Από τον Τεοντόρ Σάνιν (1986).

Εισαγωγή για το βιβλίο: Α.Β. Τσαγιάνοφ. Η Θεωρία της Αγροτικής Οικονομίας. Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν Πρες, 1986.

 

Ευχαριστίες. Ο συγγραφέας είναι ευγνώμων για τις συμβουλές και την βοήθεια, άμεση και έμμεση, από τον Εντουάρντο Αρτσέτι, τον Γκόραν Ντγιούρφελντ, την Χάρριετ Φρίντμαν, την Μπάρμπαρα Χάρις, τον Τζον Χάρις, τον Μαρκ Χάρισον, τον Γκάβιν Χίτσινγκ, τον Σουίσι Κοτζίμα, τον Χάρολντ Νιούμπι, τον Μάικλ Ρέντκλιφτ και τον Ντέηβιντ Σέντον.

 

Η πρώτη αγγλική έκδοση της Θεωρίας της Αγροτικής Οικονομίας έγραψε ιστορία. Οι αντιδράσεις μετά τη δημοσίευσή του, το 1966, ήταν εξαιρετικά ισχυρές. Το βιβλίο έχει χαρακτηρισθεί δεξιό, αριστερό και κεντρώο, τόσο από εκείνους που του αφιέρωσαν σημαντικό χρόνο και σκέψη, όσο κι από εκείνους που εμφανώς βρέθηκε στα χέρια τους μόνο μια αλλοιωμένη εκδοχή του έργου. Ο συγγραφέας χαιρετίστηκε από κάποιους σαν ο νέος Μαρξ της αγροτιάς, ένας ήρωας-εφευρέτης μιας ριζικά νέας πολιτικής οικονομίας. Δέχτηκε επίθεση με την ίδια θέρμη και από τους υπερασπιστές των παλαιών διανοούμενων καθεστώτων. Για κάποιο χρονικό διάστημα, ο Τσαγιάνοφ ήταν πολύ της μόδας, αλλά ακόμα και όταν η διακύμανση του ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος κινήθηκε προς νέα ονόματα και «τάσεις του συρμού», πολλά από τα ερωτήματα του βιβλίου του, οι ιδέες του κι ακόμη και οι όροι (π.χ. “αυτοεκμετάλλευση”) παρέμειναν ως θεμελιώδη σημεία αναφοράς των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, οικονομικών και μη. Εξαιτίας αυτού, το βιβλίο έγραψε ιστορία, επίσης, διότι αυτονομήθηκε – μια επιρροή που διαμορφώνει αντιλήψεις, εστιάζει την προσοχή, καθορίζει την αξιοπιστία και τους τρόπους ανάλυσης, προσφέρει σύμβολα και συχνά θεμελιώνει πολιτικά προγράμματα, εθνικά και διεθνή.

Το 1966, στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, οι εισαγωγές και το γλωσσάρι από τους Θόρνερ, Κέρμπλεϋ και Σμιθ έκαναν πολύ καλή δουλειά και η διατήρησή τους στη δεύτερη έκδοση καθιστά εδώ περιττή κάθε περαιτέρω περίληψη της καριέρας του Τσαγιάνοφ, του περιεχομένου του βιβλίου και των αρχικών κριτικών. Θα επικεντρώσουμε αυτόν τον πρόλογο σ’ αυτή καθαυτή τη ζωή του βιβλίου και τη θέση του στην πνευματική ιστορία των δραματικών δύο δεκαετιών που ακολούθησαν το 1966 και των επακόλουθων επιστημονικών αλλά και πολιτικών προσπαθειών ενασχόλησης με τη λεγόμενη θεωρία της ανάπτυξης. Στον πυρήνα βρίσκεται το ζήτημα της γενικής αναλυτικής προσέγγισης και η προσπάθεια εννοιολογικού επανακαθορισμού από τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, εν όψει της κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία έχει αποδείξει ότι οι περισσότερες προβλέψεις είναι σταθερά και δραματικά λάθος. Αυτό το πρόβλημα των θεωρητικών ανεπαρκειών, που αντικατοπτρίζεται στις συνεχείς αποτυχίες πρόβλεψης και προγραμματισμένης παρέμβασης, δεν έχει εξαφανιστεί και έχει αποκτήσει από τότε ένα νέο βάθος. Η θεωρητική συμβολή του Τσαγιάνοφ θα πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την εμπειρία και τη χρήση, καθώς και με τις σύγχρονες προβολές του μέλλοντος ως δυνητικότητα

 

Χρήση, Εμπειρία, Σημασία

Η «ζωή η ίδια» του βιβλίου είχε σαν αποτέλεσμα ότι, όταν ήρθε σε επαφή με το κοινό του, η σημασία των διαφορετικών στοιχείων του διέφερε από εκείνη που αρχικά τους είχε δώσει ο συγγραφέας του. Η εφαρμογή επικεντρώθηκε κυρίως στις συνθήκες της υπαίθρου μέσα στις σύγχρονες “αναπτυσσόμενες κοινωνίες”. Το βιβλίο χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από αναλυτές διαφορετικών πεποιθήσεων, χωρών και ακαδημαϊκών κλάδων. Οι παρερμηνείες του είχαν συχνά τόσο σημαντικό αντίκτυπο, όσο και οι ορθές ερμηνείες του. Παρά την απορρέουσα ποικιλία ερμηνειών, υπήρξε ένα συγκεκριμένο μοτίβο ως προς τους τρόπους με τους οποίους οι αντιλήψεις και τα παραδείγματα του Τσαγιάνοφ γίνονταν αντιληπτά και επιλέγονταν προς χρήση.

Από τις κύριες προτάσεις του Τσαγιάνοφ, η λιγότερο χρησιμοποιημένη ή αποδεκτή ήταν ο λόγος κατανάλωση-ανάγκες/αγγαρεία, που σχετίζει τη λειτουργία των οικογενειακών αγροκτημάτων με την οικογενειακή κατανάλωση, την εργασία και τις δημογραφικές (ή βιολογικές) κανονικότητες. Δοσμένη με μια αυστηρά επιστημονική και αντίστοιχα μαθηματικοποιημένη μορφή, δεν τεκμηριώθηκε από τα περισσότερα από τα διαθέσιμα στοιχεία που αντλήθηκαν από τη Ρωσία στις αρχές του αιώνα ή από τις “αναπτυσσόμενες κοινωνίες” του σήμερα. Ούτε ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική με μια αναλυτική έννοια.

-Οι λόγοι διευκρινίστηκαν εν μέρει από τον ίδιο τον Τσαγιάνοφ. Οι εξισώσεις του υπέθεταν την εύκολη διαθεσιμότητα άλλων γεωργικών εισροών εκτός από την εργασία, ειδικά τη γη (στην οποία πρέπει να προστεθούν σήμερα ο πολύπλοκος εξοπλισμός, τα λιπάσματα και οι πιστώσεις). Σπάνια αυτό ήταν αυτή η περίπτωση∙ στην πραγματικότητα η διαθεσιμότητα αυτή ήταν φθίνουσα. Επίσης, οι καθοριστικοί δημογραφικοί παράγοντες λειτουργούν σχετικά αργά σε σύγκριση με τις τρέχουσες τάσεις των κοινωνικών μετασχηματισμών. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα, η ανομοιογένεια και η μεταβλητότητα τόσο της σύγχρονης γεωργίας, όσο και των τρόπων επιβίωσης των, θα καταστήσουν αυτό το δημογραφικά σχεσιακό μοντέλο πολύ περιορισμένο σε σχέση με τους παράγοντες που δεν περιλαμβάνονται σε αυτό:

– οι κρατικές πολιτικές και οι αγορές αγαθών και εργασίας (παγκοσμιοποιημένες στο σήμερα),

– οι νέες γεωργικές τεχνικές,

– η καρτελοποιήση της προσφοράς, της ζήτησης και της πίστωσης έξω από τα χωριά και, τέλος,

– η κοινωνική κατασκευή νέων αναγκών.

Αυτό που για τον Τσαγιάνοφ ήταν “όχι ο μοναδικός καθοριστικός παράγοντας” συρρικνώθηκε τόσο, ώστε να μη θεωρείται καν καθοριστικός παράγοντας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι η κύρια περίπτωση, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε η εν λόγω φόρμουλα (και απέφερε ενδιαφέροντες καρπούς), ήταν σε μια μελέτη από έναν κορυφαίο ανθρωπολόγο του παρελθόντος μέσα στο παρόν, στο βιβλίο «Οικονομικά της Λίθινης Εποχής» των τροφοσυλλεκτών και κυνηγών. Μια σχετικά παράλληλη πρόταση, όπου ο λόγος ανάγκες/αγγαρεία του Τσαγιάνοφ μπορεί να αποδειχθεί όλο και πιο ρεαλιστικός, καθώς κοιτάμε προς τα πίσω στην ιστορία της υπαίθρου της Ρωσίας, έγινε, πράγματι, από έναν από τους Μαρξιστές κριτικούς του Τσαγιάνοφ, ήδη από τη δεκαετία του 1920. Ακολουθώντας την ίδια λογική, ο Ντ. Θόρνερ πρότεινε πως έχει μεγαλύτερη σημασία ο «λόγος» του Τσαγιάνοφ στις αραιοκατοικημένες περιοχές, ενώ ο Ε. Αρτσέτι τον έλαβε υπόψιν του για τη σύγκριση κάποιων περιοχών της Αφρικής, όταν συγκρίνονται με άλλες σημερινές “αναπτυσσόμενες κοινωνίες”.

Η γενική ιδέα της ανάλυσης του Τσαγιάνοφ, που προσέλκυσε την προσοχή στη σύγχρονη εποχή, ήταν η απεικόνιση των οικογενειακών αγροκτημάτων των χωρικών ως ένα οικονομικό πρότυπο που διαφέρει απ’ την καπιταλιστική γεωργία, ακόμη και μέσα σε ένα περιβάλλον που εμφανώς κυριαρχείται απ’ τον καπιταλισμό (και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως φεουδαρχικό ή ημι-φεουδαρχικό, επειδή είναι μη-καπιταλιστικό). Η αναλυτική προσέγγιση που προτάθηκε ήταν να ξεκινήσει η εξέταση της γεωργίας των χωρικών “από τα κάτω”, δηλαδή από την επιχειρησιακή λογική των οικογενειακών εκμεταλλεύσεων και όχι από τις εθνικές και διεθνείς ροές πόρων, αγαθών και ζήτησης. Απ’ τις δύο παράλληλες προδιαγραφές που τίθενται προς διερεύνηση στο βιβλίο του Τσαγιάνοφ, η ερμηνεία της ανάλυσης που έκανε για την ιδιαίτερη οικονομική δομή και λογική των σύγχρονων οικογενειακών εκμεταλλεύσεων, που υιοθετήθηκε ευρέως, δεν ήταν η δημογραφική (που σχετίζεται με τον λόγο αναγκών/αγγαρείας, και με μια πιθανή επέκτασή του προς την αυτάρκεια). Ήταν αυτή που όρισε ξεκάθαρα την ιδιαίτερη αγροτική οικονομία, μέσω των χαρακτηριστικών της οικογενειακής εργασίας και της σχετική αυτονομίας της χρήσης αυτής της εργασίας στις ρίζες των στρατηγικών επιβίωσης των χωρικών, οι οποίες διαφέρουν συστηματικά από εκείνες των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Μια ποικιλία επιλογών σε ότι αφορά την παραγωγή, την ενοικίαση της γης, την εργασία εκτός αγροκτήματος, κλπ σήμαινε διαφορετικά σχήματα λειτουργίας των αγροτικών επιχειρήσεων, καθώς και διαφορετικές εξωοικονομικές συνέπειες και διαφορετικές εκροές στην πολιτική οικονομία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Αυτό τεκμηριώνεται από στοιχεία που προέρχονται από «αναπτυσσόμενες κοινωνίες»∙ πράγματι, υπάρχουν δυσκολίες στην ερμηνεία μεγάλου μέρους των παραπάνω με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Αυτές οι αποδείξεις τεκμηρίωσαν την ικανότητα των αγροτών να ανταγωνίζονται τις συχνά ισχυρά κεφαλαιοποιημένες γεωργικές επιχειρήσεις με βάση την μισθωτή εργασία, να εξαγοράζουν μεγάλους γαιοκτήμονες και να προσφέρουν αγαθά στις φθηνότερες τιμές. Οι φάρμες των χωρικών συχνά λειτουργούν με σταθερό ονομαστικό αρνητικό κέρδος, αλλά επιβιώνουν – κάτι αδύνατον για τις καπιταλιστικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Η μεγιστοποίηση του συνολικού εισοδήματος και όχι του κέρδους ή του οριακού προϊόντος, είναι αυτά που οδηγούν, σε πολλές περιπτώσεις, την στρατηγική παραγωγής και απασχόλησης των οικογενειακών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Και ούτω καθεξής. Το μήνυμα είναι μια διαφορά στην επιχειρησιακή λογική, στην παραγωγή και στο αποτέλεσμα, καθώς και στην πιθανότητα, κάποιες φορές, της πραγματικής υποχώρησης των κλασικών καπιταλιστικών μορφών παραγωγής εν όψει της οικογενειακής γεωργίας. Το έργο του Τσαγιάνοφ προσέφερε μια προσδοκία και έναν αναλυτικό φωτισμό όλων αυτών. Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση της σπουδαιότητας της υποαπασχόλησης και των προτύπων απασχόλησης στην ανάπτυξη των σύγχρονων αγροτικών οικονομιών διευκόλυνε τόσο την ξεκάθαρη όσο και την υπόρηττη δημοτικότητα αυτής της διάστασης του έργου του Τσαγιάνοφ.

Δύο πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν τη συνάφεια των ιδιαιτεροτήτων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και την ερμηνεία τους υπό το πρίσμα της κυρίαρχης χρήσης της οικογενειακής εργασίας. Ο Ντγιούρφελντ, ο Τάουσιγκ, ο Φρίντμαν και άλλοι έχουν τεκμηριώσει, για διαφορετικά περιβάλλοντα, την τάση των αγροτικών επιχειρήσεων να αποχωρούν από τη διαδικασία της γεωργικής παραγωγής και να εστιάζουν τις κερδοσκοπικές δραστηριότητές τους στην πίστωση, την προσφορά εισροών, τη σύναψη συμβάσεων και την πώληση, ενώ παράλληλα αφήνουν την καλλιέργεια στους μικρογαιοκτήμονες, «ξαφρίζοντάς» τους, αντί να τους αντικαθιστούν. Η καπιταλιστική λογική του λογιστικού κέρδους επικράτησε της καπιταλιστικής μορφής παραγωγής. Δεύτερον, οι πρόσφατες μελέτες για την παράδοξη ταυτοχρονία της “κρίσιμης έλλειψης εργασίας” δήλωσαν επισήμως ότι έθεσαν σε κίνδυνο ή ακόμα και κατέστρεψαν τη γεωργία της Αιγύπτου και την παράλληλη απόδειξη των στοιχείων παραγωγής που ήταν άμεσα αντίθετες με αυτήν. Μόλις τα δεδομένα που αφορούν την καπιταλιστική γεωργία επιλέγονται από αυτά του αγροτικού τομέα, το αρχικό παζλ διαλύεται. Η καπιταλιστική γεωργία είναι αυτή που καταρρέει, παρά τις προσπάθειες των ιδιοκτητών και τις προσπάθειες της κυβέρνησης να τους βοηθήσει να επιβιώσουν. Οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις χρησιμοποιούν την οικογενειακή εργασία με ευελιξία, αντλούν βοήθεια από τους γείτονες αμισθί και δίνουν προτεραιότητα στο “σπίτι” όταν αποφασίζουν για την ώρα αναχώρησης των μελών της οικογένειας για να εργαστούν αλλού (π.χ. στον Κόλπο) ή για να επιστρέψουν. Ως αποτέλεσμα, οι οικογενειακοί αγρότες προάγουν την παγκόσμια παραγωγή τους, καθώς και το μερίδιο γης που κατέχουν και την παραγωγή, σε σύγκριση με τους καπιταλιστές αγρότες-εργοδότες. Δεν σηματοδοτεί μια κρίση της γεωργίας της Αιγύπτου, αλλά τη διαμόρφωσή της με όρους χωριού[i]. (Στο βαθμό που ο καπιταλισμός ορίζεται από τον κλασσικό του τύπο ως παραγωγή βασικών προϊόντων για κέρδος με βάση τη χρήση της μισθωτής εργασίας, σημαίνει και την αποκεφαλαιοποίησή της). Κάποιος μπορεί να φέρει πολλαπλά τέτοια παραδείγματα.

Τώρα ίσως πρέπει να αναφερθούμε σε δύο κλασσικές παρερμηνείες του Τσαγιάνοφ που σχετίζονται με το θέμα που συζητάμε. Πρώτον, η «ανάλυση από τα κάτω» – δηλαδή η οικοδόμηση της κατανόησης της κοινωνικής οικονομίας, που ξεκινά με την επιχειρησιακή λογική των οικογενειακών αγροκτημάτων – συχνά έχει ερμηνευτεί ως υποκατάσταση του ψυχολογικού και του υποκειμενικού από το ντετερμινιστικό και το οικονομικό. Αυτό είναι λάθος, διότι οι υλικοί και δομικοί καθοριστικοί παράγοντες που εμπλέκονται στις σχέσεις παραγωγής και συναλλαγής καθορίζουν και περιορίζουν τις επιλογές, παρόλο που ενσωματώθηκε μεγαλύτερη ευελιξία πιθανών και υιοθετημένων στρατηγικών στο επεξηγηματικό σχήμα του Τσαγιάνοφ. Αποτέλεσμα αυτού είναι μια συνδυασμένη εξήγηση κάποιας πολυπλοκότητας, αλλά στο πιο ρεαλιστικό μέρος της. Σε γενικές γραμμές, είναι παρά μόνο στο ελάχιστο ιδιαιτέρως «τσαγιανοφική», καθώς ένας συνδυασμός του «αντικειμενικού» και του «υποκειμενικού» στις ρίζες της ανθρώπινης δράσης έχει θεωρηθεί ως δεδομένο από ένα ευρύ φάσμα σχολών σκέψης (από την άποψη του Μαρξ ότι «οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία τους, αλλά δεν το κάνουν όπως θέλουν, κλπ.» έως τις σύγχρονες φαινομενολογικές μελέτες της διαθεματικότητας). Το ζήτημα είναι ότι μια εναλλακτική γενική άποψη, που διατέμνει μεγάλους εννοιολογικούς τομείς, υιοθετεί μια διαφορετική θέση. Μέσα σε διαφορετικές σχολές σκέψης, προϋπέθεσε ένα αρχέτυπο ανθρώπινης δράσης, ο καθορισμός του οποίου είναι αποκλειστικά εξωυποκειμενικός – ένα υπόδειγμα κουκλοθέατρου για τον άνθρωπο στην κοινωνία, που συνδέεται με το φιλοσοφικό θετικισμό. Αυτή η άποψη είναι αναγκαστικά παραπλανητική, αν εφαρμοστεί στο επεξηγηματικό σχέδιο του Τσαγιάνοφ.

Στη συνέχεια, ο όρος του Τσαγιάνοφ «αυτο-εκμετάλλευση» συχνά γίνεται κατανοητός απλώς με την πιο ευθεία έννοια της αβάσταχτα σκληρής εργασίας υποσιτισμένων οικογενειών χωρικών, που καταστρέφουν τον σωματικό και ψυχικό τους εαυτό για μια αμοιβή κατώτερη των συνηθισμένων μισθών για την εργατική δύναμη (εξισώνοντας έτσι την «υποκατανάλωση» του Κ. Κάουτσκι και την αγροτική “λεηλασία της εργασίας” του Λένιν). Αυτό, για τον Τσαγιάνοφ, δεν περιγράφει όλη την εικόνα, καθώς πρέπει να ειδωθεί μαζί με την έννοια των «διαφορικών βέλτιστων», το συμπέρασμά του, δηλαδή, ότι στις διαφορετικές αγροτικές περιφέρειες και τους υποκλάδους της γεωργίας και σε οποιοδήποτε δεδομένο τεχνολογικό επίπεδο, υπάρχουν διαφορετικά βέλτιστα μεγέθη επιχειρήσεων και ότι η μείωση ή ακόμα και η αύξηση αυτών θα οδηγήσουν σε ύφεση της παραγωγικότητας. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί το κοινωνικό πλαίσιο της οικογενειακής αγροτικής καλλιέργειας και ιδιαίτερα η προκύπτουσα διαθεσιμότητα της οικογένειας, των συγγενών και των γειτόνων και η άμισθη εργασία. Για τον Τσαγιάνοφ, η οικογενειακή οικονομία δεν είναι απλά και μόνο η επιβίωση των αδύναμων μέσω της εξαθλίωσής τους, η οποία αποφέρει υπερ-κέρδη αλλού. Είναι και η αξιοποίηση ορισμένων χαρακτηριστικών της γεωργίας και της κοινωνικής ζωής στην ύπαιθρο, που περιστασιακά δίνουν ένα πλεονέκτημα στις μη κεφαλαιοκρατικές οικονομίες έναντι των καπιταλιστικών μορφών παραγωγής, εντός ενός καπιταλιστικού κόσμου. Η αδιάλειπτη ύπαρξη και η σχετική ευημερία των αγροτικών οικογενειών υπό τον καπιταλισμό μπορεί να θεωρηθεί ως εκ τούτου ότι καθιστούν αξίωμα τη δυνατότητα ύπαρξής τους, ενώ λαμβάνει χώρα η αυτο-εκμετάλλευση (εκμετάλλευση, πράγματι), παρόλο που δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια ή να υποτεθεί ως συμπέρασμα μέσα σε αυτό τον τρόπο σκέψης, σχετικά με το αν θα επιβιώσουν απαραίτητα τέτοιες οικονομικές μορφές.

Για να επιστρέψουμε στη χρήση των ιδεών του Τσαγιάνοφ στη σύγχρονη ακαδημαϊκή σκέψη, η επίδραση της γενικής άποψης του Τσαγιάνοφ για τα «μετα-Ευκλειδικά» οικονομικά, η οποία προϋποθέτει την πολλαπλότητα ταυτόχρονα λειτουργούντων οικονομικών συστημάτων και την ανάγκη να την αντιπαραβάλλει με μια πολλαπλότητα εννοιολογικών σχημάτων, ήταν χαρακτηριστικά αμφίσημη. Αντιστοιχούσε με το έργο των πιο ευφάνταστων ιστορικών της οικονομίας του προκαπιταλισμού, ιδιαίτερα του Κ.Πολάνυι, όμως εκείνοι που ήταν έτοιμοι να παραθέσουν τον Τσαγιάνοφ ως αυθεντία τους στις σύγχρονες αγροτικές οικονομίες, τον αντιμετώπιζαν συνήθως περισσότερο με σεβασμό παρά εφαρμοσμένα. Η ακαδημαϊκή κατάρτιση και η γλώσσα κάθε κλάδου τείνουν να αμελούν στα συμπεράσματά τους τις υποβόσκουσες υποθέσεις, πάνω στις οποίες βασίζονται, θεωρώντας τις είτε καθολικά αληθείς, είτε καθολικά ψευδείς. Με τη σειρά τους, όσοι εκπαιδεύτηκαν στην καθολική ανάλυση ενός παντοτινά αληθούς homo economicus ή στο να βλέπουν εποχές ομοιόμορφα καπιταλιστικές ή ομοιόμορφα φεουδαρχικές, τείνουν να χάνουν την κεντρική ιδέα των υποθέσεων του Τσαγιάνοφ, ήτοι το γεγονός ότι οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις συμπίπτουν με άλλα οικονομικά “συστήματα” αντιδρώντας στην κυρίαρχη πολιτική οικονομία και/ή δεχόμενες τη διείσδυση και την επιρροή αυτής, χωρίς να διαλύεται η ιδιαιτερότητά τους (πράγματι, παραμένοντας ιδιαίτερες και στην αντίδρασή τους). Το επακόλουθο ζήτημα δεν αφορά μόνο την πολλαπλότητα των μορφών, αλλά και τι προκύπτει από την πολλαπλότητα των τύπων αλληλεξάρτησης και των αναλυτικών κατηγοριών που εμπλέκονται. Μια τέτοια λογική συνθέσεων εξερευνήθηκε πιο πρόσφατα σε μια συζήτηση μεταξύ μαρξιστών, σχετικά με την «άρθρωση των τρόπων παραγωγής», εκεί όμως έδινε πολύ πιο έντονη έμφαση στην ιεραρχία των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων, στην κυριαρχία και στην εκμετάλλευση αλλήλων (την οποία ο Τσαγιάνοφ αναγνωρίζει, αλλά τονίζει σε μικρότερο βαθμό). Από την άλλη πλευρά, μεγάλο μέρος της συζήτησης περί “άρθρωσης” πιάστηκε στη θανατηφόρα παγίδα του «αν όχι καπιταλιστικό, τότε φεουδαρχικό» με αποτέλεσμα να διαλυθεί με ελάχιστη σημασία στην ανάλυση. Μια προσπάθεια να εισαχθεί η έννοια ενός ξεχωριστού Μέσου Παραγωγής των Χωρικών, που έγινε κι αυτή τότε, ήταν μια άμεση, αλλά όχι πολύ επιτυχημένη προσπάθεια να ενσωματωθεί θεωρητικά η ιδιαίτερη λογική της αγροτικής οικονομίας, εισαγμένη σε μια κυρίαρχη πολιτική οικονομία.

Τέλος, το πρακτικό πρόγραμμα αγροτικού μετασχηματισμού του Τσαγιάνοφ αξιοποιήθηκε εξαιρετικά ελάχιστα άμεσα, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό στον οποίο τόσο τα θετικά όσο και τα κριτικά μέρη του επικυρώθηκαν από την περαιτέρω εμπειρία. Για άλλη μια φορά, οι απόψεις του Τσαγιάνοφ σχετικά με αυτά τα θέματα συχνά παρεξηγήθηκαν (και μερικές φορές ανακαλύφθηκαν εκ νέου μέσω πρακτικής εμπειρίας και με σημαντικό κοινωνικό κόστος ή σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν, ενώ ο συγγραφέας και το υπόβαθρό τους παρέμειναν στην αφάνεια).

Το πραγματικό πρόγραμμα του Τσαγιάνοφ για την πρόοδο της Ρωσικής γεωργίας, το οποίο παρουσιάστηκε πλήρως στο βιβλίο που ακολούθησε τη Θεωρία της Αγροτικής Οικονομίας, αποτελούταν από τρία αλληλεξαρτώμενα εννοιολογικά στοιχεία: αγροτικούς συνεταιρισμούς, διαφορικά βέλτιστα και κάθετη συνεργασία. Το πρώτο στοιχείο υιοθετεί την Ευρωπαϊκή εμπειρία, και ιδιαίτερα αυτή της Δανίας στις αρχές του αιώνα, ενώ ταυτόχρονα τονίζει τη δημοκρατία από τα κάτω και μια αντί-πατερναλιστική και αντι-γραφειοκρατική προσέγγιση ότι «οι χωρικοί δεν είναι ηλίθιοι». Το δεύτερο στοιχείο έχει ήδη αναφερθεί. Το τρίτο κατέληγε σε μια πρόταση για έναν ευέλικτο συνδυασμό, σε μορφή συνεταιρισμού, διαφορετικών μεγεθών μονάδων παραγωγής για διάφορους κλάδους της γεωργίας. Έχει επίσης αποδείξει ότι, ιστορικά, ενώ η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας γης ήταν ασήμαντη, το εμπορικό κεφάλαιο διείσδυσε και μετασχημάτισε την αγροτική γεωργία μέσω της «κάθετης καπιταλιστικής συγκέντρωσης», καταλαμβάνοντας επιλεκτικά τα στοιχεία εκτός της παραγωγής και υφαρπάζοντας προσόδους (όπως στο αμερικανικό πλαίσιο, όπου το 65% των προσόδων των αγροτών απ’ τις πωλήσεις κατόπιν απορροφήθηκε από σιδηροδρομικές εταιρίες, τράπεζες, μεσάζοντες κλπ). Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν είναι αναγκαιότητα. Με τη δύναμη του κεφαλαίου αποδυναμωμένη από τις αγροτικές οργανώσεις ή/και τις κρατικές πολιτικές ή/και τις εσωτερικές αντιφάσεις μεταξύ των καπιταλιστών, μπορεί ένα διαφορετικό είδος «κάθετης συγκέντρωσης», που είναι συνεταιριστική και διευθύνεται από τους αγρότες, να καθιερωθεί και να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ο Τσαγιάνοφ το συνέδεσε με μια ισχυρή και αξιοσημείωτα ρεαλιστική πρώιμη κριτική της κολλεκτιβοποίησης τύπου Στάλιν, με την κωδική ονομασία «οριζόντια συνεργασία», που υποκαθιστά τη μεγιστοποίηση για τη βελτιστοποίηση των μεγεθών των μονάδων και τη γραφειοκρατικοποίηση για την προτεινόμενη διαχείριση «από τα κάτω». Το προβλεπόμενο αποτέλεσμα μιας τέτοιας «οριζόντιας» μεταρρύθμισης ήταν η στασιμότητα ή η μείωση της παραγωγικότητας της γεωργίας. Η «οριζόντια» συνεργασία σε συνδυασμό με το «άρμεγμα» των πόρων της γεωργίας για χάριν της ανάπτυξης του αστικού χώρου και την καταδυνάστευση των αγροτών θα αποδειχθεί αντιπαραγωγική, καθώς και αντιδημοκρατική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα φλερτάρει με την αντίσταση των χωρικών ή την απάθεια και θα καταστρέψει το τοπικό απόθεμα αναντικατάστατης αγροτικής γνώσης και την ικανότητα για κοινοτική αυτο-κινητοποίηση, για την οποία η γραφειοκρατική πίεση από πάνω θα αποδειχθεί κακό υποκατάστατο. Η έλλειψη πόρων θα συμπληρωνόταν στη συνέχεια από τη σπατάλη τους, οι εκμεταλλευόμενες ιεραρχίες από τις νέες, αντίστοιχα επιβλαβείς, αλλά λιγότερο ικανές.

Η συνηθισμένη παρανάγνωση, ειδικά απ’ αυτούς που παραθέτουν τον Τσαγιάνοφ εμμέσως από άλλες πηγές, έτεινε να ερμηνεύει το πρόγραμμά του σαν ένα όνειρο αρχαιοπρεπούς μακαριότητας των χωρικών που εκτεινόταν ως το μέλλον, έναν «αγροτισμό», απ’ τον οποίο δεν μπορεί να προκύψει κανένα πρακτικό πρόγραμμα για τη μοντέρνα γεωργία και την αλλαγή της υπαίθρου. Στην πραγματικότητα, η ιδέα της «κάθετης συνεργασίας» των χωρικών συμπεριελάμβανε την ανάγκη για μεγάλες μονάδες αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω επέκτασή τους καθώς αναπτυσσόταν η γεωργική τεχνολογία. Αποδεχόταν ακόμη και την ιδέα των «Εργοστασίων Σιτηρών» εκείνης της εποχής, υποκείμενη στη σωστή τεχνολογία. Εκτός των «Ταξιδιών του Αδερφού μου Αλέξιου» (ένα διήγημα που ο ίδιος το όριζε ως «μια αγροτική Ουτοπία»), δεν υπήρχε κανένα μήνυμα «το μικρό είναι ωραίο» στον Τσαγιάνοφ, παρά μόνο μια μικρή ένσταση στην υπόθεση ότι «μεγαλύτερο, άρα και απαραίτητα πιο αποτελεσματικό» που ήταν τότε επιφανής, και μια λειτουργική υπόδειξη προς μια συνδυαστική ανάπτυξη, με σκοπό το «βέλτιστο» (ακολουθώντας την καλύτερη επιλογή, εκ μέρους των αγρονόμων, για όποιο τοπικό συγκείμενο φυσικών συνθηκών και τη διαθέσιμη εργασία και τεχνολογία), συν τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων «από τα κάτω». Μπορεί να συναχθεί ως συμπέρασμα ένας σχετικά μικρός ρυθμός αλλαγών, σχετιζόμενος και πάλι με τη θέληση για το «βέλτιστο», παρά το μέγιστο, και με τα χαρακτηριστικά της γεωργίας όπως είναι αντιληπτά. Αγροτικοί μεταρρυθμιστές με διαφορετικές δυνάμεις της πειθούς έχουν αντιμετωπίσει και καταγράψει από τότε τους κινδύνους της υπερβολικής ταχύτητας και του γραφειοκρατικού ζήλου, όταν πρόκειται για το μετασχηματισμό της γεωργίας.

Η ακμή του αναλυτικού έργου του Τσαγιάνοφ ήλθε στη δεκαετία του 1920, ανάμεσα στις ηλικίες των 32 και των 42 χρόνων, η οποία θα υπάρχει στη μνήμη της Ρωσίας κυρίως ως τα χρόνια της ΝΕΠ – το νέο οικονομικό πρόγραμμα που ακολούθησε την επανάσταση, τον εμφύλιο πόλεμο και την ισότιμη αναδιανομή όλων των αρόσιμων γαιών της Ρωσίας απ’ τις αγροτικές της κοινότητες. Τα κύρια οικονομικά ζητήματα της χώρας ήταν η μεταπολεμική ανάκαμψη, η εκβιομηχάνιση και η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, η οποία, εντός των δεδομένων συνθηκών, σήμαινε την αύξηση της αγροτικής παραγωγικότητας και τη μερική μεταφορά της εργατικής δύναμης της υπαίθρου στις πόλεις. Το πολιτικό πλαίσιο ήταν αυτό ενός μετεπαναστατικού κράτους, συνυφασμένου με ένα σοσιαλιστικό κόμμα, εδρασμένο στις πόλεις, αντιμέτωπο με ένα τεράστιο πλήθος χωρικών οργανωμένων στις ανανεωμένες αγροτικές κομμούνες, με τις οποίες 85% του πληθυσμού της χώρας κρατούσε περισσότερο απ’ το 95% της αρόσιμης γης. Αυτή η πολιτική οικονομία αναφερόταν ως «κρατικός καπιταλισμός» και σοσιαλιστικός έλεγχος των «υψηλών διοικητικών θέσεων της οικονομίας» εντός ενός πληθυσμού, εκ του οποίου οι περισσότεροι ήταν «μεσαίοι αγρότες». Οι προγνώσεις και ο σχεδιασμός των αγροτικών ειδικών της Ρωσίας ήταν καθορισμένες από παραμέτρους που αναδρομικά συχνά αναφέρονται ως το ζήτημα της Κολλεκτιβοποίησης. Η πρίμα εναλλακτική του Τσαγιάνοφ και η πρώιμη κριτική του είναι σχετικές με τη γεωργία και χωρικούς που είναι αρκετά άσχετοι με τη Ρωσία ή μετεπαναστατικά κράτη με Μαρξιστές στην εξουσία, αλλά μπορεί να δοκιμαστεί ουσιωδώς σε σχέση με το διάλογο περί Κολεκτιβοποίησης και τα αποτελέσματα.

Στα τελευταία είκοσι χρόνια έχει προκύψει αξιόλογος όγκος αυτοκριτικής και αλλαγής πολιτικών όσον αφορά τη κολεκτιβιστική γεωργία, αλλά περισσότερο από οπουδήποτε στην Ουγγαρία. Ακολούθησαν αρχικά το Σοβιετικό «οριζόντιο» μοντέλο και, μετά την επανάσταση του 1956, αναδιοργανώθηκαν και το ξαναδοκίμασαν. Το αποτέλεσμα ήταν μια παρακμή ή στασιμότητα στη γεωργία και χρόνιες ελλείψεις τροφίμων (στις οποίες θα πρέπει να προστεθεί, πριν το 1956, σκληρή καταστολή εναντίον ενός αγανακτισμένου πληθυσμού της υπαίθρου). Ούτε η εκμηχάνιση, ούτε η απέλαση των «Κουλάκων» και οι συλλήψεις των «δολιοφθορέων», ούτε και οι γραφειοκρατικές εντολές και εκστρατείες έλυσαν τη μόνιμη γεωργική κρίση. Η Ουγγρική ηγεσία επέδειξε, έπειτα, το θάρρος να υποχωρήσει, έκανε εκκαθάριση και εκκίνησε με τελείως νέο τρόπο. Μονάδες μεγέθους χωριού συνδυάστηκαν τώρα και με πολυ-κοινοτικές και με μόνες οικογενειακές. Επετράπη σ’ αυτούς που απελάθηκαν απ’ τα χωριά τους να επιστρέψουν, συχνά και στην απευθείας συνεργατική παραγωγή. Οι εξωτερικοί έλεγχοι παράκμασαν, οι αναγκαστικές πωλήσεις καταργήθηκαν και οργανώθηκαν και διευκολύνθηκαν «κάθετες» αλυσίδες αμοιβαία επωφελών διακανονισμών παραγωγής (π.χ. ένας μικρός γαιοκτήμονας που αγοράζει ζωοτροφή απ’ την επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, στην οποία είναι μέλος, σε τιμή που του είναι ικανοποιητική, ώστε να παράγει εντός της οικογενείας του κρέας, το οποίο έπειτα πωλείται σε μια «ελεύθερη αγορά» ή υπό συμβόλαιο). Τα αποτελέσματα στη γεωργία ήταν δραματικά, οδηγώντας τη χώρα ραγδαία προς την κορυφή του Ευρωπαϊκού ομίλου, όσον αφορά την αύξηση της γεωργικής παραγωγής και εσόδων, όχι μόνο λύνοντας τα προβλήματα προμηθειών, αλλά κατοχυρώνοντας την Ουγγαρία ως εξαγωγό τροφίμων. Η περίπτωση της Ουγγρικής γεωργίας και πολλών άλλων πειραμάτων με την Κολεκτιβοποίηση, θετικά και αρνητικά, στη Ευρώπη, αλλά και στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική, λειτούργησε ως σημαντική επιβεβαίωση των προτάσεων του Τσαγιάνοφ για το γεωργικό μετασχηματισμό, των προγνώσεών του και, μέχρι ενός σημείου, των πιο γενικών θεωρητικών κατασκευών του και προσεγγίσεων. Δεν ήταν εμφανώς το ζήτημα του μεγέθους, του κολεκτιβισμού ή ακόμη της Κολεκτιβοποίησης καθαυτής, αλλά αυτό της πραγματικής μορφής του μετασχηματισμού της υπαίθρου και της νέας οργάνωσης της παραγωγής, όπως επίσης και τον τρόπο που συνδυάζεται με τις σχέσεις χωρικών και γραφειοκρατών, τους πόρους και τα ουσιαστικά ζητήματα της γεωργίας (και τις ιδιορρυθμίες της ως κλάδος της παραγωγής). Ενώπιον όλων αυτών των ζητημάτων, η έξοχη κατανόηση της γεωργίας απ’ τον Τσαγιάνοφ και τους φίλους του, συνδυασμένη με αυτή της αγροτικής κοινωνίας, τους έκανε μοναδικούς. Αυτό κάνει το μεγάλο του σχέδιο –αυτό που αποκαλούσε Κοινωνική Αγρονομία– ακόμα σχετικό. Δεν είναι ότι, στο όλον, αυτοί που επέτυχαν ή απέτυχαν τον είχαν μελετήσει απευθείας στην Ουγγαρία ή αλλού. Τέτοιες γραμμές είναι σπανίως ξεκάθαρες. Αλλά θα μπορούσαν (ή θα μπορέσουν) να ωφεληθούν και να περιορίσουν κάποιες δυσκολίες αν το είχαν κάνει (ή το κάνουν). Το γεγονός ότι αυτό το τμήμα της διανοητικής κληρονομιάς του Τσαγιάνοφ σπανίως λαμβάνεται υπόψιν ή γίνεται παραδεκτό δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενό του, αλλά με τη φύση των τρεχόντων ιδεολογικών περιορισμών, στους οποίους θα επιστρέψουμε.

Ακόμη ξέρουμε πάρα πολύ λίγα για το πιο άμεσο θέμα ενδιαφέροντος του Τσαγιάνοφ: τη Ρωσική ύπαιθρο ενώπιον της Κολεκτιβοποίησης του Στάλιν. Γνωρίζουμε, όμως, πράγματι, ότι, αντίθετα με τον ιδεολογικό μύθο που ακολούθησε, δεν ήταν φυσικό συμπέρασμα που πρόκυπτε απ’ τον Μαρξισμό ή τον Λένιν, αλλά ένα σχετικά τυχαίο αποτέλεσμα απ’ την αποτυχία των πολιτικών για την ύπαιθρο του 1926-28 και τις διαμάχες των εσωκομματικών φραξιών. Ήταν εξαιρετικά καταστροφική για τους πόρους και τους ανθρώπους, διευκόλυνε την αποκτήνωση του πολιτικού συστήματος του κόμματος και συνεισέφερε στις τρέχουσες ανεπάρκειες της Σοβιετικής γεωργίας και αναμφίβολα στη δημογραφική κρίση και τη βιομηχανική επιβράδυνση των τελευταίων δεκαετιών. Τα πρώτα βήματα των μετά Στάλιν Σοβιετικών μελετών για την κολεκτιβοποίηση, σχετικές για άλλη μια φορά με τις τελευταίες δυο δεκαετίες περίπου, υπέδειξαν εμφανώς ότι η ακμή της ΕΣΚΓ[ii], η οποία ήταν οι ομάδες αυτοβοήθειας στην αρχή της («κάθετη» παρά «οριζόντια» στις προεκτάσεις της), ήταν αποτελεσματική και είχε όντως μεγάλη στήριξη από μεγάλο μέρος του Ρωσικού αγροτικού πληθυσμού. Ήταν απόφαση του «Κέντρου» να παραμερίσει την ΕΣΚΓ εν μια νυκτί σχεδόν, όπως επίσης και τις σοσιαλιστικές κομμούνες και κάθε άλλο ιδιαίτερο ανά περιοχή σχήμα αγροτικής συνεργασίας που πρόκυπτε από την τοπική πρωτοβουλία και να επιβάλλει το ένα και μοναδικό σχήμα του Κολχόζ ανά χωριό, με από τα πάνω διοίκηση, που όρισε την καταστροφική τάση της δεκαετίας του 1930.

 

Μέθοδοι και Χαρακτηρισμοί

Όπως αναφέρθηκε, οι παρανοήσεις του Τσαγιάνοφ συχνά έπαιξαν τόσο σημαντικό εννοιολογικό ρόλο, όσο και οι απόψεις που πράγματι εξέφρασε, και έχουμε ασχοληθεί σε μερικές απ’ αυτές. Δύο επιπλέον, πιο γενικές στο πλαίσιό τους, θα εξεταστούν για συμπληρώσουν την εικόνα: η κατάσταση των εννοιολογικών μοντέλων στα έργα του Τσαγιάνοφ και o χαρακτηρισμός του ως «νεο-λαϊκιστή».

Στο κέντρο της θεωρητικής αναλυτικής μεθόδου του Τσαγιάνοφ, αυτό που πράγματι τον έκανε τον εξέχοντα θεωρητικό της γενιάς του, βρίσκεται η συστηματική διερεύνηση εναλλακτικών μοντέλων και τυπολογιών. Η αφαίρεση και η σκόπιμη απλούστευση χρησιμοποιούνται συστηματικά για να ορίσουν και να ελέγξουν λογικούς δεσμούς. Όπως είναι σύνηθες όσον αφορά τα θεωρητικά μοντέλα, η σκόπιμη απλούστευση σημαίνει τον υπερβολικό τονισμό κάποιων χαρακτηριστικών. Το πλήρως άμισθο οικογενειακό αγρόκτημα και τα οκτώ καθαρά «οικονομικά συστήματα» που παρουσιάζονται στη μετάφραση βρίσκουν τα πιο απομακρυσμένα ομόλογά τους στο έργο του «Πειραματισμοί πάνω στη Μελέτη ενός Απομονωμένου Κράτους, τα Νομογραφικά στοιχεία της Οικονομικής Γεωγραφίας», ακόμη και στην «επιστημονική φαντασία» του «Τα Ταξίδια του Αδερφού μου Αλέξιου» και τη συζήτηση του 1928 περί της «γεωργίας μέσα σε φιάλη», όσον αφορά τη μελλοντική επιστημονική παραγωγή τροφίμων. Η δεξιοτεχνία του Τσαγιάνοφ και η εκτεταμένη χρήση Ρωσικών εμπειρικών αποδείξεων (και του πλούτου τους για την παρουσίαση της εικόνας της υπαίθρου εκείνων των ημερών), όπως επίσης και το έντονο πρακτικό ενδιαφέρον του ως αγροτικός μεταρρυθμιστής, κάνουν πολλούς από τους επιφανειακούς αναγνώστες του να προσπερνούν το γεγονός ότι ο πειραματισμός του ήταν αδιάκοπος και εξαιρετικά εφευρετικός όσον αφορά τη λογική της ανάλυσης ως τρόπο διάταξης των πολυσύνθετων δεδομένων που είχε ανά χείρας. Δεν στερούταν σαφώς δικών του ιδεών, τις οποίες έκανε ξεκάθαρες και μπορεί να δεχτεί κριτική γι’ αυτές, όπως επίσης και για τις μεθόδους που χρησιμοποίησε για να φτάσει σε συμπεράσματα. Αυτό έχει γίνει από πολλούς, συμπεριλαμβανομένων και των πρώτων επιμελητών του βιβλίου και εμένα του ιδίου. Αλλά ο Τσαγιάνοφ πρέπει να αντιμετωπιστεί με τους δικούς του όρους, εννοώντας με κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η μέθοδος διερεύνησής του και το πραγματικό συμπέρασμα διέφεραν μεταξύ τους. Αυτό είναι ο λόγος που δε βοηθά και είναι συχνά σαφώς γελοίο να εκφράσει κανείς έκπληξη ή απογοήτευση με την παράβλεψη εκ μέρους του Τσαγιάνοφ των σχέσεων της αγοράς, της μισθωτής εργασίας ή της επένδυσης κεφαλαίου στο συγκείμενο της υπαίθρου. Αυτή η «παράβλεψη» είναι μέθοδος, μια αναλυτική περιστολή που χρησιμοποιείται για τη διερεύνηση αιτιακών συνδέσμων διαμέσω ενός εννοιολογικού μοντέλου (πράγμα που μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμο). Όσον αφορά, δε, το ζήτημα του ρεαλισμού ενός εννοιολογικού μοντέλου, την αντιστοιχία του δηλαδή με την πραγματικότητα, είναι σημαντικό, αλλά παρέχει μόνο ένα στοιχείο θεωρητικής σκέψης. Ο Τσαγιάνοφ πειραματίστηκε με ένα μονοαιτιακό δημογραφικό μοντέλο, με ένα διαιτιακό μοντέλο γεωργικής ανάπτυξης, καθορισμένο με βάση την ένταση πληθυσμιακής πυκνότητας και τις σχέσεις της αγοράς, και ούτω καθεξής. Ο Τσαγιάνοφ ήταν ένας εκ των πρωτοπόρων στο πεδίο των πραγματολογικών μελετών των σχέσεων της αγοράς, του εκχρηματισμού και της μισθωτής εργασίας, και ήταν αξιοσημείωτα ρεαλιστικός όσον αφορούσε την καθημερινή ζωή των Ρώσων χωρικών. Πρόσφατες μελέτες από Σοβιετικούς και άλλους ακαδημαϊκούς έχουν δείξει, πράγματι, ότι είχε δίκαιο σε σχέση με τη χαμηλή παραγωγή βασικών αγαθών και την πολύ χαμηλή χρήση της μισθωτής εργασίας στη Ρωσική ύπαιθρο στις περιόδους 1900-14 και 1921-28.

Κάθε μοντέλο είναι επιλεκτικό και ο Τσαγιάνοφ έκανε τις δικές του επιλογές, αντίστοιχα, ως προς τι να επικεντρώσει την προσοχή του και ποιους αιτιακούς συνδέσμους να «βάλει σε παρένθεση» ή να δώσει λιγότερη έμφαση. Αυτά ήταν σχετικά, βεβαίως, με τις απόψεις του, όπως επίσης και με τα συμπεράσματά του. Για παράδειγμα, ο Τσαγιάνοφ δήλωσε, σε έναν διάλογο του 1927, ότι μόλις τότε ξεκινούσε τις δικές του μελέτες για τη κοινωνικο-οικονομική διαφοροποίηση των χωρικών. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτά που τώρα γνωρίζουμε για τη σχετικά χαμηλή ταξική πόλωση της αγροτικής Ρωσίας του 1912 και του 1921-28, η συγκέντρωση της προσοχής προς τον αγροτικό συνεταιρισμό και τη βέλτιστη χρήση της εργασίας ήταν πολύ λογική για έναν πρωτοπόρο μιας τάσης που ήταν αφοσιωμένη στην πρόοδο αυτού που ονομαζόταν Κοινωνική Αγρονομία. Αλλά περιόριζε την κατανόηση των προοπτικών εκμετάλλευσης των απλών συνεταιρισμών, την αλληλεπίδραση κράτους και χωρικών και κάποιων ακόμα ζητημάτων. (Ως παραλληλισμός, το έργο του βασικότερου επικριτή του, Κρίτζμαν, και των βοηθών του, το οποίο υιοθέτησε απ’ το νεαρό Λένιν το μοντέλο της απαραίτητης πόλωσης των χωρικών, υπέρβαλλε εξαιρετικά στην ανησυχία τους γι’ αυτό, πράγμα που θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι προσέφερε κίνητρα στην κολεκτιβοποίηση τύπου Στάλιν, χωρίς την απαραίτητη επίγνωση και τους δυνητικούς κοινωνικούς σκοπέλους.) Ανασκοπώντας, μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική στον Τσαγιάνοφ για τις προτεραιότητές του, αλλά είναι επιστημολογικά αφελές να τον αντιμετωπίζει ως αφελή, τυφλό προς τις αποδείξεις ή καταβεβλημένο απ’ τις ιδεολογικές παρεκκλίσεις του «αγροτισμού».

Η τοποθέτηση του Τσαγιάνοφ εντός ενός ιδεολογικού πλαισίου και έναντι μιας αναλυτικής και ιδεολογικής ταξινόμησης έπασχε κυρίως από δύο παρανοήσεις. Η πρώτη ήταν λιγότερο εμφανής, λιγότερο σημαντική και λιγότερο λόγια, που προέκυπτε από ελλιπή γνώση για το υπόβαθρο του Τσαγιάνοφ, την έκταση των εκδόσεών του και από μόνο επιφανειακή ανάγνωση των προσπαθειών του Θόρνερ και του Κέρμπλεϋ να παρουσιάσουν την εικόνα του. Θεωρούσε δεδομένη τη μοναδικότητα του Τσαγιάνοφ στην επινόηση του «τσαγιανοφισμού». Η άλλη τον ταξινομούσε ως Νέο-Λαϊκιστή και συνήγαγε τα κύρια χαρακτηριστικά της απ’ αυτό.

Η έξοχη παράδοση των Ρωσικών αγροτικών μελετών είχε τις ρίζες της στην προσπάθεια των επαρχιακών αρχών (τις Zemstvo), στην περίοδο απ’ τη δεκαετία του 1860 μέχρι το 1917, που είχε εισαχθεί κυρίως από πεφωτισμένους ευγενείς και τους υπαλλήλους τους εντός της «ιντελλιγκέντσιας της υπαίθρου», ώστε να καταγράψουν και να βελτιώσουν το βιοπορισμό των πληβειακών πληθυσμών υπό την κηδεμονία τους, που ήταν κυρίως επαρχιακοί και χωρικοί. Αυτές οι μελέτες έφτασαν την ωριμότητα απ’ τα τέλη του 1880 μέχρι το 1906 (όταν ο Τσαγιάνοφ γεννιόταν ή πήγαινε σχολείο), για να αναζωογονηθούν μετά από μια αποτυχημένη επανάσταση στα 1909-14 (Ο Τσαγιάνοφ τότε ξεκίνησε, το 1912 στην ηλικία των 23, την εντυπωσιακή καριέρα του στο δημόσιο.) Ως μέρος της, η εννοιολογική εστίαση στο οικογενειακό αγρόκτημα μπορεί να εντοπιστεί προς τα πίσω, από το βιβλίο του 1881 του Α. Βασιλτσάκοβ, την ανάπτυξη των Μελετών του Προϋπολογισμού και την πρώτη χρήση του όρου απ’ τον Φ. Σέρμπινα, στα τέλη του 1890, στις Δυναμικές («ομαδικές») Μελέτες μέχρι το Ν. Τσεμένκοφ στις πολύ αρχές του αιώνα, και τους άμεσους προγόνους της παραδοχής του Τσαγιάνοφ περί δομικά συγκεκριμένων οικονομικών των χωρικών μέχρι το βιβλίο του Β. Κοσίνσκι, που εκδόθηκε το 1906. Η έκφραση «οικονομικά» είναι κάπως παραπλανητική, στην πραγματικότητα, όπως επίσης και ο συνήθης επαγγελματικός προσδιορισμός των περισσοτέρων εξ αυτών που εμπλέκονταν ως «αγροτικοί στατιστικολόγοι των Zemstvo». Η εξέλιξη αυτού ήταν κοινωνικές επιστήμες επικεντρωμένες στους χωρικούς, με την ευρεία τους έννοια, που συγχώνευαν τους σύγχρονους Δυτικούς κλάδους των οικονομικών, της ανθρωπολογίας, της εθνογραφίας, της κοινωνιολογίας, της δημογραφίας, της δημόσιας ιατρικής, της αγρονομίας και της οικολογίας. Αλλά η αυθεντικότητα του Τσαγιάνοφ δεν τίθεται υπό ερώτηση. Αλλά η σπουδαιότητά του έγκειται σε αξιόλογο βαθμό στις ικανότητες της σύνθεσης και της παρουσίασης. Ως λαμπρό παράδειγμα της Ρωσικής ιντελιγκέντσιας, ήταν λογιότατος: πολυδιαβασμένος, εύγλωττος σε έναν αριθμό ξένων γλωσσών, επιδέξιος στην αναλυτική του παρουσίαση και, πέραν τούτων, συγγραφέας δοκιμίων, πέντε ρομαντικών διηγημάτων παρόμοιων του Χόφμαν, έναν οδηγό για Δυτικοευρωπαϊκό σχέδιο, μια τοπική ιστορία της Μόσχας και ένα βιβλίο ποίησης.

Η περιγραφή του έργου του Τσαγιάνοφ και των κοινών απόψεων της επονομαζόμενης Σχολής για την Οργάνωση και την Παραγωγή ως νεο-λαϊκιστική, ειδικά όταν χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του προγραμματικού «αγροτισμού», που οραματίζεται ιδεαλιστικά ή ελπίζει σε ένα μελλοντικό σύμπαν των χωρικών, είναι πολύ ελλιπής πληροφόρησης και παραπλανητική. Μια πολυεπίπεδη παρανόηση ενέχεται όσον αφορά το λαϊκισμό, το νεο-λαϊκισμό και τον ίδιο τον Τσαγιάνοφ.

Αρχικά, λίγοι έκαναν τον κόπο να επεξεργαστούν τα πραγματικά χαρακτηριστικά του Ρωσικού λαϊκισμού πέραν και υπέρ των περιγραφών του απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους (ειδικά την επίθεση του Λένιν στους Σοσιαλιστές Επαναστάτες, η οποία, αν τεθεί εκτός συγκειμένου, εξαπατά τους αναγνώστες της). Ο αρχικός «σοσιαλισμός για τις αναπτυσσόμενες κοινωνίες» της Ρωσίας και το αξιοσημείωτο μήνυμά του στη σύγχρονή του εποχή, που πρόβαλλε για πρώτη φορά τα ζητήματα της Άνισης Ανάπτυξης, του Κρατικού Καπιταλισμού, των κομματικών Στελεχών ή της Κοινωνικής Οικολογίας συχνά υποτιμάται ως αγροτικός συναισθηματισμός. Το ότι αυτοί ήταν οι δημιουργοί του πρώτου Ρωσικού σοσιαλιστικού κόμματος επαναστατικού τύπου, των πρώτων του αστικών Εργατικών Συνδικάτων και εφημερίδων των εργατών ή ότι ο μόνιμος αντιπρόσωπός τους απ’ το παράρτημα της Γενεύης στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς ήταν ένας άντρας ονόματι Καρλ Μαρξ μένουν απλά εκτός οπτικού πεδίου. Το επόμενο στάδιο στην παρανόηση, ο σύγχρονος αντίκτυπος του λαϊκισμού – των κύριων θεωρητικών του, όπως ο Χέρτζεν και ο Τσερνισέφσκι, και στρατηγικών αναλυτών, όπως ο Ζιελιάμποφ ή ο Κιμπάλτσιτς απ’ τη Βούληση του Λαού, δηλαδή – έχει μεταχείριση σα να μπορούσε να αποσυσχετιστεί απ’ την υπόλοιπη Ρωσική διανοητική ιστορία. Ως παράδειγμα αναφέρεται ότι το Τι Να Κάνουμε; του Λένιν, που προφανώς είχε ως πρότυπο στο περιεχόμενο και στον τίτλο τον Τσερνισέφσκι και τη Λαϊκή Θέληση, χάνει τις πνευματικές του ρίζες και γίνεται κατόπιν μια αυτοδημιούργητη επινόηση μιας μοναδικής ιδιοφυΐας. Η γενική αλληλεξάρτηση των επιδράσεων, η αμοιβαιότητα των δανεισμών και η ικανότητα μάθησης «απλοποιούνται» ώστε να φαίνονται σαν ένα σύνολο δογματισμών, αιωνίως ανόμοιοι και απόλυτα καθαροί (και εξ ολοκλήρου σωστοί ή εξ ολοκλήρου λάθος, προφανώς). Ο Τσαγιάνοφ, όντας ούτε «Μαρξιστής» ούτε καλός αστός, πρέπει να προσαρτηθεί σε κάποιες απ’ τις ιδεολογικές αλυσίδες. Ένα παιχνίδι για αυτούς που δε βαρύνουν τους εαυτούς τους άσκοπα με τη γνώση του πραγματικού συγκειμένου της Ρωσικής ιστορίας υψώνει το ανάστημά του, ένας κόσμος διαχωρισμένος σε «εμάς» εναντίον «αυτών», καθώς οτιδήποτε άλλο μπαίνει σαν αποφάγια στην κατηγορία του Λαϊκισμού, αναμενόμενο να γεννήσει εικόνες αμέτοχων θεατών, συναισθηματικής προσκόλλησης σε παρωχημένους αρχαϊσμούς, Ουτοπικά όνειρα και κοπριά. Όσον αφορά τον Τσαγιάνοφ δε, ο πιο εύκολος τρόπος να μην αποπέμψει κανείς την ιδιοφυΐα του ή να μην τον παραδώσει στους άμεσους ιδεολογικούς εχθρούς της πλευράς του είναι να τον ορίσει ως Λαϊκιστή (με ένα πρόθημα «Νεο-» που προστίθεται προς όφελος αυτών που τείνουν να επισημαίνουν ότι οι απόψεις του διέφεραν ουσιωδώς απ’ αυτές των κύριων θεωρητικών του Ρωσικού Λαϊκισμού και αυτών που καθορίστηκαν στη γενιά του ως οι πιο απευθείας κληρονόμοι του, όπως ο Τσερνόφ, ο Αξέντεφ ή ο Γκερσούνι.) Ο Τσαγιάνοφ είχε ως πρότυπα τους δηλωμένους Μαρξιστές Β. Κοσίνσκι, Β. Γκρόμαν και Ι. Γκούρεβιτς (Πρέπει να διαφωνήσω εδώ με τον Θόρνερ, ήταν ο Γκούρεβιτς ο πρώτος που πρότεινε τη «δημογραφική διαφοροποίηση»), απ’ τους φιλελεύθερους Ν. Τσερνένκοφ και Φ. Σέρμπινα, όπως επίσης κι απ’ τον bona fide Σοσιαλιστή Επαναστάτη λαϊκιστή Π. Βικλυάεφ. Οι μέθοδοι και τα συμπεράσματά του ήταν παράλληλα με πολλούς τρόπους με αυτά του μέλους του Κεντρικής Μπολσεβικικής Επιτροπής, στην περίοδο 1905-7, Π. Ρουμυάντσεφ και το ύστερο έργο παρόμοιας πειθούς του Α. Κρυαστσέβα. Η ανοχή του προς διαφορετικές ιδέες ήταν γνωστή∙ στη δεκαετία του 1920, βοήθησε στην καριέρα του Ν. Κοντρατίεφ, του λαμπρού πρωτοπόρου στις σπουδές των παγκόσμιων οικονομικών συστημάτων, όπως επίσης των Μαρξιστών «νεο-Τούρκων», όπως ο Β. Ανισίμοφ. Συχνά, επίσης, διαφωνούσε με αυτούς της δικής του «σχολής», τον Α. Τσελίντσεβ, για παράδειγμα, αλλά συνέχιζε να συνεργάζεται στενά μαζί τους. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να οριστεί η πιθανή ενοχή του με βάση την κληρονομιά ή τη συγγένεια.

Ο μόνος τρόπος επίλυσης του ερωτήματος περί του λαϊκισμού του Τσαγιάνοφ είναι να εξετάσουμε τις πραγματικές του απόψεις σε αντιπαραβολή με τα βασικά δόγματα των σύγχρονών του Ρώσων Λαϊκιστών όσον αφορά τη Ρωσική ύπαιθρο. Δεν αποδεχόταν την άποψη κάποιων δεξιών λαϊκιστών του 1890 ότι ο καπιταλισμός πρέπει να αποτύχει ώστε να κατοχυρωθεί στη Ρωσική ύπαιθρο που μαστιζόταν απ’ τη φτώχεια. Δεν υιοθετούσε τη πιο σημαντική προγραμματική πρόταση της αριστεράς πτέρυγας  του Λαϊκισμού στην περίοδο 1906-22, του Κόμματος των Σοσιαλεπαναστατών, το να γίνουν οι αγροτικές κομμούνες, που είχαν στον έλεγχό τους όλη τη διαθέσιμη γη, η πυρηνική δομή της υπαίθρου της μετεπαναστατικής Ρωσίας. Συμμεριζόταν με τους Ρώσους Λαϊκιστές, αλλά όχι μόνο, την επιθυμία να γίνει ο μετασχηματισμός της Ρωσίας με κατευθυντήριες γραμμές που θα οδηγούσαν στην κατάλυση της δεσποτείας και την κατοχύρωση της δημοκρατίας (που ενείχε πολύ χωρικό χρωματισμό εντός ενός πληθυσμού που ήταν 85% χωρικοί). Η ιδέα του «στην υπηρεσία του λαού» της Ρωσικής ιντελιγκέντσιας ήταν επίσης «λαϊκιστική», αλλά από εκείνη τη χρονική στιγμή, όχι μόνο αυτό. Τα πνεύματα στο πολιτικό κόμμα του Τσαγιάνοφ δεν ήταν ακμαία. Στο δραματικό έτος του 1917, ήταν πιο κοντά στους Λαϊκούς Σοσιαλιστές, ένα ελαφρώς λαϊκιστικό, εμφανώς ακαδημαϊκό κόμμα με μικρή απήχηση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, επρόκειτο να παραμείνει ο ακομμάτιστος Μοσχοβίτης διανοούμενος στην καλύτερή του εκδοχή: λόγιος, φιλόπονος, ανοιχτόμυαλος και βαθιά αφοσιωμένος στους ανθρωπιστικούς σκοπούς, την ακαδημαϊκή ευρυμάθεια και την αισθητική. Αυτή η προσέγγιση και αυτές οι δυνατότητες αντιμετωπίστηκαν, στη δεκαετία του 1920, με μια αξιοσημείωτη ολιγωρία εναντίον του απ’ τις αρχές (πράγμα που λέγεται ότι διέταξε ο ίδιος ο Λένιν). Θα του κόστιζε τη ζωή στην επόμενη δεκαετία και θα τελείωνε με τη μετά θάνατον «αποκατάστασή» του, αν έχει όντως κάποια σημασία.

Όσον αφορά δε τους σκοπούς και τις προβλέψεις τους, οι Μπολσεβίκοι, οι Σοσιαλεπαναστάτες και ο Τσαγιάνοφ συμμερίζονταν την εχθρότητά τους προς τον αγροτικό καπιταλισμό, ειδικά στις εκτός παραγωγής μορφές τους (τους «Κουλάκους»). Από κοινού με τους Σοσιαλεπαναστάτες, ο Τσαγιάνοφ πίστευε περισσότερο στην αδιαφοροποίητη κοινωνικο-οικονομική πρόοδο ή παρακμή («συνολικές μεταβολές») εναντίον της καπιταλιστικής οικονομίας και/ή της οικονομίας του κρατικού καπιταλισμού παρά στη σημασία των διαδικασιών της πόλωσης εντός των χωρικών. Δέχτηκε επίθεση εξαιτίας αυτού από πολλούς εκ των Ρώσων «ορθόδοξων Μαρξιστών», αλλά κάποιοι άλλοι «ορθόδοξοι» Μαρξιστές, ο Κάουτσκυ, για παράδειγμα, ήταν κατά πολύ αβέβαιοι όσον αφορά τούτο. Το ίδιο ίσχυε και για κάποιους απ’ τους Μπολσεβίκους. Η καχυποψία του Τσαγιάνοφ προς την πρόταση ότι «το μεγάλο είναι ωραίο», που ήταν αποδεκτή τότε από πολλούς υποστηρικτές της Προόδου, δεν σχετιζόταν με ένα αγροτικό όνειρο τύπου Προυντόν∙ στην πεινασμένη Μόσχα του Πολεμικού Κομμουνισμού, αποτύπωσε ένα σύμπαν μικροϊδιοκτητών γης σε ένα κείμενο που περιγραφόταν ως «Ουτοπία» (των χωρικών, βεβαίως), αλλά πρότεινε κάτι πολύ διαφορετικό στο καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου που αποκάλεσε το 1925 Η Θεωρία της Αγροτικής Οικονομίας. Θα πρέπει κανείς να λάβει ως αληθινή την ίδια την εξήγηση του Τσαγιάνοφ στις απόψεις του, καθώς ήταν ριζωμένες στη μελέτη της Ρωσικής γεωργίας, της οποίας είχε τόσο έξοχη γνώση. Σε γενικές γραμμές, ο Τσαγιάνοφ οριζόταν ως νεο-λαϊκιστής κυρίως ερήμην, μια στενογραφική περιγραφή που αποκρύπτει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει.

Γιατί τότε η επιμονή στο νεο-λαϊκιστικό προσδιορισμό του «ούτε εμείς, ούτε αυτοί» στη δική μας εποχή; Ο λόγος βρίσκεται στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της δικής μας γενιάς, στις οποίες θα πρέπει να προστεθεί η ήδη συζητημένη απλούστευση. Οι υποστηρικτές της Πράσινης Επανάστασης, που πιστεύουν στις αντισοσιαλιστικές δυνατότητές της, συχνά ερμήνευαν την «από τα κάτω» προσέγγιση ως «αφήστε το ως έχει» για «τους από πάνω» και μετά χρησιμοποιούσαν τον «αγροτισμό» ως βολικό ιδεολογικό τέχνασμα για να ξεχάσουν τον κλάδο των αγροτικών επιχειρήσεων. Τη στιγμή που κανείς κινηθεί απ’ τη μορφή στο ουσιαστικό περιεχόμενο, ο Τσαγιάνοφ τους είναι απαράδεκτος: είναι δριμύτατα αντικαπιταλιστής, χωρίς εμπιστοσύνη στις διαδικασίες της «ελεύθερης αγοράς» και αφοσιωμένος στον πόλεμο των συνεταιρισμών εναντίον των «επιχειρηματιών». Συν τοις άλλοις, ήταν καταφανώς πιστός στο Ρωσικό μετεπαναστατικό κράτος, αρνήθηκε να μεταναστεύσει και γνώρισε ακόμη και ευημερία στην καριέρα του κάτω απ’ το νέο καθεστώς. Για τους ορθόδοξους Μαρξιστές των «αναπτυσσόμενων κοινωνιών», η μέθοδος ανάλυσής του τούς ήταν εξίσου απαράδεκτη, καθώς αμφισβήτησε μετωπικά τη μελέτη του Λένιν του 1899, που είχε αναχθεί ως κορυφαίο πρότυπο για το τι είναι η αγροτική κοινωνία και/ή σε τι εξελίσσεται. (Η θέση του Κάουτσκυ, αδιαμφισβήτητα «ορθόδοξη» και νομιμοποιημένη απ’ τις αναφορές που θαυμάζουν τον Λένιν, παρότι, βέβαια, χωρίς απαραίτητη αντιδιαστολή με την άποψη του Τσαγιάνοφ για την πιθανή επιβίωση της αγροτικής οικονομίας υπό τον καπιταλισμό, είναι ακόμη μόλις και μετά βίας γνωστή.) Αλλά ο πυρήνας της «ανάγκης» του ορισμού του Τσαγιάνοφ ως Νεο-Λαϊκιστή έγκειται εκεί ακριβώς, στην αξίωση του ενός και μοναδικού, πεπερασμένου Μαρξισμού. Όσο για τον Τσαγιάνοφ, δεν ήταν ούτε «Μαρξιστής», ούτε λάτρης των πλούσιων αγροτών, αλλά ούτε ήταν και απλώς Λαϊκιστής, κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μάθαινε από πολλές πηγές, αλλά σχημάτιζε τη δική του άποψη.

Γιατί, τότε, δεν έγινε ο Τσαγιάνοφ ένας γκουρού στη σύγχρονη εποχή, ένας προστάτης άγιος μιας νέας σέκτας θαυμαστών, που θα χρησιμοποιούσαν τα βιβλία του για να επιβάλλουν και να επικυρώσουν το δικό τους ξεκάθαρο διαχωρισμό και την ιδεολογική τους αγνότητα; Έχουν γίνει παραθέσεις του υποστηρικτικά, αλλά κανείς δεν έχει δεχτεί τα σκήπτρα του, ενώ αυτοί που αποκαλούνται Νεο-Λαϊκιστές συνήθως έχουν απαρνηθεί τέτοιους προσδιορισμούς. Η απάντηση έγκειται εν μέρει στους ιδεολογικούς δυισμούς που περιγράφηκαν παραπάνω, αλλά επίσης ένας άλλος λόγος είναι και ένας ουσιαστικός περιορισμός της μεθόδου ανάλυσης του Τσαγιάνοφ, που εξηγείται από μόνος του με βάση την εμπειρία, που ήταν διαθέσιμη όταν έγραφε, σε σχέση με αυτή της εποχής μας. Ο πιο σημαντικός από τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς του εικοστού αιώνα ήταν η προοδευτική ενσωμάτωση συνεχώς αυξανόμενα σύνθετων κοινωνικών σχηματισμών. Η κοινωνία της υπαίθρου και τα αντίστοιχα προβλήματα δεν είναι ανεξήγητα πια αφεαυτά και πρέπει να γίνουν κατανοητά με τους όρους της εργασίας και των ροών κεφαλαίου, που είναι πιο ευρείς απ’ τη γεωργία. Για να καταλάβει κανείς την ποικιλότητα των αποτελεσμάτων της Κολεκτιβοποίησης, πρέπει να κοιτάξει προς την ύπαιθρο, όπως και στη βιομηχανία και την πολιτική ελίτ. Και ούτω καθεξής. Η ανάλυση «από τα κάτω» του Τσαγιάνοφ είναι ημιτελής, όχι μόνο επειδή ο συγγραφέας της απετράπη απ’ την ολοκλήρωσή της. Δε μπορεί να ολοκληρωθεί απλώς και μόνο με την κίνηση επί της ίδιας οδού. Όχι τυχαία ήταν αυτό το μοντέλο του, το πιο επικεντρωμένο στην οικογένεια, το δημογραφικό, το οποίο περιέπεσε πρώτο σε αχρησία. Ο μόνος τρόπος να χειριστεί κανείς τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα είναι μέσω μοντέλων και θεωριών, στα οποία τα οικογενειακά αγροκτήματα των χωρικών δε λειτουργούν ξεχωριστά και όπου η οικονομία των χωρικών δε συνοδεύει απλώς και μόνο άλλα οικονομικά σχήματα, αλλά εισάγεται εντός και συνήθως υπάγεται σε μια κυρίαρχη πολιτική οικονομία, διαφορετική σε τύπο. Επίσης, οι οικονομίες των χωρικών μετασχηματίζονται (ή ακόμη και επανακατοχυρώνονται) κυρίως από «εξωτερική» παρέμβαση, ειδικά απ’ το κράτος και τις πολυεθνικές εταιρίες, παρέμβαση που ξεπέρασε κατά πολύ την εμπειρία του Τσαγιάνοφ, όπως επίσης και τα θεωρητικά σχήματά του. Αυτό κάνει τα συνδυαστικά μοντέλα στο «από τα πάνω» και «από τα κάτω» απαραίτητα για περαιτέρω ερευνητική πρόοδο. Σ’ αυτό, η ανάλυση του Τσαγιάνοφ έπαιξε όντως εξέχοντα, αλλά περιορισμένο ρόλο. Κάποιες απ’ τις απόψεις του ήταν εμφανώς λανθασμένες (και ακυρώθηκαν από επιπλέον αποδείξεις), αλλά εν γένει η αδυναμία του έγκειται σε μια ανάλυση που δεν ήταν λανθασμένη, αλλά ανεπαρκής. Για τον προοδευτικά περίπλοκο κόσμο της υπαίθρου του σήμερα έχει εμφανή όρια, επομένως, δεν υφίσταται «τσαγιανοφισμός», αλλά υπάρχουν πολλές διαφωτιστικές επισημάνσεις του Τσαγιάνοφ, κατηγορηματικές και υπόρρητες, στις σύγχρονες αγροτικές σπουδές.

 

Ιστοριογραφία και Μέλλον

Στις αρχές του 1966, η πρώτη Αγγλική έκδοση του βιβλίου του Τσαγιάνοφ συνέπεσε με μια μείζονα κρίση αυτού που αποκαλούνταν Τρίτος Κόσμος και του εννοιολογικού ορισμού του εντός της Θεωρίας του Εκσυγχρονισμού και των πολιτικών της απορροιών, συμπερασμάτων και προβλέψεων. Ο ραγδαίος αποαποικισμός μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ψυχρός Πόλεμος και τα επεκτεινόμενα Η.Ε. ως το επίκεντρο της νέας ελπίδας έχουν ξανασχεδιάσει τους χάρτες και, επίσης, επανακαθορίσει και μεγεθύνει δραματικά το πρόβλημα της παγκόσμιας ανισότητας ανάμεσα στη «Δύση» και αυτών που αποκαλούνταν τότε ως «Οπισθοδρομικά Κράτη». Αυτό το παγκόσμιο χάσμα μεταξύ κρατών και κοινωνιών έγινε βασικό ζήτημα των ημερών. Μια νέα ορολογία, που αντιπροσώπευε νέες ανησυχίες, άρχιζε να εμφανίζεται. Το παγκόσμιο χάσμα ήταν μέρος της. Η αντιπαράθεση του «κόσμου» υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών με αυτόν υπό τη Σοβιετική Ένωση (επεκτείνοντας τον αντίκτυπο της στους ανά τόπους επαναστάτες) έκανε τα προβλήματα της ανάπτυξης στον Τρίτο Κόσμο υπέρτατα επείγον πολιτικό ζήτημα. Ευτυχώς, η λύση φαινόταν σε απόσταση αφής – ένα άνοιγμα προς την αυτάρκη οικονομική ανάπτυξη με κατευθυντήριες γραμμές αυτές που είχαν χαράξει οι πρόδρομοι της εκβιομηχάνισης. Τα Δυτικού τύπου κοινοβούλια, οι αγορές, οι ιδέες και η εκπαίδευση, με συμπλήρωμα κάποιες αρωγές ή δάνεια, επρόκειτο να διευκολύνουν την όλη φάση. Ένα παραδεδεγμένο φυσικό δίκαιο κοινωνικής ισορροπίας θα εξασφάλιζε τη διεθνή εξίσωση, τη σταθερότητα και την ομοιογένεια (όσο μεγαλύτερη η απόκλιση, τόσο πιο δυνατή η τάση της για αυτοεξάλειψη). Ο ενσωματωμένος στην επιστήμη εξορθολογισμός θα βοηθούσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς είναι φαινομενικά πιο γρήγορο να εισαχθούν ειδικοί και τεχνογνωσία απ’ το να παραχθούν απευθείας. Η υποτιθέμενη αναπόφευκτη Πρόοδος επρόκειτο να κλείσει το χάσμα μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου κόσμου, να εξαλείψει τη φτώχεια και να κρατήσει τους επαναστάτες μακριά.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, οι αισιόδοξες υποθέσεις απεδείχθησαν τρομερά λάθος. Το «χάσμα» μεγάλωνε. Η οικονομική εξαθλίωση προέλαυνε διαμέσω του μεγαλύτερου μέρους του Τρίτου Κόσμου. Η μεταποικιακή ανεξαρτησία, ο οικονομικός αυθορμητισμός των τοπικών και των διεθνών αγορών, οι εκστρατείες για τον αλφαβητισμό και οι φιλανθρωπικές αρωγές δεν επέλυσαν τα «προβλήματα της ανάπτυξης». Η Δύση και ειδικά οι αποικιοκράτες «που αργούσαν να πιάσουν το μήνυμα» και οι εκκολαπτόμενοι νεοαποικιοκράτες βρίσκονταν αντιμέτωποι με καταστάσεις που δε μπορούσαν να περιγραφούν πια ως εξεγέρσεις της απόγνωσης, αλλά μαζικοί λαϊκοί πόλεμοι και συνασπισμοί μεταξύ μνησίκακων κυβερνήσεων των «οπισθοδρομικών» κρατών: ο Πόλεμος της Αλγερίας και το Συνέδριο των Αδέσμευτων Κρατών στο Μπαντούνγκ, το Κονγκό, το Βιετνάμ και μια νέα πλειοψηφία στη ΟΥΝΕΣΚΟ. Στη σκηνή των διανοούμενων, ο Πωλ Μπαράν, ο Γκούνναρ Μύρνταλ και ο Πωλ Πρέμπις άσκησαν ανηλεή κριτική εναντίον των προδιαγραφών και των μεθόδων της Θεωρίας του Εκσυγχρονισμού. Εναντίον των παλιών καταγραφών των συσχετίσεων και των καθοριστικών παραγόντων της οικονομικής ανάπτυξης επήλθε η νέα απαισιοδοξία της επικέντρωσης στα προσκόμματα, που εξηγούσαν το αυξανόμενο χάσμα με μια πιασάρικη φράση που σάρωσε τον κόσμο – η ανάπτυξη της υπανάπτυξης. Αυτό καθοριζόταν όλο και περισσότερο από την διεθνή εξάρτηση των περιφερειών στα εκμεταλλευόμενα μητροπολιτικά κέντρα. Αυτό επίσης καθοριζόταν ενδοεθνικά από τους εξαρτημένους πληβειακούς πληθυσμούς, που είχαν δομικά τεθεί στο περιθώριο και αποκλειστεί απ’ τα οφέλη της νεωτερικότητας – που, στο σήμερα, συχνά αποκαλούνται κατώτερες τάξεις. Αυτό το εννοιολογικό κιβώτιο γέμιζε ολοένα και περισσότερο με χωρικούς – η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στις αναπτυσσόμενες κοινωνίες (τα «οπισθοδρομικά έθνη» του χθες). Αλλά οι χωρικοί εμφανίζονταν τώρα όχι μόνο ως θύματα ενός αντικειμένου της ανάπτυξης. Η δραματική εντύπωση που έκανε η νίκη του Επαναστατικού Στρατού των Χωρικών του Μάο εξαπλωνόταν και ενισχυόταν από αντάρτες παντού διαμέσω του Τρίτου Κόσμου. Επίσης, οι χωρικοί γίνονταν προοδευτικά ορατοί ως πιθανός πολιτικός παράγοντας – ένα υποκείμενο της ιστορίας. Στη δεκαετία του 1960, έφεραν νέες ελπίδες με την εκδίωξη της ολιγαρχίας στη Λατινική Αμερική, με την αψήφηση ενός ιμπεριαλιστικού στρατού στο Βιετνάμ, με τη βοήθεια στην εξισορρόπηση των αποτυχιών της εκβιομηχάνισης ή του προγράμματος ισονομίας, που ήταν συνδεδεμένο στην Πράσινη Επανάσταση.

Η ανάδυση του Τσαγιάνοφ στον αγγλόφωνο κόσμο συνέπεσε με μια δραματική μεταστροφή της προσοχής, το «βλέμμα προς τους χωρικούς», που έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1960. Οι αξιωματούχοι της Παγκόσμιας Τράπεζας και οι Μαρξιστές επαναστάτες, πολιτικοί και ακαδημαϊκοί, μη ξεχνώντας τις μάζες των αφοσιωμένων φοιτητών, μετατράπηκαν ραγδαία σε αγροτολόγους. Από ένα κομμάτι ανθρωπολογικού εξωτισμού, οι χωρικοί έχουν ανέβει στο επίκεντρο του διαλόγου σε σχέση με τα πιο σημαντικά σύγχρονα ζητήματα. Εν μία νυκτί, η συζήτηση για τους χωρικούς σε βιβλία, διατριβές και προγράμματα έχει κάνει άλμα απ’ το σχεδόν καμία σε εκατοντάδες και, έπειτα, χιλιάδες εγγραφές. Η ίδια η λέξη «χωρικός» έγινε «καυτή» και «της μόδας»∙ όπως το σεξ και το έγκλημα, τώρα πουλούσε χειρόγραφα σε εκδότες και βιβλία σε αναγνώστες. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή η ακαδημαϊκή χιονοστιβάδα ήταν πολύ αδύναμη θεωρητικά. Τα πρόσφατα συγκεντρωμένα «τεκμήρια» για τους χωρικούς, κυρίως εντοπισμένα, και οι προβληματισμοί σε σχέση μ’ αυτά, κατά κύριο λόγο πολύ μεγαλειώδεις και αφηρημένοι, βρέθηκαν σαν τους χαρακτήρες του Πιραντέλλο να ψάχνουν για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που θα μπορούσε να τους συσχετίσει και να τους μεταμορφώσει σε έναν κλάδο συστηματικής γνώσης. Απ’ τις διαθέσιμες παλιότερες σχετικές γραφές, μόνο ο Λένιν και ο Ρέντφιλντ μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μερικώς, ενώ οι πιο σύγχρονες προσπάθειες να βγει θεωρητικά άκρη με τους χωρικούς μόλις είχαν αρχίσει να τελεσφορούν. Το βιβλίο του Τσαγιάνοφ το 1966 εισήλθε σ’ αυτή ακριβώς την άβυσσο (μαζί με τα Grundrisse του Μαρξ, που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στα αγγλικά απ’ τον Χομπσμπάουμ το 1964, και ένα πιο συμβατικό κείμενο οικονομικών απ’ τον Σούλτζ, που εκδόθηκε την ίδια χρονιά). Ο πλούτος των δεδομένων και η εκζήτηση στη μεθοδολογία που προήγαγε ο Τσαγάνοφ, η συγχρονικότητα των ανησυχιών του και το ευρύ θεωρητικό φάσμα του έκοψαν την ανάσα σε δεκάδες αρχαρίων της αγροτολογίας. Κάποιοι δήλωσαν πίστη, άλλοι τον χρησιμοποίησαν για πρώτη εξάσκηση στην υποστήριξη ή την αποκατάσταση των ορθοδοξιών του παρελθόντος, αλλά οι πιο πολυπληθείς αξιοποίησαν τα αποδεικτικά και τις διαπιστώσεις του Τσαγιάνοφ στις δικές τους αναλύσεις όσον αφορά τους χωρικούς σε όλο τον κόσμο.

Θα έμοιαζε ότι αυτή ακριβώς η τοποθέτηση του Τσαγιάνοφ ως «ο άνθρωπος που γνώριζε για τους χωρικούς» ή ο πιο λόγιος προσδιορισμός του ως ένας κοινωνικός επιστήμονας που μας βοήθησε να δούμε καλύτερα την ανάλυση της οικογενειακής γεωργίας ως μια συγκεκριμένη μορφή ή στοιχείο της οικονομίας, θα οδηγούσε σε μια σταδιακή παρακμή της σημασίας του στο μέλλον. Οι χωρικοί ακόμη αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, αλλά οι αριθμοί τους είναι στατικοί, ενώ το μερίδιό τους στον πληθυσμό των «αναπτυσσόμενων κοινωνιών» βρίσκεται σε ραγδαία πτώση. «Ενσωματώνονται», επίσης, ενώ ο βιοπορισμός αυτών που επιβιώνουν ως μικρογαιοκτήμονες της υπαίθρου όλο και περισσότερο περιλαμβάνουν αυτά που έχουν θεωρηθεί ως «μη αγροτικά» χαρακτηριστικά. Μια παρακμή στη σημασία και την ιδιαιτερότητα των αγροτικών πληθυσμών, που οδηγεί σε μια παράλληλη αποσύνδεση των κοινωνικών επιστημών απ’ τους χωρικούς μπορεί να προβλεφθεί, με τον Τσαγιάνοφ να καταλήγει εν τέλει στα αρχεία. Ή μήπως όχι;

Η κρίση της δεκαετίας του 60 δεν έχει επιλυθεί, αλλά έχει στην πραγματικότητα διευρυνθεί στην ουσία και στις επιπτώσεις της. Οι δυσχέρειες του Τρίτου Κόσμου, έχοντας γίνει ηθικά απαράδεκτες και πολιτικά επικίνδυνες μέσω του τρόπου που οι πιο εύποροι έχουν ευημερήσει, έχουν επεκταθεί ως μια κοινωνικο-οικονομική κρίση που περιλαμβάνει και «εμάς». Η μαζική δομική ανεργία στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα του Πρώτου Κόσμου έχει μεγαλώσει απότομα και ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζεται ως μη αναστρέψιμη. Μια κρίση του Δεύτερου Κόσμου, οικονομική, αλλά και ηθική, είναι ορατή και δεδηλωμένη απ’ τον ίδιο, μειώνοντας τη δυνατότητά του να προσφέρει εναλλακτικές – ο αντίκτυπος ενός κύριου μοντέλου και καθοριστικού παράγοντα της ανάπτυξης στις προηγούμενες γενιές εξασθενεί. Διαμέσω όλης ης δεκαετίας του 1980, μια παράλληλη κρίση του καπιταλισμού και των όντως υπαρχόντων εναλλακτικών του μεγαλώνει, οικονομικά και πολιτικά, αλλά και εννοιολογικά, επίσης∙ αντιμετωπίζουμε μια πραγματικότητα που όλο και λιγότερο γνωρίζουμε πως να κατανοήσουμε και να συνάγουμε συμπεράσματα.

Ένα κεντρικό στοιχείο της σύγχρονης παγκόσμιας κοινωνίας είναι η αποτυχία των καπιταλιστικών οικονομιών, όπως επίσης και αυτών στον κρατικό καπιταλισμό, να προοδεύσουν χωρίς όρια και να εξασφαλίσουν τη γενική ευημερία με τους τρόπους που αναμενόταν με βάση τις θεωρίες της ανάπτυξης του 19ου αιώνα, τις φιλελεύθερες και τις σοσιαλιστικές εξίσου. Ο έλεγχος και το εύρος του κέρδους των καπιταλιστικών πολυεθνικών εταιριών προχωρά πλάι-πλάι με την υποχώρηση των τυπικών καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής και της κοινωνικής οργάνωσης που συνδέεται με την ανεργία και την «υποαπασχόληση», τις «άτυπες οικονομίες» και άλλα δίκτυα επιβίωσης. Οι νωθρές οικονομίες του κρατικού καπιταλισμού είναι περιπλεγμένες με τις μαζικές «δεύτερες» και «τρίτες» (ή «μαύρες») οικονομίες, πράγμα που όλο και περισσότερο γίνεται παραδεκτό ως αδύνατον να μειωθεί. Καθώς στις «αναπτυσσόμενες κοινωνίες» οι νήσοι του προκαπιταλισμού εξαφανίζονται, αυτό που έρχεται στη θέση του, κυρίως, δεν είναι το βιομηχανικό προλεταριάτο της Ευρώπης του 19ου αιώνα, αλλά στρώματα πληβείων που παλεύουν για επιβίωση – ένα μείγμα αυξανόμενα ευέλικτων, ημιαπασχολούμενων κατοίκων παραγκουπόλεων, εν μέρει αγρότες, λούμπεν έμποροι ή μαστροποί – άλλο ένα εξωκαπιταλιστικό μοτίβο κοινωνικής και οικονομικής ύπαρξης υπό τον καπιταλισμό και/ή τύπους οικονομιών σαν τον τρίτο κόσμο. Οι πληθυσμοί που εμπλέκονται στις άτυπες και/ή οικογενειακά περιορισμένες και/ή μεικτές οικονομίες μεγαλώνουν γύρω στην υφήλιο και δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει, χωρίς αναφορές σ’ αυτό, είτε τον τρόπο που λειτουργούν οι εθνικές οικονομίες είτε τον τρόπο που πραγματικά ζουν οι άνθρωποι. Ενώ οι σχέσεις εκμετάλλευσης διατηρούνται και αναβαθμίζονται, η λειτουργική οργάνωση της οικονομίας αλλάζει, επεκτείνοντας παρά αποκρύπτοντας αυτά τα στοιχεία της που απαιτούν μεθόδους ανάλυσης εναλλακτικές σε σχέση με αυτές σε συνήθη χρήση. Τώρα πια, ένας νέος «πράσινος» ριζοσπαστισμός έχει αρχίζει όλο και περισσότερο να απαντά πολιτικά σ’ αυτές τις εμπειρίες, τα νέα μοτίβα εκμετάλλευσης και τις εννοιολογικές διαπιστώσεις. Στο θεωρητικό επίπεδο, η ανάλυση των μεθόδων ενσωμάτωσης από μια κυρίαρχη πολιτική οικονομία έχει αυξανόμενη ανάγκη συμπλήρωσης απ’ την παράλληλη μελέτη των μεθόδων της μη ενσωμάτωσης που λειτουργούν στους κόσμους που εντός τους ζούμε.

Είναι ενάντια σε αυτό το πλαίσιο που η ανάλυση του Τσαγιάνοφ για τις εναλλακτικές και συμπληρωματικές οικονομίες, την οικογενειακή εργασία, των μη εκχρηματισμένων μεγεθών και των μοτίβων της φυσικής παραγωγής (αντί των τιμών τους μόνο), των διαφορικών βέλτιστων, των μεθόδων και των ωφελειών των συνεταιρισμών –μια ανάλυση «από τα κάτω» που επιχειρεί να συσχετίσει τη δομή με την επιλογή– θα πρέπει να βρει τη πιθανή μελλοντική της απήχηση και χρήση. Το ίδιο ισχύει για τη μέθοδο διερεύνησης μοντέλων εναλλακτικών πραγματικοτήτων και σκεπτικών. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν ακόμη εκατοντάδες εκατομμύρια χωρικοί και τόσοι μπορεί να υπάρχουν στο έτος 2000, αλλά, παραδόξως, οι θεμελιώδεις μέθοδοι και διαπιστώσεις του Τσαγιάνοφ μπορεί να αποδειχτούν ιδιαιτέρως εμπλουτιστικές για κόσμους με λιγότερους χωρικούς, όπως επίσης και λιγότερους «κλασικούς» βιομηχανικούς προλεταρίους, ενώ το υποκείμενο των πραγματικών προβληματισμών του, οι χωρικοί της Ρωσίας, δεν έχουν παρά εξαφανιστεί. Με κανέναν τρόπο δε θα μπορούσε η μελλοντική θεωρητική αναζήτηση να υπάρξει ως απλή αναπαραγωγή του Τσαγιάνοφ, αλλά μπορεί να φέρει σημαντικά στοιχεία των επιτευγμάτων του και της ανάλυσης της Ρωσικής υπαίθρου της περιόδου 1880-1928, ως μέρος του σώματος νέων θεωριών της ανάπτυξης με στόχο την πιο ρεαλιστική κατανόηση του περιβάλλοντος μας και τη βελτίωση των μελλοντικών κόσμων. Πράγμα που θα αποτελέσει μία καλή επιτάφια επιγραφή στο μνημείο ενός μέγα ακαδημαϊκού, όταν οι συμπατριώτες του θυμηθούν να του χτίσουν ένα.

 

[i] σ.τ.μ. peasantisation στο Αγγλικό

[ii]σ.τ.μ. Ένωση για τη Συλλογική Καλλιέργεια της Γης