβίκοι βάδισαν προς την εξουσία με το σύνθημα της Συντακτικής Συνέλευσης, ο Τρότσκι δήλωσε:

«Η Συντακτική Συνέλευση λογοδοτεί καλύτερα σε στοιχεία που κατευθύνονται από τα κόμματα συμφιλίωσης, και αντιστοιχούν στις αντιλήψεις και τα ενδιαφέροντά τους∙ δίνει στη διανόηση της μικρο-μπουρζουαζίας έναν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο εξαιτίας των καλών τοποθετήσεών τους, ενώ αναφορικά με τον διάλογο στο κοινοβούλιο, οι πιο σκοτεινές και καθυστερημένες μάζες είναι ακόμα φιμωμένες. Γι’ αυτό, έχοντας τοποθετηθεί ανάμεσα στις ευπορότερες τάξεις και τις εργαζόμενες μάζες, η Συνέλευση θα συνεχίσει να παίζει τον ρόλο του συμφιλιωτή, του μεσολαβητή, του μεσάζοντα. Και η Συντακτική Συνέλευση θα γίνει ένα μεγάλο συμφιλιωτικό κατεστημένο της Ρωσικής επανάστασης»[33].

Ως μια εναλλακτική στην Συντακτική Συνέλευση, προτάθηκε μια Δημοκρατία των Σοβιέτ. Στη Ρωσία δεν υπήρχε εξουσία των Σοβιέτ με όλη τη σημασία της λέξης, ούτε πριν, ούτε μετά το 1918. Το 1917, το Σοβιετικό σύστημα είχε μόλις γεννηθεί και δεν είχε κάποιες ενιαίες μορφές, κανόνες αντιπροσώπευσης και διαδικασίες, γεγονός το οποίο δημιουργούσε τις ιδανικές συνθήκες για ποικίλες χειραγωγήσεις. Αφότου έγινε φανερή η δυσαρέσκεια των εργατών με τους Μπολσεβίκους, οι εκλογές στα σοβιέτ εγκαταλείφθηκαν. Αργότερα, τα διαφωνούντα σοβιέτ είτε διαλύθηκαν είτε υπέστησαν εκκαθαρίσεις. Σε αντίθεση με το Σύνταγμα, που εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 1918, τα σοβιετικά όργανα υπό την εξουσία των Κομμουνιστών μετατράπηκαν σε βιτρίνα κομματικής εξουσίας, παρόμοια με τα κοινοβουλευτικά όργανα στα Δυτικά απολυταρχικά καθεστώτα.

Οι Μπολσεβίκοι πάλευαν με τον κοινοβουλευτισμό, όχι στο όνομα μιας πιο δημοκρατικά δομημένης κοινωνίας, αλλά για χάρη της διατήρησης της δικής τους εξουσίας, που θα τους επέτρεπε να εισαγάγουν ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Μια διαδήλωση εργατών και διανόησης προς υποστήριξη της Συντακτικής Συνέλευσης ήρθε αντιμέτωπη με τις σφαίρες της Κόκκινης Φρουράς. Η συναισθηματική αντίδραση του κοινού σε αυτό το γεγονός εκφράστηκε από τον Μ. Γκόρκι, που προηγουμένως έβλεπε θετικά τους Μπολσεβίκους:

«Στις 5 Ιανουαρίου, η άοπλη δημοκρατία της Πετρούπολης – εργάτες και υπάλληλοι γραφείων – διεξήγαγαν μια ειρηνική διαδήλωση για να τιμήσουν την Συντακτική Συνέλευση. Ο καλός Ρωσικός λαός έχει ζήσει, για σχεδόν εκατό χρόνια, με τις ιδέες μιας Συντακτικής Συνέλευσης, ένα πολιτικό όργανο που θα έδινε την ευκαιρία σε όλη τη Ρωσική δημοκρατία να εκφράσει τη θέλησή της…

Η Πράβντα ψεύδεται όταν γράφει ότι η διαδήλωση της 5ης Ιανουαρίου οργανώθηκε από την μπουρζουαζία… Γνωρίζει πολύ καλά ότι η ‘μπουρζουαζία’ δεν έχει λόγο να είναι χαρούμενη με την έναρξη της Συντακτικής Συνέλευσης: δεν έχουν καμία δουλειά να βρίσκονται ανάμεσα σε 246 σοσιαλιστές από ένα κόμμα και 146 Μπολσεβίκους.

Η Πράβντα ξέρει ότι ήταν εργάτες που συμμετείχαν σε αυτήν την διαδήλωση – εργάτες από το Ομπουκχόβσκι, το Πατρόνυ, και άλλες βιομηχανίες∙ ότι κάτω από την κόκκινη σημαία του Ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος περπάτησαν προς το παλάτι της Ταυρίδας εργάτες από το νησί Βασιλιέφσκι, από το Βιμπόργκσκι και άλλες περιοχές… Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου, οι εργάτες του Πέτρογκραντ πυροβολήθηκαν»[34].

Σε απάντηση στην άρνηση των Συντακτικής Συνέλευσης να αναγνωρίσει το Σοβιέτ των Κομισάριων του Λαού (Σόβναρκομ), η κυβέρνηση που είχε εγκριθεί από το Κογκρέσο των Σοβιέτ – οι Μπολσεβίκοι – πρώτα, παρεμπόδισαν τις διαδικασίες και μετά, μαζί με τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, αποχώρησαν από το κοινοβούλιο, δημιουργώντας έτσι έλλειψη απαρτίας. Οι εναπομείναντες αντιπρόσωποι συζήτησαν και ενέκριναν δέκα παραγράφους του Θεμελιώδους Νόμου, που αφορούσαν τη γη και αντιστοιχούσαν στις αξίες του κόμματος των σοσιαλεπαναστατών, που συνόψισαν την εντολή των χωρικών και χρησιμοποίησαν τις αξίες της Λαϊκιστικής ιδεολογίας. Όταν οι αντιπρόσωποι μαζεύτηκαν ξανά την επομένη κοντά στο παλάτι Ταυριτσέφσκι, βρήκαν τις πόρτες κλειστές – οι Μπολσεβίκοι κήρυξαν την λύση της Συνέλευσης και πήραν το κτήριο από το όργανο της ανώτατης εξουσίας.

Αγανακτισμένοι με αυτό, εργάτες από το εργοστάσιο Σεμιανικόφσκι προσφέρθηκαν να αφήσουν τους αντιπροσώπους να συνεχίσουν τη συνεδρίασή τους στις εγκαταστάσεις της βιομηχανίας τους. Οι Μπολσεβίκοι τους απείλησαν με βομβαρδισμό από τον στόλο τους. Κηρύχθηκε γενική απεργία στην πόλη, επηρεάζοντας περισσότερες από 50 επιχειρήσεις. Οι ηγέτες των σοσιαλεπαναστατών, παρόλα αυτά, σταμάτησαν λίγο πριν την έναρξη εμφυλίου πολέμου. Οι αντιπρόσωποι εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα, φοβούμενοι συλλήψεις[35].

Το καθεστώς των Μπολσεβίκων, έχοντας αποδείξει την ικανότητά του να επιβιώνει, κυριάρχησε.

 

 

Ο εμφύλιος πόλεμος και ο “πολεμικός κομμουνισμός”

 Τον Ιανουάριο του 1918, οι αντιφάσεις ανάμεσα στους συμμάχους του κυβερνητικού σχήματος βάθυναν. Παρόλο που συχνά υποστήριζαν τις απολυταρχικές πρακτικές των Μπολσεβίκων, οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες δεν συμφωνούσαν πάντα μαζί τους. Αντιτάχθηκαν στην καταπιεστική πολιτική τους και στις προσπάθειές τους να συγκεντρώσουν όλη την εξουσία στο Σόβναρκομ, αντί στο ανώτατο όργανο των σοβιέτ, το VTsIK. Οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες αντιτάχθηκαν στην άτακτη κρατικοποίηση των επιχειρήσεων∙ ήταν αντίθετοι με την υπαγωγή του κυρίου οργάνου οικονομικού ελέγχου – το Ανώτατο Σόβιετ της Οικονομίας του Λαού – στην κυβέρνηση∙ και ήταν αντίθετοι με τις επιτάξεις ψωμιού και τις αυθαίρετες συλλήψεις. Οι διαφωνίες αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της υλοποίησης της αγροτικής πολιτικής και κατά τη διάρκεια της σύναψης της συνθήκης ειρήνης με τη Γερμανία, μια συνθήκη που οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες και ένα σημαντικό κομμάτι των Μπολσεβίκων θεωρούσαν απαράδεκτη από την άποψη των συμφερόντων της παγκόσμιας επανάστασης. Έχοντας αντιμετωπίσει αντίσταση, ο Λένιν απείλησε να αποσυρθεί (κάτι το οποίο, υπό αυτές τις συνθήκες, ισοδυναμούσε με σχίσμα στο κόμμα των Μπολσεβίκων), αν οι «προσβλητικοί» (η έκφραση είναι του ίδιου του επικεφαλής του Σόβναρκομ) όροι της συνθήκης δεν γίνονταν αποδεκτοί. Οι αντιτιθέμενοι στην συνθήκη ειρήνης υποχώρησαν μπροστά σε τέτοιες απειλές. Αυτό προκαθόρισε την σύναψη και την επακόλουθη επικύρωση της συνθήκης ειρήνης από το Έκτακτο Κογκρέσο του RSDRP(b) και, επίσης, από την πλειοψηφία στο Κογκρέσο των Σοβιέτ.

Οι αποφάσεις που υιοθετήθηκαν στη συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία αποτέλεσαν ένα νέο και σημαντικό βήμα στη γένεση της δικτατορίας των Μπολσεβίκων. Πρώτον, η συμμαχία με τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες έγινε αδύνατη, αφού στις 3 Μαρτίου, έφυγαν από την κυβέρνηση. Δεύτερον, η κατοχή της Ουκρανίας από τη Γερμανία (με την επακόλουθη επέκταση στο Ντον), ανέκοψε τη σύνδεση της χώρας με τις περιοχές παραγωγής ψωμιού. Αυτό όξυνε το πρόβλημα του τροφικού εφοδιασμού αλλά και τις εντάσεις μεταξύ του αστικού πληθυσμού και της υπαίθρου. Οι αντιπρόσωποι των χωρικών που υποστήριζαν τη δύναμη των σοβιέτ, δηλαδή, οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες, ξεκίνησαν μια προπαγανδιστική εκστρατεία εναντίον των Μπολσεβίκων στα σοβιέτ. Και τρίτον, η συνθηκολόγηση με τη Γερμανία άγγιξε τα βαθύτερα στρώματα της εθνικής ψυχής, στρέφοντας εναντίον των Μπολσεβίκων εκατομμύρια ανθρώπους, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους προέλευση. Μόνο η πιο σκληρή μορφή δικτατορίας θα μπορούσε να αντέξει απέναντι σε τέτοιες διαθέσεις.

Η σύναψη ειρήνης με τη Γερμανία δεν σήμαινε και την παραίτηση από την ιδέα μιας παγκόσμιας επανάστασης. Η ηγεσία των Μπολσεβίκων γνώριζε ότι χωρίς μια επαναστατική έκρηξη στη Γερμανία, η απομονωμένη Ρωσία δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει να χτίζει τον σοσιαλισμό. Επίσης, η επίτευξη του δημοκρατικού προγράμματος που εκφράστηκε στο βιβλίο ‘Το κράτος και η επανάσταση’, θα ήταν αδύνατη χωρίς την (και αν ποτέ!) υποστήριξη του δυτικο-ευρωπαϊκού προλεταριάτου, το οποίο ήταν πολιτισμικά πιο εξελιγμένο και άρα καλύτερα προετοιμασμένο για την δημοκρατία. Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν οι Μπολσεβίκοι θα δεχόντουσαν μια διευρυμένη εκδημοκράτηση, αν οι ομοϊδεάτες σύντροφοί τους στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν επιτύχει. Παίρνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο γερμανικός πληθυσμός αποδείχτηκε επιρρεπής στην ολοκληρωτική εναλλακτική κατά την δεκαετία του ’30, η δημοκρατική δυναμική μιας παγκόσμιας επανάστασης, στην εκδοχή του Μπολσεβικισμού, φαίνεται το λιγότερο αμφίβολη. Καθώς η παγκόσμια επανάσταση παρέμενε μόνο ένα όνειρο, ήταν αναγκαίο να οργανωθεί η εξουσία που θα ήταν ικανή να «αντέξει» στις συνθήκες μιας «οπισθοδρομικής» χώρας. Έχοντας ξεπεράσει τρεις κρίσεις της ισχύος τους (Νοέμβριος 1917, Ιανουάριος 1918, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1918), η ηγεσία των Μπολσεβίκων ξεκίνησε μια νέα πορεία, καθώς περίμενε την παγκόσμια επανάσταση. Η βάση της περιγράφτηκε στο έργο του Λένιν ‘Οι άμεσοι στόχοι της Σοβιετικής δύναμης’.

Ο Λένιν και το κόμμα του αντιμετώπισαν το πρόβλημα της δημιουργίας ενός ενιαίου οικονομικού μηχανισμού, τα τμήματα του οποίου (όπως τα εργαστήρια στα εργοστάσια) θα συμμετείχαν σε κοινές, «εξισορροπημένες» διαδικασίες παραγωγής και κατανάλωσης. Η ατζέντα αφορούσε την «δημιουργική δουλειά της εγκαθίδρυσης ενός εξαιρετικά πολύπλοκου και διακριτικού δικτύου νέων οργανωτικών σχέσεων, εγκολπώνοντας την εξισορροπημένη παραγωγή και διανομή των απαραίτητων προϊόντων για δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους»[36].

Αποτελεί αυτό ουτοπία; Σίγουρα είναι ουτοπικό να φανταστούμε έναν συγκεκριμένο «εξισορροπημένο» μηχανισμό που θα έπαιρνε υπόψη του όλες τις δυνατότητες και τις ανάγκες των ανθρώπων (υπό την προϋπόθεση ότι ιδανικά, θα τους έλεγχαν ευφυείς και ειλικρινείς άνθρωποι). Αλλά ο Λένιν δεν ήταν ουτοπιστής, αφού ποτέ δεν προσκολλήθηκε σε δόγματα. Ήταν έτοιμος να κάνει σημαντικές αλλαγές στους προγραμματικούς στόχους για να διατηρήσει το κόμμα του στην εξουσία, μέχρι την στιγμή που θα γινόταν πιθανή μια ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας, η δημιουργία μιας ενιαίας οικονομίας με «εξισορροπημένη παραγωγή και διανομή των απαραίτητων αγαθών για πολλά εκατομμύρια ανθρώπους». Ο Λένιν δεν θα ζούσε για να δει αυτή την εποχή, αλλά η δουλειά του συνέβαλλε στη δημιουργία των προϋποθέσεων για το πείραμα του ολοκληρωτισμού της δεκαετίας του ’30. Είχε ήδη οργανώσει μια τέτοια πρώτη απόπειρα το 1918.

Καταρχήν, ήταν απαραίτητη η σταθεροποίηση της κατάστασης στη βιομηχανία, η οποία βρισκόταν σε χάος στον απόηχο της επίθεσης της «Κόκκινης Φρουράς ενάντια στο κεφάλαιο», η οποία υποστηρίχθηκε από τους Μπολσεβίκους. Ο Λένιν κάλεσε τους εργάτες και τους υπαλλήλους να «διατηρούν τους χρηματικούς λογαριασμούς με επιμέλεια και τάξη, να διαχειρίζονται την οικονομία με φειδώ, να μην είναι τεμπέληδες, να μην κλέβουν και να ακολουθούν την αυστηρότερη εργασιακή πειθαρχία»[37]. Αν ένας εργάτης δεν ήθελε να δουλέψει για τον νέο αφέντη – το κόμμα-κράτος – με ενθουσιασμό, τότε δεν ήταν πια εργάτης, παρά μάλλον ένας χούλιγκαν, ένας εχθρός στον ίδιο βαθμό που ήταν και ένας εκμεταλλευτής: «Η δικτατορία είναι ακλόνητη δύναμη∙ είναι τολμηρή και ταχύτατη με έναν επαναστατικό τρόπο, και είναι ανελέητη στην καταστολή τόσο των χούλιγκαν όσο και των εκμεταλλευτών»[38]. Για να μην υπάρχει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λένιν έγραψε: «για την σύλληψη και την εκτέλεση δωροληπτών, απατεώνων, κλπ.»[39].

Ο Λένιν πρότεινε να σταματήσει «η επίθεση της Κόκκινης Φρουράς στο κεφάλαιο». Η χαοτική εθνικοποίηση δεν θα δημιουργούσε ένα ομαλό σύστημα για εύκολη διακυβέρνηση. Αλλά ήταν αδύνατον να σταματήσει την πρόοδο στον «πόλεμο εναντίον του κεφαλαίου»[40]. Θα έπρεπε κανείς να εφαρμόσει την εθνικοποίηση με πιο οργανωμένο τρόπο. Η τεράστια οικονομία χρειαζόταν κάποιον να την διοικεί. Το σαμποτάζ των υπαλλήλων ησύχαζε και η γραφειοκρατία συνέχιζε να μεγαλώνει και να διογκώνεται. Μέχρι το έτος 1921, το VSNX μόνο απασχολούσε χιλιάδες υπαλλήλους[41].

Σύμφωνα με τον Λένιν, «Σε σύγκριση με τα ανεπτυγμένα έθνη, οι Ρώσοι είναι φτωχοί εργάτες». Αυτό που μπορεί να τους διδάξει να δουλεύουν είναι «στην πραγματικότητα, ένα τεϋλορικό σύστημα (ένα μεταφορικό σύστημα που μεγιστοποιεί την αποξένωση του ανθρώπου στην διαδικασία παραγωγής). Η Σοβιετική δημοκρατία πρέπει, με κάθε κόστος, να υιοθετήσει οτιδήποτε αξίζει από τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία σε αυτόν τον τομέα»[42].

Σχολιάζοντας το κοινωνικό μοντέλο του Μπολσεβικισμού, ο Β. Τσέρνοφ έγραψε: «Αυτή είναι μια γιγάντια μηχανή, στην οποία η ιστορία κατακτά τους διαθέσιμους ανθρώπους μαζί με τις αδυναμίες τους, τις συνήθειές τους, τα πάθη τους, και τις απόψεις τους, σαν ανθρώπινη ‘ακατέργαστη ύλη’, που υπόκειται σε μια ανελέητη κατεργασία. Θα εξέλθουν από αυτήν, πιστοποιημένοι ως ‘προσαρμοσμένα άτομα’, ο καθένας πάνω στο ιδιαίτερό του ράφι, μαρκαρισμένος με το εμφανές σημάδι της εργοστασιακής παραγωγής. Μερικοί από αυτούς διανέμονται στο ανάλογο τμήμα για ανακύκλωση∙ οι υπόλοιποι υπόκεινται σε ανελέητη καταστροφή»[43]. Προφανώς, ένα τέτοιο μοντέλο έχει πολύ λίγη σχέση με τον σοσιαλισμό – την κοινωνία, την συμμαχία – εκτός από τον έλεγχο της προνομιούχας μειοψηφίας.

Στις 13 Μαΐου του 1918, γίνεται ακόμα ένα βήμα που οδηγεί προς τη δημιουργία της «μηχανής», για την οποία έγραφε ο Τσέρνοφ. Εκείνη την ημέρα, βγήκε ένα διάταγμα «Για τις Εξουσίες του Κομισάριου του Λαού για την Τροφή», γνωστό ως το Διάταγμα για την Δικτατορία της Τροφής[44]. Επίσημα, το διάταγμα επικύρωσε την απόφαση του κρατικού μονοπωλίου στην τροφή, που είχε πάρει η Προσωρινή Κυβέρνηση λίγο νωρίτερα, αλλά, επίσης, επεκτεινόταν και σε μη οικονομικούς στόχους. Έτσι, o Ι. Σβέρντλοφ δήλωσε: «Μόνο αν καταφέρουμε να χωρίσουμε τα χωριά σε δύο ασύμβατα εχθρικά στρατόπεδα, αν καταφέρουμε να πυροδοτήσουμε εκεί τον ίδιο εμφύλιο πόλεμο που εκτυλίχθηκε όχι και τόσο καιρό πριν στις πόλεις….μόνο σε αυτήν την περίπτωση, θα μπορούμε να πούμε ότι κάναμε για τα χωριά ό,τι και για τις πόλεις»[45]. Για να μπορέσει να κυριαρχήσει, το κόμμα του εμφυλίου πολέμου έπρεπε να διαιρέσει. Αυτή τη φορά, επέβαλλε με τη βία τον «αποχωρισμό» της τροφής από τους χωρικούς για μια συμβολική τιμή. Σχηματίστηκαν αποσπάσματα επίταξης τροφίμων. Οι πεινασμένοι εργάτες έπρεπε να διεξάγουν πόλεμο εναντίων των χωριών, ανάβοντας και εκεί την φωτιά της ταξικής πάλης. Ένας «ταξικός σύντροφος», ο πάμπτωχος (στην πραγματικότητα, αστικά στοιχεία των χαμηλότερων στρωμάτων), που δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα βιώσιμο σπιτικό ακόμα και αφού είχαν αποκτήσει γη, έγιναν οι κύριοι υποστηρικτές του «προλεταριάτου». Αργότερα, τον Ιούνιο του 1918, έχοντας ενωθεί σε «συντρόφους», οι φτωχοί απέκτησαν τη μισή από την ποσότητα τροφής που είχε απαλλοτριωθεί από τους χωρικούς.

Οι απόπειρες από τα Σοβιέτ των επαρχιών Σαράτοφ, Σαμάρα, Σιμπίρσκ, Αστραχάν, Βιάτκα, Ταμπόφ, και Καζάν να αντισταθούν στην δικτατορία της τροφής υπέστησαν καταστολή. Οι εκκαθαρίσεις των σοβιέτ αυξήθηκαν και άρχισαν να εξαπλώνονται. Στις 2 Μαΐου, υιοθετήθηκε ένα διάταγμα από το VTsIK SNK (Παν-Ρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή), που ήταν ένα βήμα προς τη ρευστοποίηση της εξουσίας των τοπικών σοβιέτ. Η τοπική διαχείριση τροφής θα δινόταν στο Κομισαριάτο του Λαού για την Τροφή. Αργότερα, και άλλα όργανα των σοβιέτ υπάγονταν στα κομισαριάτα του λαού. Η κοινωνία έχανε τα νομικά μέσα αντίστασης απέναντι στις πράξεις της κυβέρνησης. Ήταν αναπόφευκτος ένας εμφύλιος πόλεμος μεγάλης κλίμακας.

Μετά την σύναψη της συνθήκης ειρήνης του Μπρεστ, η βαρύτητα της δικτατορίας της τροφής έφτασε και στους χωρικούς της περιοχής του Βόλγα, τον Βόρειο Καύκασο και την Σιβηρία. Έχοντας παραλάβει γη, έχαναν τους καρπούς της. Την ίδια στιγμή, το στράτευμα από τους πρώην Τσεχοσλοβάκους αιχμαλώτους πολέμου (των οποίων οι αρχηγοί είχαν παρόμοιες αντιλήψεις με τους σοσιαλδημοκράτες) εκκενώνονταν προς τη Γαλλία μέσω της Σιβηρίας. Στο τέλος Μαΐου, οι τοπικές αρχές των Μπολσεβίκων έκαναν μια απόπειρα να αφοπλίσουν μερικά Τσέχικα στρατεύματα, τα οποία απάντησαν με εξέγερση. Τα μάχιμα αποσπάσματα των σοσιαλιστών επαναστατών, που είχαν κινητοποιήσει χιλιάδες αγρότες σε αντάρτικο, ενώθηκαν με τους Τσέχους. Η Σιβηρία και η περιοχή των Ουράλιων Όρων δέχτηκαν την εξουσία της «Επιτροπής των Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης» (Κομούτς).

Από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, άρχισε να σχηματίζεται το σύστημα που αργότερα θα ονομαζόταν «πολεμικός κομμουνισμός». Το κίνητρο της κυρίαρχης ομάδας για απόλυτο έλεγχο της κοινωνίας στις σφαίρες της κοινωνικοπολιτικής και της οικονομίας, η επέλασή του σε πολιτικά και οικονομικά θέματα, αρνούμενη να συμμορφωθεί με το καθεστώς, έφτασε σε ένα επίπεδο που θα επέτρεπε σε κάποιον να αξιολογήσει τον «πολεμικό κομμουνισμό» σαν ένα είδος ολοκληρωτικού καθεστώτος. Στην περίοδο του εκτεταμένου εμφυλίου πολέμου, όμως, οι απολυταρχικοί θεσμοί ήταν ασταθείς. Ο πόλεμος ήταν το κύριο κίνητρο για την κινητοποίηση σημαντικών κοινωνικών δυνάμεων πίσω από τους Μπολσεβίκους. Ωστόσο, η συνέχισή του ήταν επικίνδυνη για το καθεστώς, αφού βάθαινε την οικονομική ανωμαλία. Οι απολυταρχικές δομές έχαναν τη βιομηχανική βάση, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαν να σταθεροποιηθούν.

Κατά την περίοδο του «πολεμικού κομμουνισμού», το καθεστώς είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αυτό της διατήρησης ενός μερικού πλουραλισμού μέσα στο κυρίαρχο κόμμα – ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει αρκετά απολυταρχικά καθεστώτα στα αρχικά στάδια της εξέλιξής τους – και μια σχετική ανεκτικότητα στην πολιτισμική σφαίρα.

Ο πολιτικός πλουραλισμός στο Ρωσικό έδαφος υπό τον έλεγχο των Μπολσεβίκων συνετρίβη από την πράξη καταστροφής του αριστερού σοσιαλεπαναστατικού κόμματος που πραγματοποιήθηκε στις 5-7 Ιουνίου 1918, μετά τη δολοφονία του γερμανού πρεσβευτή. Η δολοφονία οργανώθηκε με τη συμμετοχή μελών της Τσεκά που ανήκαν στο αριστερό σοσιαλεπαναστατικό κόμμα (ένας από τους δολοφόνους του πρεσβευτή, ο Ι. Μπλιούμκιν, υπηρετούσε ακόμα στο VChK-OGPU την δεκαετία του ’20). Η Κεντρική Επιτροπή του αριστερού σοσιαλεπαναστατικού κόμματος άδραξε αυτή την πρόκληση ως ευκαιρία για να αναβιώσει τον πόλεμο με τη Γερμανία, με την υποστήριξη των Μπολσεβίκων∙ αλλά, η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων ανακοίνωσε ότι το PLSR ήταν ένοχο ανταρσίας. Η σύγκρουση κατέληξε με την πλήρη καταστροφή των αριστερών ΣΡ στη Μόσχα[46]. Όσον αφορά τις εθνικές δημοκρατίες και τις περιφέρειες, οι Μπολσεβίκοι εξακολουθούσαν να «υποφέρουν» την ύπαρξη αντίπαλων επαναστατικών κομμάτων εκεί, και μερικές φορές, για λόγους τακτικής, τα περιέλαβαν ακόμα και στην κυβέρνηση.

Εν τω μεταξύ, έχοντας δεχτεί την ηγεσία της Κομούτς, «o Στρατός του Λαού» κατευθυνόταν προς τη Μόσχα. Για να σταματήσουν την έλευσή του, οι αρχές έπρεπε να σχηματίσουν τον δικό τους στρατό. Ο παλιός στρατός, η ειρηνιστική τάση του οποίου είχε βοηθήσει τους Μπολσεβίκους να ανέλθουν στην εξουσία, είχε αποστρατευτεί από μόνος του. Τα στρατεύματα της Κόκκινης Φρουράς, μαζί με τα διεθνή αποσπάσματα υποστηρικτών του κυβερνώντος κόμματος, ήταν απασχολημένα όχι μόνο στην μάχη, αλλά και στα μετόπισθεν, για την διατήρηση της δικτατορίας. Οι καινούργιες μονάδες, που κινητοποιήθηκαν βιαστικά, ήταν ασχημάτιστες και ασταθείς. «Κάποιες φορές, κανείς αισθανόταν ότι όλα διαλύονταν, σκορπίζονταν, ότι δεν υπήρχε τίποτα για να πιαστείς, τίποτα για να κρατηθείς»[47], θυμόταν αργότερα ο Τρότσκι.

Οι Μπολσεβίκοι, ωστόσο, κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν νέο στρατό, τον ΡΚΚΑ (τον Κόκκινο Στρατό των Εργατών και Αγροτών). Σύμφωνα με τα λόγια του Τρότσκι, «Ακριβώς εκεί, στο πεδίο της μάχης, τάγματα, νέα συντάγματα, μερικές φορές, ολόκληρες μεραρχίες διαμορφώνονταν – από τα κομματικά στρατεύματα, από τους φυγάδες της Λευκής Φρουράς, από αγρότες που κινητοποιήθηκαν από τις κοντινές περιοχές, από αποσπάσματα εργατών που αποστέλλονταν από τα βιομηχανικά κέντρα, και από ομάδες κομμουνιστών και επαγγελματιών»[48]. Ένα άτομο με κοινωνική ευαισθησία, αφυπνισμένη από την επανάσταση, έπρεπε να υιοθετήσει την ψυχολογία ενός στρατιώτη της επανάστασης – τον κύριό του, την δύναμη που θεσπίζει και ανατρέπει κυβερνήσεις, έναν στρατιώτη που «γράφει ιστορία με την ξιφολόγχη του». Αυτό το συναίσθημα τους ένωσε σε μια στρατιωτική γροθιά. «Προσπάθησα», είπε ο Τρότσκι, «να τους ανυψώσω στα ίδια τους τα μάτια, και στο τέλος, τους ζήτησα να σηκώσουν τα χέρια σαν ένδειξη πίστης στην επανάσταση. Νέες ιδέες τους κατέλαβαν μπροστά στα ίδια μου τα μάτια. Τους κατέλαβε πραγματικός ενθουσιασμός»[49].

Ταυτόχρονα, ήταν απαραίτητο να κάνουν τους στρατιώτες να αισθάνονται ότι η υλική τους κατάσταση ήταν καλύτερη από ό,τι στις πεινασμένες πόλεις και τα κατεστραμμένα χωριά. «Πάρε μπότες στους ξυπόλυτους, δώσε τους λουτρά, διεξήγαγε μια έντονη εκστρατεία σύγχυσης, τάισέ τους, δώσε τους εσώρουχα, καπνό, σπίρτα»[50], ήταν η διατύπωση του Τρότσκι για τα καθήκοντα δημιουργίας στρατού. Όμως, η κύρια προϋπόθεση για τη σταθερότητα τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και στα μετόπισθεν εξακολουθούσε να είναι ο τρόμος: «Δεν μπορείς να στήσεις έναν στρατό χωρίς καταστολή. Δεν μπορείς να οδηγήσεις μάζες ανθρώπων στον θάνατο χωρίς να έχεις καταφύγει στην κυριαρχία μέσω της θανατικής ποινής»[51].

Παρόλο που οι Μπολσεβίκοι έκαναν γιγάντιες προσπάθειες για να σταματήσουν την οπισθοχώρηση στο μέτωπο, μια κρίσιμη κατάσταση προέκυψε στα μετόπισθεν: η εργατική τάξη άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχό τους. Στο δεύτερο μισό του Ιουνίου, οι απεργίες ήταν αποτελεσματικές στις πόλεις. Αναπτύχθηκε αναστάτωση στα πληρώματα του ναυτικού. Στις 20 Ιουνίου, άρχισε στη Μόσχα ένα Συνέδριο κατά των Μπολσεβίκων, που συγκλήθηκε από ένα Παν-Ρωσικό εργατικό κογκρέσο. Όλοι ανέμεναν ότι το κογκρέσο θα κηρύξει γενική απεργία. Την επόμενη μέρα, όλοι οι αντιπρόσωποι συνελήφθησαν. Αργότερα, ένας από τους αντιπροσώπους του συνεδρίου θυμόταν τα λόγια του φρουρού του: «Κάτω από τον τσάρο, οι εργάτες ήταν φυλακισμένοι, τώρα αφήστε την μπουρζουαζία να πάρει τη θέση τους». Θα είχε αποφύγει μια τέτοια παρατήρηση, αν ήξερε ότι το άτομο που είχε μπροστά του ήταν ένας από τους συμμετέχοντες στο «Συνέδριο που συγκλήθηκε από το Παν-Ρωσικό κογκρέσο των εργατών, που όλοι τους πέρασαν από τους θαλάμους βασανιστηρίων των Μπολσεβίκων, την περίοδο 1918-1919»[52].

Σε απάντηση στην καταστολή του νόμιμου κινήματος της εργατικής τάξης, κάποιοι εργάτες πήραν τα όπλα. Στις 7-8 Αυγούστου του 1918, στο Ιζέφσκ, ξεκίνησε μια εξέγερση των εργατών, με επικεφαλής τους Μενσεβίκους και το ΣΡ. Οι πιο μισητοί από τους Μπολσεβίκους σκοτώθηκαν τις πρώτες μέρες∙ αλλά αργότερα, τα Σοβιέτ του Ιζέφσκ πήραν τον έλεγχο της κατάστασης και απαγόρευσαν τη θανατική ποινή, μεταφέροντας την εξουσία στην Επιτροπή της Συντακτικής Συνέλευσης.

Η κατάσταση οξύνθηκε. Και πάλι, η παράδοση του ατομικού τρόμου έκανε την εμφάνισή της. Στις 20 Ιουνίου, σκοτώθηκε ο Β. Βολοντάρσκι, ένας κομισάριος για θέματα προπαγάνδας. Ο Λένιν το χρησιμοποίησε αυτό ως μια ευτυχή δικαιολογία για μαζικά αντίποινα εναντίον των εχθρών του καθεστώτος: «Σύντροφε Ζινόβιεφ! Μόλις σήμερα, εμείς στην TsK ακούσαμε ότι στο Πήτερ[σμπούργκ] οι εργάτες ήθελαν να απαντήσουν στη δολοφονία του Βολοντάρσκι με μαζική τρομοκρατία, και εσείς….τους συγκρατήσατε. Διαμαρτύρομαι έντονα. Πρέπει να ενθαρρύνουμε την ενέργεια και τις μαζικές τρομοκρατικές εκφράσεις εναντίον των αντεπαναστατών»[53]. Παρόλο που αυτή τη φορά δεν είχε κηρυχθεί μαζική τρομοκρατία, ο Λένιν παρόλα αυτά την έθεσε σε de facto εφαρμογή. «Στο Νίζνι, βρίσκεται ξεκάθαρα σε εξέλιξη μια προετοιμασία για εξέγερση της Λευκής Φρουράς. Πρέπει να συγκεντρώσετε όλες τις δυνάμεις, να σχηματίσετε μια τρόικα δικτατόρων, και να θέσετε σε εφαρμογή αμέσως τη μαζική τρομοκρατία∙ πυροβολήστε και απελαύστε εκατοντάδες πόρνες (που κάνουν μεθύστακες τους στρατιώτες), πρώην αξιωματικούς, και ούτω καθεξής»[54], δήλωνε το τηλεγράφημα του Λένιν, που εστάλη στις 9 Αυγούστου. Ένα άλλο τηλεγράφημα που έστειλε στην Πένζα: «Διεξάγετε ανελέητη μαζική τρομοκρατία εναντίον των κουλάκων, των ιερέων και των Λευκών Φρουρών∙ φυλακίστε τους υπόπτους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης έξω από την πόλη»[55]. Στις 22 Αυγούστου, ο Λένιν έδωσε εντολή «να πυροβολείτε τους συνωμότες και τους αμφιταλαντευόμενους, χωρίς ποτέ να ζητάτε την άδεια κανενός και χωρίς γραφειοκρατικές καθυστερήσεις». Έτσι, όχι μόνο οι «εχθροί» αλλά ακόμη και οι «αμφιταλαντευόμενοι» έγιναν αντικείμενο εξόντωσης[56].

Οι πράξεις των Μπολσεβίκων προκάλεσαν όλο και περισσότερες πράξεις μεμονωμένης τρομοκρατίας. Στις 30 Αυγούστου, ο Λ. Κανιεγκίζερ σκότωσε τον ηγέτη της Τσεκά του Πέτρογκραντ, τον Μ. Ουρίτσκι. Την ίδια ημέρα, τραυματίστηκε ο Λένιν σε μια σύσκεψη. Ένοχος για την απόπειρα δολοφονίας κηρύχθηκε ο Φ. Κάπλαν, πρώην μέλος του ΣΡ.

Σε αυτό το σημείο, δεν είχε καμία σημασία ποιοι ήταν οι συγκεκριμένοι δράστες, γιατί ολόκληρες τάξεις έπρεπε να λογοδοτήσουν για τις απόπειρες δολοφονίας. Στις 5 Σεπτεμβρίου, κηρύχθηκε ο «κόκκινος τρόμος». Αυτή η ημερομηνία σηματοδότησε την αρχή της ανοικτής και συστηματικής μαζικής εξόντωσης του λαού. Τον πρώτο κιόλας μήνα, εκτελέστηκαν χιλιάδες∙ οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ένοχοι μόνο για το ότι ανήκαν στις «αντεπαναστατικές» τάξεις και κοινωνικά κινήματα. Ο Μ. Λάτσις, ένας από τους ηγέτες της Τσεκά, εξέφρασε την άποψή του για την κόκκινη τρομοκρατία, χαρακτηριστική, επίσης, ενός σημαντικού μέρους και άλλων εκτελεστών της τρομοκρατίας: «Μην ψάχνετε για αποδείξεις στην κάθε περίπτωση – αν αυτός [δηλαδή, ο κατηγορούμενος-A.Sh] έχει αντιταχθεί στο Σοβιετικό [καθεστώς] με όπλα ή με λόγια. Πρώτα από όλα, πρέπει να τον ρωτήσετε σε ποια τάξη ανήκει, ποια είναι η προέλευσή του, η εκπαίδευσή του, και το επάγγελμά του. Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να αποφανθούν για την μοίρα του κατηγορουμένου»[57]. Ο Λένιν άσκησε κριτική στον Λάτσις για αυτά του τα λόγια. Αλλά αυτό δεν σταμάτησε το όργιο των δολοφονιών που αιματοκύλησε όλη την επικράτεια που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Μπολσεβίκων.

Είναι δύσκολο, τώρα, να καθορίσουμε την κλίμακα της τρομοκρατίας. Το υλικό που συλλέχθηκε από έναν διακεκριμένο Ρώσο ιστορικό της τρομοκρατίας, τον Σ. Μελγκούνοφ, μας επιτρέπει να υπολογίσουμε τον αριθμό των θυμάτων, σε τουλάχιστον εκατοντάδες χιλιάδες. Όλες οι εφευρέσεις των δεσποτικών πολιτισμών είχαν χρησιμοποιηθεί: βασανιστήρια, ομηρίες, και χρήση της παντοδυναμίας της μυστικής υπηρεσίας προς όφελος των συμφερόντων των υπαλλήλων της[58]. Η Τσεκά έκανε τις συλλήψεις, και η ίδια η Τσεκά διεξήγαγε τις έρευνες, τις δίκες και τις εκτελέσεις. Η αυθαιρεσία ήταν καθολική∙ αυτό που ήταν σημαντικό δεν ήταν το να βρεθούν οι ένοχοι όσο το να ενσταλαχθεί ο φόβος σε ολόκληρο το έθνος. Όντως, η κόκκινη τρομοκρατία δεν ήταν ταξική τρομοκρατία: τα χτυπήματά της έπεσαν σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού.

Εν τω μεταξύ, εξελισσόταν η μετάβαση προς ένα αυταρχικό καθεστώς μέσα στην Κομούτς, η οποία έγινε ένα αντι-Μπολσεβίκικο κέντρο αντίστασης. Παράγοντες όπως η στρατιωτικοποίηση της ζωής, η αυξημένη επιρροή της ομάδας των αξιωματικών, και η εδραίωση συντηρητικών κοινωνικοπολιτικών ομάδων οδήγησαν στη μεταβίβαση της εξουσίας σε μια Διεύθυνση – έναν φιλελεύθερο σοσιαλιστικό συνασπισμό παρόμοιο με την Προσωρινή Κυβέρνηση. Τη νύχτα της 18ης Νοεμβρίου του 1918, μια στρατιωτική ομάδα ανέτρεψε την Διεύθυνση και παρέδωσε την εξουσία στον Ναύαρχο Κόλτσακ. Η στρατιωτική ομάδα, υποστηριζόμενη από πολιτικούς του κόμματος του Ρωσικού φιλελευθερισμού (Συνταγματικοί Δημοκράτες ή Δόκιμοι), ηγήθηκε της δικτατορίας, που σύντομα διέλυσε τα απομεινάρια της Συντακτικής Συνέλευσης. Κάποια από τα μέλη της Συνέλευσης εκτελέστηκαν από τους άνδρες του Κόλτσακ. Αυτά τα γεγονότα παρέχουν άφθονα αποδεικτικά στοιχεία, για ακόμα μια φορά, για το γεγονός ότι συνθήματα, όπως «φιλελεύθερος», στην ουσία τους μπορούν, παρόλα αυτά, να συνδυαστούν με ένα εξαιρετικά απολυταρχικό καθεστώς.

Θα μπορούσε το κίνημα της Λευκής Φρουράς να είχε γίνει μια εναλλακτική λύση έναντι των Μπολσεβίκων και να αποτρέψει την εγκαθίδρυση ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος στη Ρωσία; Μιλώντας για την εξέλιξη των «Λευκών», ένας από τους ιδεολόγους τους, ο Β. Σούλτζιν, έγραψε: «Ο «αγώνας» των Λευκών ξεκίνησε από τους σχεδόν άγιους∙ αλλά, πώς κατέληξε; Θεέ μου! . . . Ξεκίνησε από τους «σχεδόν άγιους», και έπεσε στα χέρια των «σχεδόν ληστών»[59]. Ο Β. Σούλτζιν επεσήμανε το γεγονός ότι οι «Λευκοί» αντιμετώπιζαν τους Εβραίους με τον ίδιο τρόπο που οι Μπολσεβίκοι αντιμετώπιζαν τους «αστούς», που είχαν εφαρμόσει τον τρόμο στους αγρότες και είχαν καθιερώσει μια ανοικτή δικτατορία στρατιωτικοποίησης. Ο Σούλτζιν έβλεπε μια ομοιότητα ανάμεσα στις δύο μορφές πολιτικού κινήματος. Το ένα ήταν το «κόκκινο», το οποίο στοιχημάτισε το μέλλον του στη δημιουργία της δικής του νέας ελίτ, ικανής να κυβερνήσει μια χώρα ξαναχτισμένη με μιλιταριστικό τρόπο, που θα την καθιστούσε τη μιλιταριστική βάση για τον διεθνή επαναστατικό πόλεμο. Το άλλο κίνημα, το «λευκό», αγωνιζόταν για μια δικτατορία της παλιάς ελίτ, η οποία είχε υποβαθμιστεί υπό την επιρροή του πολέμου και είχε μολυνθεί από τον ρατσισμό. Ο απολυταρχισμός του «λευκού» κινήματος έκλινε προς τις μορφές του πρώιμου φασισμού.

Η μάχη μεταξύ των Μπολσεβίκων και των Λευκών διεξήχθη στο υπόβαθρο συνεχών εξεγέρσεων των εργατών και των αγροτών με αντι-απολυταρχικά συνθήματα. Μερικές φορές, αυτό οδήγησε στη δημιουργία κοινωνικοπολιτικών συστημάτων ικανών να υπερασπιστούν τα εδάφη τους για πολύ καιρό. Ο μεγαλύτερος τέτοιος σχηματισμός ήταν η «περιοχή Μαχνό». Τα αυτοδιοικούμενα όργανά τους ιδρύθηκαν μέσα σε αγροτικές κοινότητες, αντάρτικα αποσπάσματα, και εργατικούς συνεταιρισμούς και αναπτύχθηκαν από τους Μαχνοβίτες υπό την μορφή σοβιέτ.

Ήδη τον Φεβρουάριο του 1919, οι Μαχνοβίτικες συνελεύσεις των σοβιέτ άρχισαν να επικρίνουν ανοιχτά την δικτατορία των Μπολσεβίκων, αν και οι «Λευκοί» παρέμεναν ο κύριος εχθρός τους[60]. Απαιτώντας από τους Μπολσεβίκους αποκατάσταση της πολιτικής ελευθερίας και πραγματική αντί για θεωρητική εξουσία στα Σοβιέτ, οι Μαχνοβίτικες συνελεύσεις καθιέρωσαν μια δημοκρατική τάξη στην περιοχή τους. Η Τσεκά δεν γινόταν δεκτή στην περιοχή τους, δεν υπήρξε δικτατορία τροφίμων, και δεν υπήρξε κανένα μονοπώλιο στην εξουσία από κανένα κόμμα. Με όλα αυτά, ακόμα και ο Β. Αντόνοφ-Οβσένκο, αρχιστράτηγος στο Ουκρανικό μέτωπο, έπρεπε να παραδεχτεί ότι η περιοχή ήταν μια από τις καλύτερες και πιο ευημερούσες περιοχές της Ουκρανίας[61].

Παρόλα αυτά, η στρατιωτική κατάσταση οδήγησε σε επέκταση του απολυταρχισμού και εκεί. Οι Μαχνοβίτες, όμως, ούτε διέλυσαν τις σοσιαλιστικές οργανώσεις που αντιτίθονταν στους ηγέτες του κινήματος, ούτε προσπάθησαν να «οργανώσουν» με τη βία τη ζωή των πολιτών[62]. Στη σχέση του με τους Μπολσεβίκους, ο Μαχνό προχώρησε από την αναγκαιότητα διατήρησης ενός κοινού «επαναστατικού μετώπου». Απευθυνόμενος στους συμμάχους του το 1919, ο Μαχνό δήλωσε: «Σύντροφοι, αφήστε τις κομματικές διαφωνίες. Αυτές θα σας καταστρέψουν»[63]. Παρά τις έντονες συγκρούσεις με τους Μπολσεβίκους, οι Μαχνοβίτες και άλλοι ισχυροί αγροτικοί οργανισμοί συνέχισαν να διεξάγουν πόλεμο με τους «Λευκούς», τους οποίους έβλεπαν ως την κύρια απειλή για τα δικαιώματά τους στη γη.

Η ύπαρξη της περιοχής των «Μαχνοβιτών» και άλλων περιοχών όπου διάφορα μη-Μπολσεβίκικα σοσιαλιστικά κινήματα είχαν σημαντική επιρροή και την στήριξη των αγροτών, μας επιτρέπει να μιλάμε για την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής και δημοκρατικής εναλλακτικής στον ολοκληρωτισμό των Μπολσεβίκων. Αλλά αυτό σίγουρα δεν σημαίνει ότι τα αγροτικά κινήματα δεν ήταν απολυταρχικά. Υπό συνθήκες εμφύλιου πολέμου ευρείας κλίμακας, ο απολυταρχισμός ήταν αναπόφευκτος. Αλλά αυτή η διαδικασία δεν επεκτάθηκε τόσο πολύ εκεί όσο στις Κόκκινες και τις Λευκές ζώνες, και δεν προκάλεσε την καταστροφή ή την ατροφία των δημοκρατικών οργάνων. Στη «Σοβιετική» δημοκρατία, συνεχιζόταν η διαδικασία αφαίρεσης της εξουσίας από τα σοβιέτ. Αλλά ο κύριος λόγος της δυσαρέσκειας ανάμεσα στις μάζες των αγροτών και των εργατών ήταν κατά κύριο λόγο η οικονομική δικτατορία των Μπολσεβίκων.

Το καθεστώς του «πολεμικού κομμουνισμού», που υπήρχε στη Ρωσία το 1918-1921, συγκέντρωσε όλους τους πόρους για τη διεξαγωγή πολέμου στα χέρια της ηγεσίας του RKP(b). Τον Ιανουάριο του 1919, εισήχθη ένας τεράστιος φόρος τροφίμων – η προντρασβιέρστκα (σύστημα ιδιοποίησης πλεονάσματος). Στο πρώτο έτος της δικτατορίας των τροφίμων και από την εφαρμογή της προντρασβιέρστκα (πριν τον Ιούνιο του 1919), ο φόρος αυτός βοήθησε τους Μπολσεβίκους να στερήσουν τους αγρότες από 44,6 εκατομμύρια πούντια ψωμιού, και το δεύτερο έτος (πριν τον Ιούνιο του 1920), 113,9 εκατομμύρια πούντια. Θυμηθείτε ότι μόνο τον Νοέμβριο του 1917, το ακόμα ενεργό σύστημα της Προσωρινής Κυβέρνησης συνέλεξε 33,7 εκατομμύρια πούντια[64].

Πού πήγαν όλα αυτά τα τρόφιμα; Ένα σημαντικό μέρος τους απλώς σάπισε. Το ψωμί που σώθηκε πήγε στα στρατεύματα. Αυτό υποτίθεται ότι θα απέτρεπε την εξαθλίωση του Κόκκινου Στρατού, η κατάσταση του οποίου απεικονίζεται στις παρακάτω γραμμές: «Τα αποδιοργανωμένα στρατεύματα εγκατέλειπαν το μέτωπο, περιπλανιόντουσαν σε μικρές ομάδες κοντά στη γραμμή του μετώπου, ληστεύοντας και σκοτώνοντας η μια την άλλη, και κυνηγώντας για να σκοτώσουν τους κομμουνιστές και τους κομισάριους»[65]. Ένας από τους ερευνητές του εμφυλίου πολέμου, ο Ν. Κακούριν, έγραψε: «Με την πλήρη ανάπτυξη των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, ο ρόλος του στρατού ως κύριου καταναλωτή της παραγωγής της χώρας, έγινε ιδιαίτερα εμφανής»[66]. Ο στρατός κατανάλωσε το 60 τοις εκατό του συνόλου των ψαριών και του κρέατος, το 40 τοις εκατό του ψωμιού, και το 100 τοις εκατό του καπνού[67]. Οι εργάτες και οι αγρότες λιμοκτονούσαν. Αλλά στους ενοίκους του Κρεμλίνου παρέχονταν καθημερινά τρία θρεπτικά γεύματα, υψηλά σε θερμίδες[68].

Στα μέρη όπου οι αγρότες κατάφεραν να εξαπατήσουν την προντρασβιέρστκα, προσπάθησαν να ανταλλάξουν ψωμί για κάποια βιομηχανικά προϊόντα από τον αστικό πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των εργατών. Τέτοιοι «κουβαλητές» με σακούλες γέμισαν τις σιδηροδρομικές γραμμές και εκδιώχθηκαν από ειδικά στρατεύματα αποκλεισμού, των οποίων ο στόχος ήταν να αποφευχθεί οποιαδήποτε συναλλαγή εκτός του κυβερνητικού έλεγχου. Σύμφωνα με μια δίκαιη παρατήρηση των συγγραφέων του βιβλίου ‘Η Πατρίδα των προγόνων μας’, η κυβέρνηση «δεν ήταν μονάχα απασχολημένη με το να ταῒσει τις πόλεις αλλά και επίσης με το καθήκον να τις ταῒσει από τα ίδια τα χέρια της κυβέρνησης»[69]. Το 1919-1920, υπό την πίεση των εξεγέρσεων των εργατών και των αγροτών, έγιναν κάποιες προσπάθειες να μαλακώσει το καθεστώς. Κάθε φορά, αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν.

Το 1920, παρά τη μεγάλη βοήθεια από το εξωτερικό που παρείχε στο Λευκό κίνημα όπλα και εξοπλισμό, και παρά την άμεση στρατιωτική παρέμβαση από κάποιες ξένες χώρες σε ορισμένες περιοχές της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, το Λευκό κίνημα ηττήθηκε από τις κοινές προσπάθειες του RKKA (Κόκκινος Στρατός των Εργατών και των Αγροτών) και των αγροτικών αποσπασμάτων. Η χώρα εισερχόταν σε ένα νέο στάδιο της ανάπτυξής της. Γιατί νίκησε στη Ρωσία η εναλλακτική των Μπολσεβίκων – η εναλλακτική που καθόρισε τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου «Σοβιετικού» ολοκληρωτισμού σε σύγκριση με άλλα καθεστώτα;

Όπως έδειξε και η Ευρωπαϊκή εμπειρία, τα εθνικιστικά ολοκληρωτικά κινήματα που δεν υποστηρίζονταν από συναφή καθεστώτα υπόκειντο περισσότερο σε ιδιοποίηση της εξουσίας σε περίοδο ειρήνης. Οι πρώιμες μορφές εθνικοσοσιαλισμού ήταν πιο συνταγματικές και λιγότερο επιθετικές από τις μεταγενέστερες. Η πρώιμη μορφή του κομμουνιστικού κινήματος στη Ρωσία (σε αντίθεση με το επόμενό του στάδιο, τον Σταλινισμό) ήταν, αντίθετα, πιο κατάλληλη για μια εμπόλεμη κατάσταση. Κινητοποίησε τεράστιες μάζες στρατιωτών. Η γενική καταστροφή και οι κοινωνικοί κατακλυσμοί που συνόδευσαν την επανάσταση των Μπολσεβίκων έδωσε αφορμή σε παράλογες ελπίδες, τροφοδοτούμενες από την απελπισία και από τις ευκαιρίες για ξαφνικές αλλαγές της κοινωνικής κατάστασης για αυτούς που βρίσκονταν στο κατώτερο επίπεδο της κοινωνίας. Τα ριζοσπαστικά συνθήματα των Μπολσεβίκων αποπροσανατόλισαν τις άλλες επαναστατικές δυνάμεις, οι οποίες αρχικά απέτυχαν να δουν ότι οι στόχοι που επεδίωκε το RKP(b) ήταν οι αντίθετοι από αυτούς που είχαν τεθεί από την αντι-απολυταρχική πτέρυγα της Ρωσικής επανάστασης.

Η ήττα των Λευκών ήταν επίσης προκαθορισμένη από τον ελιτισμό τους, από τα ισχυρά σοβινιστικά τους συνθήματα, τα οποία κινητοποίησαν τις εθνικές μειονότητες εναντίον τους, και από τους φόβους των αγροτών ότι θα έχαναν τη γη τους αν κέρδιζαν οι «Στρατηγοί». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι Κόκκινοι φάνταζαν στις μάζες σαν «το μικρότερο κακό».

Η νίκη επί πολλών στρατευμάτων που υποστηρίζονταν από το εξωτερικό (με επικεφαλής τους Ντενίκιν, Γιουντένιτς, Βράνγκελ, Κόλτσακ, και άλλους) κατέστησαν ανούσιο το κράτος ως «ενωμένο στρατόπεδο». Ταυτόχρονα, ξέσπασε ο αγροτικός πόλεμος στις περιοχές της Ρωσίας και της Ουκρανίας, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Οι εργατικές αναταραχές συνέχισαν να αυξάνονται. Για πολλούς Κομμουνιστές, η νίκη επί των Λευκών Φρουρών σήμανε μια ευκαιρία να εισαχθούν αντι-απολυταρχικές μεταρρυθμίσεις στο πνεύμα των ιδεών της «εξάλειψης του κράτους». Ο αντίθετος πόλος που συστήθηκε από τους εργάτες, με επικεφαλής τον Α. Σλιάπνικοφ και τον Α. Κολοντάι, σύμφωνα με το πρόγραμμα του Κόμματος, πρότεινε την παράδοση της εξουσίας στα συνέδρια των παραγωγών και την εγκατάλειψη της δικτατορίας του Σόβναρκομ, της Κεντρικής Επιτροπής, και των σωφρονιστικών οργάνων. Η ιδέα της μεταβίβασης της εξουσίας στα εργατικά συνδικάτα προτάθηκε, επίσης, από την ομάδα «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός», αν και σε διαφορετική εκδοχή[70].

Ταυτόχρονα, ο Τρότσκι πρότεινε να μετατραπούν τα συνδικάτα σε κυβερνητικά όργανα, αφού πρώτα υποβληθούν σε «ριζική αναδιοργάνωση» (δηλαδή, εκκαθαρίσεις). Αυτό προκάλεσε διαμαρτυρίες από τους συνδικαλιστικούς ηγέτες. Ξεκίνησε έντονη συζήτηση για τα συνδικάτα. Στην πραγματικότητα, η συζήτηση μετατράπηκε σε αντιπαράθεση για τη μορφή που θα έπρεπε να πάρει το καθεστώς μετά τον πόλεμο.

Ενώ οι φατρίες ήταν απασχολημένες συζητώντας τις λεπτομέρειες μιας μελλοντικής εργατικής δημοκρατίας, η επιρροή των κομματικών αχυρανθρώπων αυξήθηκε∙ τους ένοιαζε περισσότερο η καριέρα τους από τις ιδεολογικές συζητήσεις. Ο Σκβόρτσοφ, ένας αντιπρόσωπος του 10ου Συνέδριου του RKP(b), μίλησε για αυτούς ως εξής: «Δεν έχουν μείνει άνθρωποι να δουλέψουν στις επαρχίες. Έχουν παρατηρηθεί περιστατικά όπου οι επαρχίες φοβούνται να αποστείλουν συντρόφους τους στο κέντρο ως αντιπροσώπους, επειδή μόλις ένας σύντροφος σταλεί στο κέντρο, πηγαίνει στην Κεντρική Επιτροπή και παρουσιάζει εκεί τους λόγους για τους οποίους πρέπει να μείνει στο κέντρο∙ και έπειτα από αυτό του επιτρέπουν να παραμείνει εκεί»[71]. Στο 10ο Συνέδριο, αυτοί οι «στρατιώτες του Κόμματος» υποστήριξαν τον Λένιν, έναν αναγνωρισμένο ηγέτη. Αργότερα, οι μάζες των αχυρανθρώπων θα υποστηρίξουν τον Στάλιν.

Κι ενώ οι Μπολσεβίκοι ασχολούνταν με συζητήσεις, ο πόλεμος των αγροτών δεν σταμάτησε ποτέ. Αυξήθηκαν οι απαιτήσεις για τον τερματισμό της προντρασβιέρστκα, την ελευθερία του εμπορίου, και την κατάργηση της δικτατορίας των Μπολσεβίκων. Η κορύφωση αυτού του σταδίου της επανάστασης ήταν η εξέγερση των εργατών στο Πέτρογκραντ και η εξέγερση του ναυτικού και των εργατών στην Κροστάνδη στις 28 Φεβρουαριου-18 Μαρτίου του 1921. Η απόφαση που πάρθηκε από τη συνέλευση της Κροστάνδης δήλωνε: «Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα υπάρχοντα σοβιέτ δεν εκφράζουν τη θέληση των εργατών και των αγροτών, είναι απαραίτητο να εκλέγονται τα σοβιέτ με μυστική ψηφοφορία. Πριν από τις εκλογές, είναι απαραίτητο να διεξάγεται μια προκαταρκτική, χωρίς αναταραχές εκστρατεία μεταξύ όλων των εργατών και αγροτών»[72]. Οι συμμετέχοντες στην Κροστάνδη πίστευαν ότι ήταν αναγκαίο «να δοθούν τα πλήρη δικαιώματα όλης της γης στους αγρότες για να την αξιοποιήσουν όπως κρίνουν πιο κατάλληλα»[73].

Αυτά τα αιτήματα, χωρίς να παραβιάζουν την ιδέα των σοβιέτ, απείλησαν να υπονομεύσουν το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν θεώρησε αυτό το γεγονός σαν τη μεγαλύτερη εσωτερική πολιτική κρίση στη Σοβιετική Ρωσία[74]. Η πιθανότητα μιας ξένης εισβολής στη Ρωσία ανά πάσα στιγμή ήταν ακόμα αισθητή. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Μπολσεβίκοι ενίσχυσαν την άρνησή τους για πλουραλισμό· και η δέκατη συνέλευση του RKP(b) έλαβε την απόφαση να απαγορέυσει όλες τις παρατάξεις και τις ομάδες μέσα στο κόμμα.

Παρά το γεγονός ότι η εξέγερση της Κροστάνδης καταστάλθηκε, ήταν αδύνατον να διατηρηθεί πλέον ο «πολεμικός κομμουνισμός». Είχε τη δυνατότητα να επιφέρει ολοκληρωτική καταστροφή στο καθεστώς και την οικονομία. Η δέκατη συνέλευση του RKP(b) έλαβε την απόφαση να κατάργησει την προντρασβιέρστκα, έχοντας εισαγάγει μια σειρά μέτρων που αργότερα έγιναν γνωστά ως «νέα οικονομική πολιτική» – η NEP. Η πρώτη ολοκληρωτική έξαρση είχε ολοκληρωθεί. Οι Μπολσεβίκοι προτίμησαν να προχωρήσουν σε ένα αγροτικό σύστημα που αποδεχόταν κάποια ανεξαρτησία της κοινωνίας παρά να χάσουν εντελώς την εξουσία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση από τα Αγγλικά (μτφ. Valentina Zaitseva) ενός ρωσικού άρθρου του Αλεξάντρ Σούμπιν πάνω στην πορεία της Ρωσικής Επανάστασης και στον εκφυλισμό της σε Δικτατορία των Μπολσεβίκων. Το παρόν δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Ρωσικής και Ανατολικοευρωπαϊκής Ψυχολογίας, τόμος 39, αρ. 6, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2001, σελ. 41-97.

[1] Βλέπε I.G. Tsereteli, Krizis vlasti (Moscow, 1992), p. 223; N.A. Berdiaev, lstoki i smysl russkogo kommunizma (Moscow, 1990).

[2] Βλέπε M.M. Gromyko, Mir russkoi derevni (Moscow, l991), pp. 55-169.

[3] Βλέπε A.B. Shubin, Garmoniia istorii, (Moscow, 1992), pp. 243-248.

[4] H.A. Berdiaev, Istoki i smysl, pp. 9, 18.

[5] Βλέπε, για παράδειγμα, S.M. Stepniak-Kravchinskii, Rossiia pod vlast’iu tsarei (Moscow, 1965).

[6] G.V. Plekhanov, Tsentralizm ili bonapartizm? Vozvrashchenie publitsistiki, 1900-1917 (Moscow, 1991), p. 43.

[7] H.H. Sukhanov, Zapiski o revoliutsii (Moscow, 1991), Vol. 2, pp. 20-24.

[8] V.M. Chernov, Pered burei (Moscow,1993), pp. 321, 326.

[9] Στο ίδιο, p. 326.

[10] Παράθεση από τον I.G. Tsereteli, Krizis vlasti, p. 152.

[11] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 33, p. 42.

[12] Στο ίδιο, p. 44.

[13] Στο ίδιο.

[14] Στο ίδιο, p. 97.

[15] Στο ίδιο.

[16] Στο ίδιο, Vol. 34, p. 17.

[17] A. Rabinowitch, Bol‘sheviki prikhodiat k vlasti (Moscow, 1989), p. 172.

[18] A.F. Kerenskii, Gatchina (Moscow, 1990), p.6.

[19] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 34, p. 330.

[20] Βλέπε Istoriia Velikoi oktiabr’skoi sotsialisticheskoi revoliutsii (Moscow, 1967), pp. 91, 206-207.

[21] A. Rabinowitch, Bol‘sheviki prikhodiat, pp. 333-34.

[22] A.F. Kerenskii, Gatchina, p. 28.

[23] Lev Trotsky, Stalinskaia shkola fal’sifikatsii (Moscow, 1990), p. 121.

[24] Στο ίδιο, p. 123.

[25] Βλέπε Iu. Fel’shtinskii, Krushenie mirovoi revoliutsii. Ocherk pervyi. Brestskii mir (Moscow, 1992), pp. 108-119.

[26] Βλέπε V.M. Chernov, Pered burei, pp. 340-343; Iu. Fel’shtinskii, Krushenie, pp. 125-127.

[27] H. D. Kondrat’ev, Rynok khlebov i ego regulirovanie vo vremia voiny i revoliutsii (Moscow, 1991), p. 366.

[28] Παράθεση από τους I. P. Leiberov, S.D. Rudachenko, Revoliutsiia i khleb (Moscow, 1990), p. 188.

[29] N.D. Kondrat’ev, Izbrannye sochineniia (Moscow, 1993), p. 351.

[30] Lev Trotsky, K istorii russkoi revoliutsii (Moscow, 1990). p. 213.

[31] V. Bonch-Bruevich, Na boevykh postakh fevral ‘skoi i oktiabr’skoi revoliutsii (Moscow, 1931), pp. 191-92.

[32] Παράθεση από τους M. Geller, A. Nekrich, Utopia with power (London, 1986), p. 55.

[33] Lev Trotsky, Soch. (Moscow-Leningrad, 1926).

[34] M. Gor’kii, Nesvoevremennye mysli (Moscow, 1990), pp. 110-111.

[35] Βλέπε V.M. Chernov, Pered burei, pp. 359-60.

[36] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 36, p. 171.

[37] Στο ίδιο, p. 174.

[38] Στο ίδιο, p. 196.

[39] Στο ίδιο, p. 182.

[40] Στο ίδιο, p. 176.

[41] T.P. Korzhikhina, Istoriia gosudarstvennykh uchrezhdenii SSSR (Moscow, 1986), p. 67.

[42] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 36, pp. 189-90.

[43] Che-Ka (Berlin, 1922), p. 14.

[44] I.I. Mints, God 1918 (Moscow, 1982), p. 366.

[45] Παράθεση από το Nashe Otechestvo. Opyt politicheskoi istorii (Moscow, 1991), Vol. 2, p. 49.

[46] Βλέπε Krasnaia kniga VChK. T.1 (Moscow, l990), pp. 185-310; Iu. Fel’shtinskii, Krushenie, pp. 384-512; M.A. Pis’mo, Spiridonovoi iz kremlevskogo zakliucheniia 4-mu vserossiiskomu s”ezdu partii 1.s.r. (internatsionalistov). Neizvestnaia Rossiia. XX vek. Vol. 2 (Moscow, 1992), pp. 34-36.

[47] Lev Trotsky, Moia zhizn (Moscow, 1990), Vol. 2, p. 123.

[48] Στο ίδιο, p. 145.

[49] Στο ίδιο, p. 142.

[50] Στο ίδιο, p. 145.

[51] Στο ίδιο, p. 141.

[52] CheKa, p. 69.

[53] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 50, p. 165.

[54] Στο ίδιο, p. 142.

[55] Στο ίδιο, p. 143.

[56] Στο ίδιο, p. 106.

[57] D. L. Golinkov, Krushenie antisovetskogo podpolia v SSSR. Kniga I (Moscow, 1986), pp. 224-225.

[58] Βλέπε S.P. Me1’gunov, Krasnyi terror v Rossii (Moscow, 1990).

[59] V. Shul’gin, Dni. 1920 g. (Moscow, 1990), pp. 291, 292, 295-296, 298.

[60] Protokoly s’ezda krest’ian, rabochikh i povstantsev Guliai Pol’skogo raiona (Guliai-Pole, 1919), pp. 24-25.

[61] V.A. Antonov-Ovseenko, Zapiski o grazhdanskoi voine (Moscow- Leningrad, 1932), Vol. 4, p. 116.

[62] Βλέπε A. Shubin, Makhnovskoe dvizhenie na Ukraine 1917-1921 gg. Druzhba narodov, 1993, Nos. 3-4.

[63] Telegramma iz shtaba N. Makhno v shtab 2 Ukrainskoi armii. TsGASA f. 199, op. 2., 1. 68.

[64] H.D. Kondrat’ev, Rynok khlebov, p. 366.

[65] N.E. Kakurin, Kak srazhalas revoliutsiia (Moscow, 1991), Vol. 2, pp. 217-218.

[66] Στο ίδιο, p. 121.

[67] Στο ίδιο, pp. 21-22.

[68] Neizvestnaia Rossiia. XX vek., Vol. 2, (Moscow, 1992), pp. 265-267.

[69] Nashe Otechestvo, Vol. 2, p. 57.

[70] Βλέπε X s’ezd VKP(b). Stenograficheskii otchet (Moscow, 1963), pp. 819-826; V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 42, pp. 264-302.

[71] X s’ezd VKP(b). Stenograficheskii otchet, p.70.

[72] Παράθεση από το Obshchina, 1938, No. 18, p. 9.

[73] Στο ίδιο.

[74] V.I. Lenin, Poln. Sobr. Soch., Vol. 45, p. 282.